Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

Μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης, Δίχως πνευματικότητα

Μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης, Δίχως πνευματικότητα

Δίχως πνευματικότητα
 
 
Η Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία μάλλον δεν είχε ποτέ αγαθές σχέσεις με το κράτος. Το κράτος πάντοτε την υποψιαζόταν, τη φοβόταν, τη ζήλευε.
Ήθελε να κυριαρχεί, να την κατευθύνει και να το χειροκροτεί για τις αποφάσεις του. Η Εκκλησία είχε πλήρη εξάρτηση από το κράτος και είχε τοποθετήσει ανθρώπους δικούς του, για να την επηρεάζουν και να πληροφορούνται τις όποιες κινήσεις. Στα μέσα του 19ου αιώνος ο εναγκαλισμός του κράτους ήταν σφιχτός, ορισμένες φορές και ασφυκτικός. Συν τω χρόνω, ορισμένα πράγματα κάμφθηκαν. Η κεντρική όμως κρατική εξουσία, δυστυχώς μέχρι σήμερα, συνεχίζει να της φέρεται ως μητριά και όχι ως μητέρα.
Αρκετοί έχουν γράψει αρκετά, περί του συστήματος «της νόμω κρατούσης πολιτείας» και της δυσπραγίας των σχέσεών τους. Υπάρχουν βέβαια, εκατέρωθεν παρεμβάσεις. Η ελεύθερη και ζώσα Εκκλησία δεν έχει ακόμη αφεθεί να επικρατήσει. Φωνές ηρωικών ιεραρχών και άλλων κληρικών έμειναν στη σιωπή και τη λήθη. Η πολιτεία, μερικές φορές, έδωσε μία, για τα μάτια του κόσμου, χαλάρωση των δεσμών. Όμως η χαλαρή, χλιαρή και χλομή απελευθέρωση δεν χάρισε όλη την ελευθερώτρια χάρη στην Εκκλησία. Αλλά, κι εντός της Εκκλησίας υπήρξαν τάσεις αφόρητου δεσποτισμού και απολυταρχίας. Ο επίσκοπος αποφάσιζε και διέταζε δίχως γνώμης του πρεσβυτερίου, κατά τον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, τον οποίο επικαλούνται συνεχώς ορισμένοι μόνο για να πουν ότι ο κάθε επίσκοπος είναι σε τύπο και τόπο Χριστού.
Πολύς λόγος γίνεται σήμερα για κάποιους διακριτούς ρόλους, τους οποίους επικαλούνται διάφοροι αδαείς. Θέλουν την Εκκλησία να σιωπά, να είναι στην άκρη άπραγη, να δίνει μόνο λίγο ψωμί. Από τη μία το επιθετικό κράτος και από την άλλη το εκκλησιαστικό σώμα να ματώνει από εμφύλιους σπαραγμούς, δεν προχωρά στο διασάλπισμα του νικηφόρου μηνύματος της θανατώσεως του θανάτου, της προγεύσεως του παραδείσου, της ανακαινιστικής μεταμορφώσεως του ανθρώπου.
Κάποιοι μοντέρνοι χτυπούν βάναυσα την Εκκλησία, συχνά με αναλήθειες, ότι δήθεν περιορίζει, δεσμεύει, δημιουργεί ενοχές και ταλαιπωρεί τα πρόσωπα. Τι προτείνουν; Συνθήματα ανταρσίας, ακηδεμονίας, ακυβερνησίας, αδιαφάνειας και χειρότερης αιχμαλωσίας. Η έπαρση, η κακή συνήθεια, η εύκολη ζωή, δεν αφήνουν τον άνθρωπο να αγωνισθεί για αξίες, αρετές και ήθη. Λησμονείται ο πλούσιος και ωραίος εγχώριος πολιτισμός και εισάγονται ξενόφερτα νούμερα, που έξω απορρίφθηκαν από καιρό. Αγαπά καθυστερημένα ο Νεοέλληνας κάτι που μισήθηκε από τους ξένους. Τρέχουν στους διδασκάλους της Άπω Ανατολής για εσωτερικό διαλογισμό, όταν οι άγιοί μας τα είπαν ξεκάθαρα πριν εκατοντάδες χρόνια.
Αν βρεθεί ένας να πει ή να γράψει κάτι διαφορετικό, θα κυνηγηθεί χαιρέκακα. Είναι δύσκολο σήμερα να διαφέρεις, να μην κάνεις ό,τι κάνουν οι πολλοί, να μη λες ό,τι λένε όλοι. Η Εκκλησία θεωρείται από κάποιους μειονεκτικούς και αθεόφοβους σκοταδιστική, μαύρος μεσαίωνας, αγκυλωμένη στο παρελθόν, γηρασμένη και άρρωστη. Δεν της επιτρέπεται λοιπόν, να εκφέρει σύγχρονη γνώμη, κρίση, παρατήρηση και πρόταση.
Σπάνιες πια στα τηλεοπτικά παράθυρα οι σεμνές φωνές, οι νηφάλιες σκέψεις, οι αντικειμενικές γνώμες. Όσοι φωνάζουν κατά της διαφθοράς, εν πολλοίς υποκρίνονται. Δεν λένε, γιατί να υπάρχει διαφάνεια και πώς θα εμπνευστεί. Η απουσία της ορθόδοξης πνευματικότητος έδωσε όλο το βάρος στο ίδιον συμφέρον, το οικονομικό. Ζωή δίχως πνευματικότητα είναι νύχτα δίχως αναμονή χρυσοπόρφυρης ανατολής...

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Ύμνοι Θείων Ερώτων, Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου



Ὁ Ἀρραβώνας
   ΤΩΡΑ ΔΑ, σκοτάδι στὴν καρδιά μου κι ἀνέτειλες Ἐσύ.
Ἔδειξες θαύματα ποὺ ὀφθαλμοὶ δὲν ἔχουν δεῖ.
Καὶ σὲ μένα κατέβηκες, τὸν πιὸ τελευταῖο ἀπ’ ὅλους,
Μ’ ἔκανες μαθητή Σου καὶ γιὸ Ἀπόστολου,
κι ἂς μὲ κρατοῦσε φοβερὸς
ὁ δράκος, ὁ θάνατος τῶν θνητῶν,
ὣς τώρα νὰ ἐργάζομαι κάθε ἁμαρτία.

   Στὸν ἅδη ἔλαμψες ὁ προαιώνιος ἥλιος,
ὕστερα φώτισες καὶ τὴ δική μου ψυχὴ στὰ σκοτάδια της,
μοῦ χάρισες μέρα χωρὶς δύση,
αὐτὸ ποὺ δὲν πιστεύουν, μόνο ὅσοι τεμπέληδες εἶναι καὶ ἀδιάφοροι, νομίζω.
Τὴ φτώχια ποὺ ἔχω μέσα μου πλημμύρισες μὲ τὸ Ἀγαθὸ ὁλόκληρο.
Ἐσὺ ποὺ ἔκανες αὐτά, ὁ ἴδιος στεῖλε δῶρο Σου τὰ λόγια μου, δῶσε τὶς λέξεις,
νὰ πῶ σὲ ὅλους τὰ θαυμάσιά Σου,
ὅλα ὅσα κάνεις σήμερα μὲ τοὺς δούλους Σου,
κι ὅσοι δὲν νοιάζονται νὰ μάθουν, ἀλλὰ κοιμῶνται στὰ σκοτάδια,
καὶ λένε, ‘νὰ σωθοῦν ἀδύνατο ὅσοι ἔχουν ἁμαρτίες’,
ἂς πάρουν Ἔλεος κι αὐτοὶ ὅπως ὁ Πέτρος
καὶ οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι, Ἅγιοι, Ὅσιοι καὶ Δίκαιοι,
ἔτσι κι αὐτοί, ἂς μάθουν : δὲν εἶναι ἀδύνατο, οὔτε κἂν δύσκολο,
γιὰ τὴ δική Σου ἀγαθότητα, καί ἦταν καί εἶναι καί θὰ εἶναι εὔκολο!
Ὅσοι νομίζουν ὅτι Σ’ ἔχουν, τὸ Φῶς τοῦ κόσμου,
λένε ὅμως δὲν Σὲ βλέπουν, δὲν εἶναι ὁ βίος τους μέσα στὸ Φῶς,
ἡ λάμψη Σου δὲν τοὺς κυκλώνει, καθαρὰ δὲν Σὲ κοιτάζουν καὶ ἀδιάκοπα, Σωτήρα,
ἂς μάθουν : στὴ σκέψη τους ποτὲ δὲν ἔλλαμψες,
τὸ σπίτι Σου στὴ βρώμικη ψυχή τους δὲν τὸ ἔφτιαξες,
μάταια ἐπιχαίρουν, κενὲς οἱ ἐλπίδες,
ὅσοι νομίζουν μετὰ θάνατον, τάχα, θὰ δοῦν τὸ Φῶς Σου.
Εἶναι τώρα ὁ Ἀρραβώνας, ἀπὸ Σένα πάντως τώρα ἐδῶ, Σωτήρα,
χαράζεται ἡ Σφραγίδα Σου στὰ πρόβατά Σου.
Καθένα κλείνει ὁ θάνατός του.
Στὸ τέλος καὶ μετά, ὅλοι τὸ ἴδιο ἄπραγοι,
οὔτε κακὸ οὔτε καλὸ κανείς δὲν ἔχει δύναμη νὰ κάνει τότε,
Σωτήρα μου, εἶναι βέβαιο, ὅπως βρεθεῖ καθένας, ἔτσι θὰ μείνει.
Κύριε, μὲ φοβίζει αὐτό, μὲ κάνει καὶ τρέμω αὐτό,
τὶς αἰσθήσεις μου ὅλες τὶς λιώνει αὐτό.
Ἂν πεθάνει ἕνας τυφλὸς καὶ διαβεῖ ἐκεῖ,
τὸν ἥλιο αὐτὸ πιὰ δὲν θὰ δοῦν τὰ μάτια του,
ἀκόμη κι ἂν τὸ φῶς του πάλι βρεῖ μὲ τὴν Ἀνάσταση.
Ἔτσι ὅποιος στὸν νοῦ εἶναι τυφλός : ἂν πεθάνει,
τὸν νοητὸ ἥλιο, Θεέ μου, Ἐσένα, δὲν πρόκειται νὰ δεῖ,
μὰ ἀπὸ σκοτάδι βγαίνοντας σὲ σκοτάδι θὰ πάει,
καὶ στοὺς αἰῶνες χωρισμένος θὰ εἶναι ἀπὸ Σένα.
Κανένας Κύριέ μου, σὲ Σένα ὅποιος πιστεύει,
στὸ δικό Σου ὄνομα ὅποιος βαφτίστηκε, δὲν θ’ ἀντέξει
τὸ μεγάλο βάρος καὶ φρικτὸ τοῦ χωρισμοῦ Σου, Εὔσπλαχνε.
Εἶναι ἡ λύπη αὐτὴ φοβερή,
φρικτή, ἀβάσταχτη, αἰώνια θλίψη.
Σωτήρα, τί χειρότερο νὰ πάθει ἀπ’ τὸν χωρισμό Σου;
Ποιά ὀδύνη μεγαλύτερη, ἂν χάσει τὴ ζωή,
νὰ ὑπάρχει γιὰ πάντα ὅπως νεκρός, στερημένος ἀπ’ τὴ ζωή,
καὶ μαζὶ ὅλα τ’ ἀγαθὰ τὸ ἴδιο νὰ στερεῖται;
Ἀπὸ σένα φεύγοντας, ἀπὸ κάθε καλὸ φεύγει καὶ τὸ στερεῖται.
Δὲν θὰ εἶναι τότε ὅπως στὴ γῆ αὐτή,
γιατὶ ὅσοι τώρα δὲν Σὲ γνώρισαν,
ἀπόλαυση ἔχουν μιὰ σωματική, ἐδῶ,
μιὰ τρυφή, σκιρτώντας ὅπως ἄλογα.
Ὅσα χαρίζεις δὲν τὰ ἔχουν
παρὰ μόνο τὴ ζωούλα τους νὰ κάνουν
κι αὐτὰ μόνα βλέποντας, νομίζουν τὸ ἴδιο θὰ εἶναι ἐκεῖ
μετὰ τὴν ἔξοδο τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ βίου.
Στραβὰ λογαριάζουν, στραβὰ ζυγιάζουν
ποὺ λένε πὼς δὲν εἶναι μαζί Σου, κι ὅμως ἔχουν τὴν ἄνεσή τους,
τόπο ἑτοιμάζοντας κάποιο —τέτοια βλακεία!—
μακριὰ ἀπ’ τὸ Φῶς, κι ὅμως χωρὶς σκοτάδι
ἀπ’ τὴ Βασιλεία Σου ἔξω, ἀλλὰ κι ἀπ’ τὴ γέεννα
ἀπ’ τὸν Νυμφῶνα πολὺ μακριά, κι ἀπ’ τῆς δικαιοσύνης τὴ φωτιὰ ἐπίσης,
ὅπου νὰ καταλήξουν θέλουν, οἱ ταλαίπωροι,
καὶ λένε, δὲν Σὲ χρειάζονται, αἰώνια Δόξα
καὶ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἔχουν τὴν ἄνεσή τους!
Τὸ σκοτάδι τοὺς κυριεύει, ἡ ἄγνοια,
ἡ ταλαιπωρία, ἀλίμονο, οἱ κούφιες ἐλπίδες.
Πουθενὰ δὲν ἔχει γραφεῖ αὐτὸ οὔτε θὰ ὑπάρχει… Χριστέ, ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἡ γῆ τῶν πράων, Ἐσύ εἶσαι.
Ἐσύ ὁ παράδεισος μὲ τὶς φυλλωσιές,
ὁ θεῖος νυμφῶνας, ὁ ἀνείπωτος γαμήλιος θάλαμος,
Ἐσύ τραπέζι γιὰ ὅλους, ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς, παράξενο νερό,
καί τὸ ποτήρι καί τὸ νερὸ τῆς ζωῆς, Ἐσύ εἶσαι,
Ἐσύ καὶ ἡ λαμπάδα ἡ ἀναμμένη στοὺς αἰῶνες γιὰ τοὺς ἅγιους,
Ἐσύ καὶ χιτῶνας καὶ στέφανος, κι ὁ ἴδιος μοιράζεις τοὺς στεφάνους,
Ἐσύ ὁ ἴδιος ἡ χαρά, ἡ ἄνεση, ἡ τρυφὴ καὶ ἡ δόξα,
Ἐσύ ἡ ἀγαλλίαση, Ἐσύ ἡ εὐφροσύνη.
Ὅπως ἥλιος θὰ λάμψει, Θεέ μου, ἡ Χάρη
τοῦ πανάγιου Πνεύματος σ’ ὅλους τοὺς ἅγιους,
ἀνάμεσά τους θὰ λάμψεις ὁ ἀπρόσιτος ἥλιος,
καθένας μέσα του, ὅλοι, τὴ λάμψη Σου θὰ ἔχουν,
ὅση εἶναι ἡ πίστη τους, τὰ ἔργα τους, ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ ἀγάπη τους,
ὅσο ἔχουν καθαρίσει, ὅσο φωτίστηκαν ἀπὸ τὸ Πνεῦμα Σου.
Θεέ, μόνε μακρόθυμε, ποὺ ὅλα διακρίνεις,
θὰ τοὺς ὁρίσεις μονὲς διάφορες καὶ τόπους,
τὰ μέτρα τῆς λαμπρότητας, τὰ μέτρα τῆς ἀγάπης,
τῆς ὅρασής Σου, τὸ πόση θὰ τοὺς εἶναι
ἡ δόξα τῆς μεγαλωσύνης Σου, ἡ τρυφὴ καὶ τὸ κλέος,
σὲ μοιρασιὰ οἴκων, παράξενων διαμονῶν.
Ἐκεῖ σκηνὲς διάφορες, οἴκοι πολλοί,
στολὲς ὁλόφωτες πλήθους ἀξιωμάτων,
στέφανοι παμποίκιλοι, πετράδια καὶ μαργαριτάρια,
ἄνθη ἄφθαρτα μὲ παράξενη ὀμορφιά.
Ἐκεῖ κλίνες, στρώματα, τραπέζια, θρόνοι,
καὶ τὸ μεγάλο, τὸ πιὸ ἡδονικό, ἡ μεγάλη τρυφή,
ἦταν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι, ὅτι Ἐσένα θὰ βλέπουν καὶ μόνο. …
Στὸ πρόσωπό Σου μαζὶ θὰ κατοικοῦν οἱ εὐθεῖς.
Στὴν εὐθύτητα μέσα τῆς καρδιᾶς τους ἔχεις πάρει Μορφή,
κατοικοῦν μὲ τὴ Μορφή Σου μέσα Σου, Χριστέ μου.
Εἶναι θαυμαστό, παράδοξο δῶρο καλωσύνης!
Στὴ Μορφὴ τοῦ Θεοῦ νὰ φτάσουν οἱ ἄνθρωποι,
νὰ πάρει μέσα τους Μορφή, αὐτὸς ποὺ δὲν τὸν χωράει τὸ σύμπαν,
ὁ ἀναλλοίωτος Θεός, μὲ ἀναλλοίωτη φύση.
Θέλει σὲ ὅλους τοὺς ἄξιους νὰ κατοικεῖ
Ὁλόκληρο νὰ ἔχει μέσα του καθένας τὸν Βασιλιᾶ,
τὴν ἴδια τὴ Βασιλεία καὶ ὅλα τὰ δικά της,
καὶ νὰ λάμπουν, ὅπως ἔλαμψε ὁ Θεός μου ὅταν ἀναστήθηκε.
Πάνω ἀπ’ τὶς βολὲς τοῦ ἥλιου αὐτοῦ ποὺ βλέπουμε,
ἔχουν ἔτσι σταθεῖ σ’ Ἐκεῖνον ποὺ τοὺς δόξασε,
ἔκθαμβοι, ἔχουν τὴ διαμονή τους στὴ μεγάλη δόξα,
στὸ μεγάλωμα χωρὶς τέλος τῆς θείας λαμπρότητας,
γιατὶ δὲν παύει, στοὺς αἰῶνες, ἡ προκοπή. …
Τὸ πλήρωμά Του καὶ ἡ δόξα τοῦ Φωτὸς
θὰ εἶναι ἄβυσσος τῆς προκοπῆς : χωρὶς τέλος ἀρχή,
κι ὅπως μέσα τους Μορφὴ θὰ ἔχει πάρει ὁ Χριστός,
στὸν ἴδιο Αὐτὸν θὰ στέκονται ποὺ ἀπρόσιτα θὰ λάμπει, κι ἔτσι
τὸ τέλος μέσα τους γίνεται ἀρχὴ τῆς δόξας,
καὶ πιὸ καθαρὰ γιὰ νὰ στὸ πῶ,
στὸ τέλος θὰ ἔχουν τὴν ἀρχὴ καὶ στὴν ἀρχὴ τὸ τέλος. …
Ἀλλὰ ὅσοι πέφτουν ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπορῶ, ποῦ θὰ σταθοῦν,
ἔχοντας βρεθεῖ μακριὰ ἀπ’ Αὐτὸν ποὺ εἶναι παντοῦ;
Ἀδέλφια, ἡ ἀπορία μου εἶναι γεμάτη, πραγματικά, μεγάλη φρίκη,
χρειάζεται λογισμὸ νοῦ φωτισμένου
νὰ καταλάβει αὐτὸ κανεὶς σωστά,
νὰ μὴ ξεπέσει σὲ σφάλμα κι ἀθετήσει τὰ λόγια τοῦ ἅγιου Πνεύματος.
Μέσα βέβαια στὸ πᾶν θὰ ὑπάρχουν κι αὐτοί,
ἀλλὰ ἔξω ἀπὸ τὸ ἅγιο Φῶς καὶ στ’ ἀλήθεια ἔξω ἀπὸ τὸν Θεό.
Ὅπως οἱ τυφλοὶ ὅταν λάμπει ὁ ἥλιος,
κι ἂν ὁλόκληροι δέχονται φῶς, ὅμως ἔξω ἀπὸ τὸ φῶς ἡ ζωή τους,
χωρισμένοι ἀπὸ τὴν αἴσθηση καὶ τὴν ὅρασή του,
ἔτσι εἶναι στὰ πάντα τὸ θεῖο Φῶς τῆς Τριάδας.
Ἂν καὶ μέσα Του βρίσκονται ὅλοι,
ὅσοι ἔμειναν στὴν ἁμαρτία τους, σὲ σκοτάδι φυλακίστηκαν,
χωρὶς νὰ βλέπουν, χωρὶς καμμιὰ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ νὰ ἔχουν,
καιγόμενοι στὴ συνείδησή τους,
κατακρινόμενοι, τὴ θλίψη καὶ τὴν ὀδύνη
ἀπερίγραπτη θὰ ἔχουν στοὺς αἰῶνες.
Ὕμνος Α’, (στ. 46-115, 132-159, 165-180, 184-190, 215-231) μετάφραση, Γ. Βαλσάμης
Επιμέλεια θέματος, Ιωάννης Λέων

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Η ΑΡΕΤΗ ΤΗΣ ΠΡΑΟΤΗΤΑΣ (Ιερός Χρυσόστομος)

Η ΑΡΕΤΗ ΤΗΣ ΠΡΑΟΤΗΤΑΣ (Ιερός Χρυσόστομος)

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Είναι πολλές οι αρετές που ταιριάζουν στους Χριστιανούς, απ' όλες όμως η πιο σπουδαία είναι η πραότητα.
Αυτό είναι το κατεξοχήν γνώρισμα του ανθρώπου που έχει τιμηθεί με το λογικό, δηλαδή η ημερότητα, η επιείκεια, η πραότητα, η ταπείνωση, η ησυχία, το να μην έλκεται σαν δούλος και παρασύρεται ή από το θυμό ή από τα άλλα πάθη, αλλά με το λογικό και την ορθή σκέψη να κατανικάει τα εσωτερικά άτακτα σκιρτήματα και να διασώζει την ευγένεια που προσιδιάζει στον άνθρωπο, και να μην εκπίπτει και καταντάει στη θηριωδία των άλογων ζώων με τη νωθρότητα και την αδράνειά του.
Κάθε επιεικής και πράος εύκολα οδηγείται στη φιλανθρωπία και δεν θα ανεχόταν να παραμελήσει αυτούς που βρίσκονται σε μεγάλη ανάγκη, γιατί τη φτώχεια των άλλων τη θεωρεί σαν δική του δυστυχία. Ο φθόνος βέβαια είναι το πιο κακό από όλα τα πάθη• ο ενάρετος όμως και πράος δεν δέχεται μέσα στην ψυχή του το φοβερό αυτό πάθος, αλλά, όταν βλέπει τους αδελφούς του να προκόβουν, χαίρεται και ευχαριστείται μαζί τους, γιατί θεωρεί σαν δική του την αρετή των άλλων, γιατί νομίζει, ότι όσα αγαθά έχουν οι φίλοι του είναι κοινά και γι' αυτό χαίρεται μαζί τους στα ευχάριστα και λυπάται μαζί τους στα δυσάρεστα.
Αυτό κυρίως είναι το γνώρισμα του πράου, τις μεν αδικίες που γίνονται σ' αυτόν να τις παραβλέπει, τους αδικούμενους όμως να τους υπερασπίζεται, όπως ακριβώς έκαμε και ο Χριστός. Γιατί, όταν ανέβηκε στο Σταυρό έλεγε: «Πατέρα μου, συγχώρεσέ τους, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν». Αυτό προ πάντων είναι το γνώρισμα της πραότητας, το να καταλύει μεν κάθε κακία, να ελευθερώνει όσους είναι αιχμάλωτοι από αυτή, να εμποδίζει τους δαίμονες που καταστρώνουν δόλια σχέδια εναντίον μας, να απαλλάσσει δε από τα δεινά εκείνους που κυριεύτηκαν απ' αυτούς.
Τί τέλος πάντων είναι πραότητα και τί σκληρότητα; Γιατί, ούτε το να χτυπάει κανείς είναι γενικά δείγμα σκληρότητας, ούτε το να λυπάται είναι δείγμα πραότητας. Αλλά πράος είναι εκείνος, που μπορεί να υπομένει τα αδικήματα που γίνονται σ' αυτόν και εκείνος που υπερασπίζεται τους αδικούμενους και γίνεται σφοδρός εκδικητής και υποστηρικτής εκείνων που βλάπτονται. Όπως, εκείνος που δεν είναι τέτοιος, αλλά είναι νωθρός και κοιμισμένος και δεν διαφέρει τίποτε από ένα νεκρό ως προς τη δραστηριότητα, αυτός δεν είναι πράος ούτε επιεικής. Το να παραβλέπει δηλαδή κανείς τους αδικούμενους, το να μη θυμώνει εναντίον εκείνων που βλάπτουν και αδικούν, δεν είναι γνώρισμα αρετής, αλλά κακίας. Άρα δεν είναι δείγμα πραότητας, αλλά νωθρότητας και αδιαφορίας.
Δεν πείθονται, άνθρωπε, ότι ο Θεός μας είναι αληθινός, όταν αγανακτούμε και οργιζόμαστε και δυσανασχετούμε, αλλά όταν είμαστε επιεικείς και πράοι και ήπιοι και φερνόμαστε σαν πραγματικοί φιλόσοφοι, αντιμετωπίζοντας με απάθεια και υπομονή κάθε δυσκολία της ζωής και αντίδραση.
«Κάθε εσωτερική πικρία και οργή και θυμός και κραυγή ας λείψει εντελώς από σας μαζί με κάθε άλλη κακία. Να γίνεσθε δε καλοκάγαθοι, σπλαχνικοί, να χαρίζεσθε μεταξύ σας και να συγχωρείτε ο ένας τον άλλον, αν κάποιος έχει εναντίον του άλλου κάποια δυσαρέσκεια και αφορμή κατηγορίας, όπως και ο Θεός διά του Χριστού χαρίστηκε σε σας και σας συγχώρησε».
«Γίνεσθε λοιπόν μιμητές του Θεού». Βλέπετε, τί είδους άνθρωπος είναι ο πράος; Τίνος ονομάζεται μιμητής; Όχι των αγγέλων, ούτε των αρχαγγέλων, αλλά του Κυρίου των όλων. Αν και εκείνοι (οι άγγελοι και αρχάγγελοι) είναι πραότατοι και γεμάτοι από κάθε αρετή. Ο Απ. Παύλος όμως ονόμασε τους ήμερους ανθρώπους μιμητές του Θεού, για να διδάξει τους ακροατές του, με τον τονισμό της μεγάλης τιμής, να είναι πολύ πράοι, ώστε καθένας που βρίζεται ή υποφέρει από κάτι άλλο φοβερό, να υποφέρει με πραότητα τις βρισιές και να συγκρατεί την οργή του, εφόσον, συγκρατώντας την οργή του, πρόκειται να γίνει μιμητής του Θεού.
Να μη μας διακατέχει καμιά ταραχή ή ανησυχία, αλλά να ζούμε με γαλήνη και ησυχία και με όλους να έχουμε ειρηνικές σχέσεις και να είμαστε ήμεροι και πράοι και επιεικείς, ώστε στο πρόσωπό μας να ανθίζουν όλα τα χρώματα της αρετής.
Σιωπούσε (ο Χριστός) και τα υπέφερε όλα με πραότητα, διδάσκοντας και εμάς να δείχνουμε σε κάθε περίσταση επιείκεια και μεγαλοψυχία. Αυτόν λοιπόν ας μιμηθούμε. Γιατί δεν σιώπησε μόνον, αλλά... και όταν ονομάστηκε δαιμονισμένος και μανιακός από ανθρώπους που είχαν ευεργετηθεί με αμέτρητα αγαθά, και όχι μόνον μια και δύο, άλλα πολλές φορές, όχι μόνον δεν αμύνθηκε, αλλά και δεν έπαψε να τους ευεργετεί... Γιατί αυτό σημαίνει να είσαι μαθητής του Χριστού, το να είσαι πράος και επιεικής.
Πώς όμως θα ήταν δυνατόν να αποκτήσουμε αυτή την πραότητα; Αν σκεπτόμαστε συνεχώς τα σφάλματα και τις αμαρτίες μας, αν πενθούμε, αν δακρύζουμε. Γιατί η ψυχή, που ζει μέσα στην οδύνη, δεν μπορεί να εξάπτεται και να οργίζεται, γιατί ο άνθρωπος που πενθεί δεν έχει τη δύναμη και τη διάθεση να θυμώσει. Όπου υπάρχει λύπη, εκδιώκεται κάθε οργή• όπου επικρατεί συντριβή πνευματική, δεν χωράει η έξαψη και η αγανάκτηση. Γιατί, όταν το πνεύμα υποφέρει από πένθος, όχι μόνον δεν έχει ευκαιρία να αγανακτήσει, αλλά και στενάζει πικρά και κλαίει πικρότερα.
(Λόγοι από τους τόμους ΕΠΕ, 3, 6, 7, 14,31, και MG. 63)
ΠΗΓΗ: Ψήγματα Ορθοδοξίας, 1myblog.pblogs.gr

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

Συνέντευξη με το Διάβολο

Συνέντευξη με το Διάβολο

 
Καλησπέρα, παιδί μου. Χαίρομαι που σε βλέπω.
Εγώ αντίθετα δεν χαίρομαι καθόλου και δεν είμαι παιδί σου!
Ώστε ανήκεις στον «Άλλο» ε;
Ανήκω στον «Ένα».
Τελοσπάντων. Πολλοί έχουν αυτή την αυταπάτη, αλλά στην ουσία είναι δικοί μου.
Ακόμα και ο Γιος του «Άλλου» είπε ότι πολλοί θα λένε «Κύριε, Κύριε δεν κάναμε θαύματα στο Όνομά Σου;» και Εκείνος θα τους πει, «Φύγετε από εμένα οι εργάτες της ανομίας. Ποτέ δεν σας γνώρισα.» Ε, εγώ τους γνώριζα και πολύ καλά μάλιστα.
Αν έχω πολλούς που κάνουν θαύματα, φαντάσου πόσους έχω που δεν κάνουν θαύματα.
Λοιπόν εγώ δεν είμαι σαν κι αυτούς.
Αυτό νόμιζαν κι εκείνοι. Εγώ όμως βλέπω μέσα στην καρδιά σου. Είσαι ένας απ’ τους δικούς μου.
Είσαι γνωστός ως «ο πατέρας του ψεύδους», ο μεγάλος απατεώνας. Έχω μάθει να μη σε πιστεύω.
Λέω ψέματα όταν με βολεύει, μα λέω την αλήθεια όταν με βολεύει. Τουλάχιστον είμαι ειλικρινής όσον αφορά αυτό το σημείο. Εσείς οι άνθρωποι είστε ορθολογιστές και βρίσκετε δικαιολογίες, όταν λέτε ψέματα.
Τελικά, έχεις διαφορετική όψη απ’ ό,τι περίμενα. Για την ακρίβεια είσαι μάλλον ελκυστικός.
Σκέψου αν έχει νόημα να φοβίζεις τους ανθρώπους; Μπορεί να είμαι κακός, αλλά θυμήσου, ήμουν το πιο ύπουλο πλάσμα στον Παράδεισο. Η μεταμφίεση είναι πολύ μεγάλο εργαλείο. Σκοτώνω δέκα φορές περισσότερο κόσμο κάθε χρόνο με το τσιγάρο από ό,τι με τις βόμβες, τα περίστροφα και τα τουφέκια συνολικά. Οι άνθρωποι φοβούνται όλα αυτά τα όπλα, αλλά κανείς δεν φοβάται ένα από τα μεγαλύτερα θανατικά μου. Αυτή είναι η μεγάλη μου δύναμη, της απάτης και της πλάνης.
Ένα από τα μεγαλύτερα θανατικά σου, είπες; Πόσα έχεις, δηλαδή;
Περισσότερα από ό,τι φαντάζεσαι. Έχω θανατικά που σκοτώνουν το σώμα, το μυαλό και το πνεύμα. Ξέρεις πόσους γάμους διαλύω; Και οι ανόητοι ούτε καν το ξέρουν ότι το κάνω εγώ.
Πώς το κάνεις αυτό;
Α, είναι απλό. Τους βάζω να σκέφτονται τους εαυτούς τους ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ από ό,τι ο ένας τον άλλο. Η περηφάνια και ο εγωισμός πάντα ήταν από τα καλύτερα εργαλεία μου.
Δεν το ξέρεις ότι είσαι νικημένος; Δεν το ξέρεις ότι δεν μπορείς να νικήσεις;
Και λοιπόν; Ήμουν εδώ για χιλιάδες χρόνια και ακόμα και σύμφωνα με το Bιβλίο που διαβάζεις και πιστεύεις έχω αρκετά ακόμη. Πολλοί από αυτούς που ζουν κάτω από την εξουσία μου ξέρουν ότι θα ξοδέψουν την αιωνιότητα στην κόλαση. Αν λοιπόν εσείς οι άνθρωποι είστε διατεθειμένοι να θυσιάσετε ολόκληρη την αιωνιότητα για μερικές δεκαετίες καλοπέρασης, φαντάσου πώς νιώθω εγώ, που έχω μερικές χιλιάδες χρόνια ακόμα μπροστά μου. Φυσικά αυτή η «καλοπέραση» είναι η μεγαλύτερη απάτη μου. Τους υπόσχομαι την ευτυχία με το σεξ, τα ναρκωτικά, το ποτό, τη διαφθορά και πολλούς τρόπους να ικανοποιήσουν τη σάρκα τους. Αυτά κρατάνε περίπου 26 μήνες πριν αρχίσει να γίνεται αισθητή η ματαιότητα και η δυστυχία.
26 μήνες; Πού τον βρήκες αυτόν τον αριθμό;
Από χιλιάδες χρόνια εμπειρίας. Πίστεψέ με, ξέρω τι σου λέω. Επιπλέον, μπορεί να καταλήξω νικημένος στο τέλος, αλλά ακόμη και τότε εγώ θα έχω πολύ περισσότερες ψυχές από τον «Άλλο». Πολύ περισσότερες. Ακόμη και το Bιβλίο σου το λέει.
Άρα τελικά ποιος κερδίζει στην πραγματικότητα;
Μα γιατί σου αρέσει να κάνεις τους ανθρώπους δυστυχισμένους και να προκαλείς τόσο πόνο και καταστροφή;
Μερικές φορές απολαμβάνω περισσότερη εκτίμηση από όση αξίζω. Μερικοί από εσάς μπορούν να είναι ακριβώς τόσο κακοί όσο εγώ. Δεν τα κάνω εγώ όλα αυτά. Αρκετά από όσα βλέπεις γύρω σου είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης σάρκας και του ανθρώπινου μυαλού. Κοίτα πόσα αδέρφια είναι τσακωμένα, δε μιλιούνται. Πόσα παιδιά μισούν τους γονείς τους και μισούνται μεταξύ τους. Είμαι πολύ καλός στο να δημιουργώ χάος. Αλλά πρέπει να το παραδεχτώ, ότι η ανθρώπινη φύση μπορεί να πέσει αρκετά χαμηλά και χωρίς τη βοήθειά μου.
Αλλά εσύ κάποτε ήσουν άγγελος. Πώς άλλαξες έτσι;
Αυτή είναι μια μεγάλη ιστορία. Δεν θα καταλάβαινες…..
Ας πούμε πως απλώς κουράστηκα να δέχομαι εντολές και δεν ήθελα να είμαι υπό την εξουσία κανενός. Ήθελα να κάνω το δικό μου. Ήθελα εγώ να είμαι ο κύριος της ζωής μου. Αλλά από την άλλη, μήπως θα μπορούσες να καταλάβεις….Εσύ δεν ένιωσες ποτέ έτσι;

Λοιπόν δεν ένιωσες;
Δεν παίρνουμε συνέντευξη από εμένα, αλλά από εσένα.
Άγγιξα ένα ευαίσθητο σημείο σου, έτσι; Αυτό που σου είπα, ότι δεν ήθελα να εκτελώ εντολές. Και να κανονίζω μόνος μου τη ζωή μου. Ήταν το πρώτο μου βήμα μακριά από τον Άλλο. Και από τη στιγμή που απομακρύνθηκα εγώ, βάζω το ίδιο πνεύμα και στους ανθρώπους, για να τους απομακρύνω κι αυτούς. Παίρνω λίγο από τον εαυτό μου και τον εμφυσώ μέσα τους. Έχω βάλει λίγο από τον εαυτό μου μέσα σε όλους. Μόνο ένας ανόητος θα το αρνιόταν αυτό.
Και λοιπόν τι έρχεται μετά; Τι σχεδιάζεις τώρα;
Σχεδιάζω ένα πολύ μεγάλο ταρακούνημα. Ετοιμάζω κάποια πολύ άσχημα πράγματα, με τα οποία νομίζω πως θα επιτύχω μια μεγάλη παγκόσμια καταστροφή.
Α, εννοείς όλη αυτή την παγκόσμια διαμάχη και την αναταραχή που υπάρχει στον κόσμο μας.
Όχι, αυτός είναι μόνο ένας περισπασμός. Ξέρεις, είμαι πολύ καλός στους περισπασμούς. Σίγουρα θα προκαλέσω κάποια τεράστια προβλήματα παγκόσμιας κλίμακας, αλλά δεν είναι αυτό που επηρεάζει τους περισσότερους ανθρώπους. Πέρα από αυτά που θα ακούνε στις ειδήσεις, η αύξηση της τιμής του πετρελαίου για παράδειγμα, δεν επιδρά και πολύ στο δικό τους κόσμο. Τα πολύ άσχημα που ετοιμάζω αφορούν το δικό τους κόσμο και όχι τον παγκόσμιο. Οι ανόητοι, ανησυχούν για τις διαμάχες των εθνών, ενώ εγώ τους έχω σε συνεχείς διαμάχες με τους συναδέλφους τους στο ίδιο τους το γραφείο. Αγωνίες, ανασφάλειες, τσακωμοί, εντάσεις στην κάθε τους μέρα. Βρίσκονται σε πόλεμο με τους ανθρώπους που βλέπουν κάθε μέρα, με τους ανθρώπους που ζουν κάτω από την ίδια στέγη. Ακόμα και με τον άνθρωπο που μοιράζονται το ίδιο κρεβάτι. Και μια που το’ φερε η κουβέντα, έχεις προσέξει πόσο έχω αλλάξει το ποιοι μοιράζονται το ίδιο κρεβάτι στις μέρες μας; Είμαι πραγματικά περήφανος γι’ αυτό. Βλέπεις, αυτά που δείχνει η τηλεόραση είναι ο περισπασμός. Το Βιβλίο σου λέει «ν’ αγαπάς τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου». Δεν λέει ν’ αγαπάς «τα άλλα έθνη». Εγώ τους κάνω να μισούν τόσο τον πλησίον τους όσο και τα άλλα έθνη. Καλά, είμαι φοβερός!
Αλλά γιατί προκαλείς όλες αυτές τις καταστροφές;
Έχεις πατήσει ποτέ ζουζούνι; Δεν σου λέω ένα κουνούπι που μπορεί να σε τσιμπούσε ή ένα έντομο όπως η μέλισσα ή η σφήκα, αλλά ένα έντομο που δεν θα μπορούσε να σου κάνει ποτέ κακό. Και το σκότωσες μόνο γιατί είχε πλάκα.

Λοιπόν; Πάτησες ποτέ ένα ζουζούνι για να σπάσεις πλάκα; Ε, το’ κανες ποτέ σου;
Φαντάζομαι πως ναι.
Λοιπόν, πολλαπλασίασε αυτή την ευχαρίστηση επί εκατομμύρια φορές. Μου αρέσει να συνθλίβω ζωές, ελπίδες, όνειρα, τη χαρά, την ειρήνη, την ευτυχία, την υγεία, την προκοπή και την αρμονία. Απλώς μου αρέσει πάρα πολύ! Έντομα. Έτσι σας βλέπω όλους. Αβοήθητα έντομα που θέλω να πολτοποιήσω.
Θα με αφήσεις να φύγω από εδώ, για να πω στους ανθρώπους τα σχέδιά σου; Γιατί εάν σε εκθέσω, οι άνθρωποι θα σε πάρουν πιο σοβαρά και θα σε προσέχουν.
Δεν έχω σκοπό να σε σταματήσω. Δεν μπορείς να με βλάψεις ούτε εμένα ούτε τα σχέδιά μου. Έχω εκτεθεί στους ανθρώπους από την πολύ αρχή και το λέει και το Βιβλίο σου. Επιπλέον εάν διαβάζεις το Βιβλίο σου και εάν στ’ αλήθεια δεν είσαι δικός μου, τότε θα ξέρεις ότι δεν μπορώ να σε σταματήσω. Έχω εξουσία επάνω σους δικούς μου, αλλά όχι στους δικούς Του. Εγώ δεν είμαι τίποτα παραπάνω από ένας διαβολέας. Από εκεί βγαίνει και το όνομά μου. Ο διάβολος, αυτό είμαι. Οι άνθρωποι πάντα γνώριζαν τη φύση μου. 142.314.762 διέπραξαν μοιχεία φέτος. Όλοι εκτός από τρεις ήξεραν ότι είναι λάθος. Λοιπόν ξεκίνα. Πήγαινε πες τους τα και δες τι καλό θα βγει. Ήδη το ξέρουν μέσα στις καρδιές τους τι είναι κακό και τι καλό. Ο «Άλλος» έγραψε τις εντολές Του στις καρδιές τους. Εγώ απλώς έβαλα και λίγο από τον εαυτό μου μέσα. Σας κρατάω στο χέρι μου εσάς τους ανθρώπους και δεν σας αφήνω εύκολα. Αλλά από την άλλη, οι περισσότεροι από σας δεν θέλουν οι ίδιοι να με αφήσουν. Στο είπα είμαι πολύ καλός σε αυτό που κάνω.
Και τι γίνεται με τον Ιησού; Αυτόν δεν Τον φοβάσαι;
Γιατί να Τον φοβάμαι; Κοίτα το σκορ. Ακόμη και Κείνος το είπε: «επειδή, πλατιά είναι η πύλη, και ευρύχωρος ο δρόμος που φέρνει στην απώλεια (η απώλεια, είμαι εγώ) και πολλοί είναι αυτοί που μπαίνουν μέσα απ’ αυτή. Επειδή, στενή είναι η πύλη, και θλιμμένος ο δρόμος που φέρνει στη ζωή (η ζωή, είναι Εκείνος), και λίγοι είναι αυτοί που τη βρίσκουν.» Πρόσεξε ότι λέει πως πολλοί θα μπουν στο δικό μου δρόμο, αλλά μόνο λίγοι θα βρουν το δικό Του. Και να σου πω κάτι; Μη νομίσεις ότι όλοι όσοι βρίσκουν το δρόμο Του μπαίνουν σ’ αυτόν ή μένουν . Έχω πολλούς από αυτούς να στέκονται στην πόρτα. Γνωρίζοντας το σωστό δρόμο, αλλά ακόμα αναποφάσιστοι και παγιδευμένοι και χωρίς να θέλουν να εγκαταλείψουν τις απάτες μου. Ναι, κρατάω αρκετούς σε αυτή την κατάσταση. Βλέπεις, άλλο να τον βρεις το δρόμο και άλλο να τον πάρεις. Και όταν υπολογίσεις το σκορ, έχεις: Έναν ευρύχωρο δρόμο που οδηγεί σε μένα. Αυτό είναι το ισοδύναμο ενός αυτοκινητόδρομου οχτώ λωρίδων κυκλοφορίας σε ώρα αιχμής. Και έναν στενό και θλιμμένο δρόμο που οδηγεί σε Κείνον. Αυτό είναι το ισοδύναμο ενός μικρού μονοπατιού πάνω σε ένα βουνό, που το παίρνει κάποιος ταξιδιώτης καμιά φορά. Άρα γιατί να Τον φοβάμαι;
Ναι, αλλά στο τέλος θα καταστραφείς.
Και λοιπόν; Θα έχω βασιλέψει για χιλιάδες χρόνια και θα πάρω τους περισσότερους από σας μαζί μου.
Δεν έχεις καθόλου έλεος;
Το έλεος δεν είναι αντικείμενό μου. Ποτέ δεν ήταν και ποτέ δεν θα είναι. Είναι δικό Του γνώρισμα μόνο. Το αντικείμενο το δικό μου είναι η πλάνη, το ψέμα ότι θα λύσω τα προβλήματά σας και θα σας φέρω την ευτυχία. Αυτή η απάτη αποδίδει εδώ και χιλιάδες χρόνια και η επιτυχία της δε μειώνεται. Δελεάζω εσάς τους μικρούς και αδύναμους ανθρώπους με όλα τα υλικά πράγματα αυτού του κόσμου. Υλικά που σαπίζουν και εξαφανίζονται. Και εσείς οι ανόητοι συνεχίζετε να τα αγαπάτε.
Θα σε εκθέσω σε χιλιάδες ανθρώπους! Θα τους εξηγήσω ποιος είσαι στ’ αλήθεια! Θα τους κάνω να καταλάβουν!
Θα το διηγηθείς αυτό σε χιλιάδες, ίσως και σε εκατομμύρια ανθρώπους. Αλλά θα σου πω εγώ τι θα γίνει. Θα το ευχαριστηθούν. Κάποιοι θα πουν «Αμήν», κάποιοι θα το πουν και σε άλλους, αλλά δεν θα αλλάξουν. Για κάθε 3422 δικούς μου που θ’ ακούσουν αυτά που είπαμε σήμερα, μόνο ΕΝΑΣ θ’ αλλάξει. Μόνο ΕΝΑΣ. Ανόητε! Μόνο ο ένας θ’ αλλάξει. Τους άλλους θα τους κρατήσω εγώ. Και επίσης από την εμπειρία μου ξέρω, ότι και σας έχω και σας κρατάω, τους περισσότερους από σας. ΕΝΑΣ στους 3422! Εγώ θα κρατήσω τους 3421! Τι έχεις να πεις γι’ αυτό;
Ο Ιησούς Χριστός σου έχει ήδη δώσει την απάντηση:
«Σας λέω ότι έτσι θα είναι χαρά στον ουρανό για έναν αμαρτωλό που μετανοεί, περισσότερο παρά για 99 δίκαιους, που δεν έχουν ανάγκη μετάνοιας.» (Λουκάς ιε΄ 7).

Τό ἄγχος, οἱ βιοτικές μέριμνες καί ἡ οἰκογένεια

Τό ἄγχος, οἱ βιοτικές μέριμνες καί ἡ οἰκογένεια

 

Οἱ βιοτικές μέριμνες καί ἡ οἰκογενειακή εἰρήνη
«Βασική αἰτία τῆς ἀκαταστασίας στήν οἰκογένεια», λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, εἶναι «ἡ ὑπερβολική καί ἀγωνιώδης μέριμνα γιά τίς βιοτικές ἀνάγκες».
Ἄς προσέξουμε τίς λέξεις: ὑπερβολική μέριμνα καί ἀγωνιώδης. Μέριμνα θά πεῖ φροντίδα, ὑπερβολική ἀγωνιώδης φροντίδα.
Ἡ φροντίδα, ἡ ὁποία ἔχει μέσα της ἀγωνία, εἶναι αἰτία ταραχῆς. Ἡ μέριμνα εἶναι ἕνα μεγάλο λάθος. Ὁ Κύριος μᾶς εἶπε:«Μήν μεριμνᾶτε, μήν ἔχετε φροντίδα γιά τίποτα ἐκτός ἀπό τήν Βασιλεία Μου». Μάλιστα μᾶς τόνισε νά μήν ἔχουμε ποτέ ἀγωνία.

Τό «μή μεριμνᾶτε»[१], ὁ Κύριος μᾶς τό ἔδωσε ὡς ἐντολή καί ὄχι ὡς μία ἁπλῆ προτροπή.

Ἡ μέριμνα μᾶς ἀπορροφᾶ ὁλόκληρους, μᾶς γεμίζει μέ ἄγχος καί μᾶς χωρίζει ἀπό τόν μόνο ἀληθινό Θεό. Ὅταν μεριμνοῦμε γιά ὅ,τιδήποτε πλήν τοῦ Κυρίου ἀποδεικνυόμαστε ἄπιστοι στήν πράξη καί ἀνάξιοι τοῦ Θεοῦ.
Δέν τηροῦμε τήν πρώτη Ἐντολή πού ἀπαιτεῖ ἀπό ἐμᾶς τό ὁλοκληρωτικό δόσιμο στόν Θεό: « Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου» (Μαρκ. 12, 30) μᾶς λέγει.  
Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος ὑποδουλωθεῖ στίς βιοτικές μέριμνες, δίδει ὅλην του τήν ψυχή, ὅλην του τήν δύναμη (ψυχική καί σωματική), ὅλην του τήν καρδιά σ’ αὐτές χάνοντας τήν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ καί γεμίζοντας τήν ὕπαρξή του μέ ἄγχος. Συνάμα ταράζει καί τούς γύρω του, τήν οἰκογένειά του· μεταδίδει τό ἄγχος του, ἰδίως ἡ μητέρα πρός τά παιδιά
«Γιά τοῦτο ἀκριβῶς καὶ σᾶς λέγω, μὴ φροντίζετε μὲ στενοχωρίαν καὶ ἀγωνίαν διὰ τὴν ζωήν σας, δηλαδὴ διὰ τὸ τί θὰ φάγετε καὶ τὸ τί θὰ πίετε, οὔτε καὶ διὰ τὸ σῶμα σας μὲ τί θὰ ἐνδυθῆτε. Δὲν ἀξίζει ἡ ζωὴ περισσότερον ἀπὸ τὴν τροφὴν καὶ τὸ σῶμα ἀπὸ τὸ ἔνδυμα; (Ὁ Θεός, ποὺ σᾶς ἔδωσε τὸ πολυτιμότερον, δὲν θὰ σᾶς δώση καὶ τὸ κατώτερον;).
Παρατηρῆστε τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἴδετε ὅτι αὐτὰ οὔτε σπέρνουν οὔτε θερίζουν οὔτε συγκεντρώνουν τροφές σέ ἀποθῆκες. Καὶ ὅμως ὁ Πατέρας Σας ὁ οὐράνιος τὰ τρέφει. Σεῖς δὲν ἔχετε ἀσυγκρίτως μεγαλύτερη ἀξία ἀπὸ αὐτά;
Ποιὸς δὲ ἀπό σᾶς, ὅσες πολλές καί μεγάλες φροντίδες καὶ ἂν καταβάλη, ἠμπορεῖ νὰ προσθέση στὸ ἀνάστημά του ἕνα πῆχυν; Καὶ ὅμως σᾶς λέγω τοῦτο, οὔτε καὶ αὐτὸς ὁ Σολομών μὲ ὅλην του τὴν βασιλικὴν μεγαλοπρέπειαν καὶ δόξαν δὲν ἐφόρεσε ποτὲ ἕνα τόσον περίλαμπρον ἔνδυμα ὡσὰν αὐτό, μὲ τὸ ὁποῖον περιβάλλεται ἕνα ἀπὸ τὰ ταπεινὰ αὐτὰ ἄνθη.
Ἐὰν δὲ ὁ Θεὸς ἐνδύη μὲ τόσην λαμπρότητα τὰ χορτάρια τοῦ ἀγροῦ, ποὺ σήμερα ὑπάρχουν καὶ αὔριον ρίπτονται στὸν φοῦρνον, δὲν θὰ ἐνδύση πολὺ περισσότερόν ἐσᾶς, ὀλιγόπιστοι; Λοιπὸν μὴ κυριευθῆτε ποτὲ ἀπὸ τὴν ἀνήσυχη μέριμνα καὶ μὴ λέτε συνεχῶς, τί θὰ φᾶμε  ἤ τί θὰ πιοῦμε ἤ τί θὰ ντυθοῦμε;
Διότι οἱ εἰδωλολάτρες (ποὺ δὲν γνωρίζουν τὰ αἰώνια ἀγαθὰ καὶ τὴν στοργικὴ πρόνοια τοῦ Θεοῦ), ἐπιζητοῦν ἀποκλειστικά καὶ μόνον αὐτὰ τὰ φθαρτὰ ἀγαθά. Σεῖς ὅμως μὴν κυριεύεσθε ἀπὸ τέτοιες μέριμνες, διότι ὁ Πατέρας Σας ὁ οὐράνιος γνωρίζει ὅτι ἔχετε ἀνάγκην ἀπὸ ὅλα αὐτά, καὶ σὰν πανάγαθος, ποὺ εἶναι, θὰ σᾶς τὰ δώση. Ζητεῖτε δὲ κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀρετὴν ποὺ θέλει ἀπὸ σᾶς ὁ Θεός, καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ θὰ σᾶς δοθοῦν μαζί μὲ τὰ ἀνεκτίμητα ἀγαθὰ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.
Λοιπὸν μὴ καταληφθῆτε ποτὲ ἀπὸ τὴν ἀνήσυχη μέριμνα γιά τίς ἀνάγκες τῆς αὐριανῆς ἡμέρας. Διότι ἡ αὔριο θὰ φροντίση γιά ὅσα θὰ χρειασθῆτε κατ’ αὐτήν. Σέ κάθε ἡμέρα ἀρκοῦν οἱ ἰδικές της ἀσχολίες καὶ τὰ ἰδικὰ της βάσανα»[2].
Οἱ ὑπερβολικές βιοτικές φροντίδες, οἱ ἀγωνιώδεις γήινες μέριμνες γιά δουλειά, λεφτά, κοινωνική καταξίωση, ὑλικές ἀπολαύσεις, ἀνθρώπινη δόξα, πολύ ἀπομακρύνουν τούς γονεῖς καί τήν οἰκογένεια ἀπὸ τὸν Θεό γεμίζοντας την μέ ταραχή.
Εἶναι σὰν τὰ πολὺ μακριὰ φορέματα τά ὁποῖα δέν ἐπιτρέπουν στούς συζύγους νά βαδίσουν, νά τρέξουν πρός τόν Θεό μαζί μέ τά παιδιά τους.
«Ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν καταληφθεῖ πολὺ ἀπὸ τὶς μέριμνες τῆς ζωῆς σύρονται στὰ χαμηλὰ σὰν παχιὲς ὄρνιθες μαζὶ μὲ τὰ ζῶα πού βόσκουν στή γῆ, ἔχοντας τὰ φτερὰ χωρὶς σκοπό»[3], λέει ὁ Μέγας Βασίλειος.
Οἱ ἀγωνιώδεις ὑπερβολικές γήινες φροντίδες γιά τήν οἰκογένεια, τό σπίτι, τό φαγητό, τήν ἐπιπλωση, τά παιδιά, τίς «δραστηριότητες» τῶν παιδιῶν -πού ἐν πολλοῖς εἶναι ἄχρηστες ἤ καί ζημιογόνες- ὁδηγοῦν σέ ἀπώλεια πολύτιμου ψυχικοῦ δυναμικοῦ τῶν συζύγων.
Ὁ πατέρας καί ἡ μητέρα φορτισμένοι ἀπ’ ὅλα αὐτά μέ σφίξιμο στήν ψυχή καί ἀγωνία στά μάτια προσπαθοῦν μάταια ν’ ἀνταποκριθοῦν στίς λεγόμενες «καθημερινές ἀπαιτήσεις».
Πόσο ὅμως αὐτές οἱ λεγόμενες ἀνάγκες εἶναι ἀληθινές ἀνάγκες;
Στήν πραγματικότητα εἶναι ὑπερβολικές, «κατασκευασμένες» καί οὐσιαστικά ἀνύπαρκτες «ἀνάγκες», τίς ὁποῖες δημιουργεῖ τό σύγχρονο marketing, οἱ διαφημίσεις, τά ΜΜΕ, καί ἡ φιλαυτία μας μέ τά τρία ἔκγονά της: τήν φιλοδοξία, τήν φιλαργυρία καί τήν φιληδονία.
Ὁ Κύριος μᾶς εἶπε ὅτι στήν πραγματικότητα καμμία ἀνάγκη δέν ἔχουμε παρά μόνο μία… «Ἑνός ἐστί χρεία»: Τοῦ νά μοιάσουμε στή ἁγία Μαρία τήν ἀδελφή τοῦ ἁγίου Λαζάρου· τοῦ νά καθίσουμε στά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί ν’ ἀκούσουμε τοῦ λόγου Του. Αὐτή εἶναι ἡ «ἀγαθή μερίδα» πού φέρνει τήν βαθειά εἰρήνη στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἀλλά καί στήν καρδιά τῆς οἰκογένειας.
Οἱ ὑπερβολικές καί ἀγωνιώδεις βιοτικές φροντίδες ὁδηγοῦν ἀναπόφευκτα στήν ἀπώλεια πολύτιμου πνευματικοῦ-ψυχικοῦ-σωματικοῦ δυναμικοῦ τόσο ἀπαραίτητου γιά τίς καθημερινές πνευματικές ἀσκήσεις καί προπάντων γιά τήν προσευχή. Χωρίς ἀδιάλειπτη προσευχή χάνεται ὁ Χριστός, χάνεται ἡ Θεία Χάρη (ἀπενεργοποιεῖται), χάνεται ἡ ἀληθινή εἰρήνη.
Οἱ πολλές βιοτικές μέριμνες, ἀπενεργοποιοῦν τή Θεία Χάρη πού λάβαμε κατά τό Ἅγιο Βάπτισμά μας.
Ἀλλοίμονον! Σέ τί τραγική κατάσταση βρισκόμαστε! Ἡ Θεία Χάρη ἔχει καταντήσει ἀνενεργός στούς περισσότερους ἀπό τούς βεβαπτισμένους.
Αἰτία: ἡ ἄγνοια τοῦ Θεοῦ καί τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα· πρό πάντων δέ ἡ ὑπερβολική ἐνασχόληση μέ τά βιοτικά. Ὁ Κύριος παρομοίασε τίς βιοτικές μέριμνες μέ τά ἀγκάθια τά ὁποῖα πνίγουν τόν σπόρο πού ἀρχίζει νά βλαστάνει.
-Ἀπό ποῦ ὅμως πηγάζουν οἱ μέριμνες, οἱ ἀγωνιώδεις φροντίδες πού κατατρώγουν σχεδόν ὅλους τούς σύγχρονους ἀνθρώπους καί μάλιστα τούς συζύγους;
-Ἀπό τήν ὀλιγοπιστία μας.
Ἡ ὀλιγοπιστία στόν Θεό καί στήν Θεία Πρόνοια Του ὠθεῖ τόν ἄνθρωπο στό νά ἀναζητήσει ἄλλα στηρίγματα καί ἄλλου εἴδους προστασία καί «ἐξασφάλιση».
Ἠ πρόταση τοῦ πονηροῦ καί τῆς διεφθαρμένης μας λογικῆς εἶναι ἕτοιμη: «Τά χρήματα. Τά χρήματα εἶναι τό πᾶν. Στηρίξου σ’ αὐτά. Κυνήγησέ τα…».
Ἄν ὑποταχθεῖ ὁ ἄνθρωπος, ὁ σύζυγος-πατέρας καί ἡ σύζυγος-μητέρα, καί ἀκολουθήσουν τήν ὑποβολή τοῦ πονηροῦ, τότε γεμίζουν μέ μέριμνες καί ἀγωνιώδεις φροντίδες.
Τότε μπαίνουν στήν διαδικασία τοῦ νά γίνουν πλούσιοι ἤ τουλάχιστον νά ἔχουν μία «καλή δουλειά», γιά νά εἶναι «ἐξασφαλισμένοι αὐτοί καί τά παιδιά τους».
Γίνονται ἔτσι δοῦλοι τῶν γήινων ἐπιθυμιῶν τους καί ὑπηρετοῦν τό μαμωνᾶ, δηλαδή τόν διάβολο καί τά πάθη (φιλαργυρία, φιληδονία καί φιλοδοξία). Ἔχουν κάνει πλέον ἄλλο Θεό. Πλανῶνται βέβαια ἄν νομίζουν ὅτι «πιστεύουν» ἀκόμη στόν ἀληθινό Θεό.
Ἡ εἰρήνη ἀπό τήν οἰκογένεια ἔχει χαθεῖ πρό πολλοῦ, ἀφοῦ πρῶτα χάθηκε ἀπό μέσα τους. Οἱ ψυχές τους τώρα μία ἀγωνία ἔχουν:«Πῶς θά ἔχουν χρήματα ὅσο γίνεται περισσότερα». Ὁ νέος τους κύριος, ὁ Μαμωνᾶς, εἶναι πολύ ἀπαιτητικός· τούς θέλει ὁλόκληρους, «ψυχῇ καί σώματι» δοσμένους στήν ὑπηρεσία του.
Ὁ Κύριος ὅμως μᾶς τό ξέκαθάρισε ὅτι δέν μποροῦμε νά δουλεύουμε σέ δύο κυρίους. «Κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπηρετῆ συγχρόνως δύο κυρίους· διότι ἤ θὰ μισήση τὸν ἕνα καὶ θὰ ἀγαπήση τὸν ἄλλον ἤ θὰ προσκολληθῆ στὸν ἕνα καὶ θὰ καταφρονήση τὸν ἄλλο.
Καὶ σεῖς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπηρετῆτε τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλοῦτον· ἤ θὰ ἀγαπήσετε τὸν Θεὸν καὶ θὰ περιφρονήσετε τοὺς ἐπιγείους θησαυροὺς ἤ θὰ ὑποδουλωθῆτε εἰς αὐτοὺς καὶ θὰ καταφρονήσετε τὸν Θεόν»[4]. Ἐκεῖ πού εἶναι ὑποδουλωμένος κάποιος ἐκεῖ καί προσκυνᾶ, ἐκεῖ καί πιστεύει, ἐκεῖ καί λατρεύει.
Ποῦ δίνουμε τό χρόνο μας , τή σκέψη μας καί τήν καρδιά μας; Στά χρήματα, στή μάταιη δόξα τῶν ἀνθρώπων, στίς ἡδονές; Αὐτά τότε εἶναι πού ἔχουμε ὡς θεούς, αὐτά προσκυνᾶμε, αὐτά λατρεύουμε, σ’ αὐτά πιστεύουμε, γι’ αὐτά μεριμνοῦμε, γι’ αὐτά ἀγωνιοῦμε…Αὐτά γίνονται αἰτία νά μήν ὑπάρχει ποτέ εἰρήνη στίς ψυχές τῶν συζύγων ὁπότε οὔτε καί στήν οἰκογένεια.
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μᾶς συμβουλεύουν νά ἐλευθερωνόμαστε ἀπό τίς ἀγωνιώδεις βιωτικές φροντίδες καί ἀπό τό κοσμικό φρόνημα σκεπτόμενοι τόν ἐπικείμενο θάνατό μας καί τήν ἄδηλο κρίση τοῦ Θεοῦ.
Ὁ ἅγιος Ἠσαΐας ὁ Ἀναχωρητὴς λέει χαρακτηριστικά: «Ἔχε μπροστὰ στὰ μάτια σου τὸν θάνατο, κάθε μέρα· συνεχῶς νὰ σκέπτεσαι τὸ πῶς θὰ χωριστεῖς ἀπὸ τὸ σῶμα σου, πῶς θὰ περάσεις ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους ποὺ θὰ σὲ συναντήσουν στὸν ἀέρα καὶ πῶς θὰ παρουσιαστεῖς ἐνώπιόν του Θεοῦ! Προετοιμάσου γιὰ ἐκείνη τὴ Φοβερὴ Ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποία θὰ σὲ βρεῖ ἡ Κρίση τοῦ Θεοῦ, σὰν νὰ τὴν βλέπεις ἤδη ἀπὸ τώρα!»[5].
Οἱ βιοτικές μέριμνες μᾶς κάνουν νά ξεχνοῦμε τό πιό βέβαιο γεγονός τῆς γήινης ζωῆς μας, πού κάθε στιγμή μᾶς πλησιάζει ὅλο καί περισσότερο: τόν θάνατο…
Κάθε βῆμα πού κάνουμε, μᾶς διδάσκει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, πρέπει νά σκεπτόμεθα ὅτι εἶναι ἕνα βῆμα πού μᾶς φέρνει πλησιέστερα πρός τόν τάφο. Θά πρέπει συχνά νά ἐπισκεπτόμεθα τά κοιμητήρια γιά νά διδασκόμαστε ἀπό αὐτά τήν προσωρινότητα τῆς ζωῆς αὐτῆς.
«Ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ πεθάνουμε ποτέ», παρατηρεῖ ὁ μέγας ἱεροκήρυκας Ἠλίας Μηνιάτης, «ἀλλὰ πρόκειται νὰ ζήσουμε στὸν κόσμο αἰωνίως, ἂς εἶναι, ἂς γίνωμε δοῦλοι δικοί του γιὰ νὰ τὸν χαροῦμε. Ἄλλα ἐὰν εἴμαστε θνητοί, μία φούχτα χῶμα, καὶ σήμερα ἢ αὔριο πεθαίνουμε καὶ διαλυόμαστε, ἂν αὐτὸς ὁ κόσμος εἶναι πρόσκαιρος, «παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου»[6] λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἂν λοιπὸν ἐμεῖς ἐδῶ εἴμαστε διαβάτες καὶ ἡ πατρίδα μας εἶναι στὸν οὐρανό, ἂν ἐμεῖς ἔχουμε ἀφεντικὸ καὶ Πατέρα μόνο τὸν Θεό, ἂν στὸ ἅγιο Βάπτισμα Τοῦ ὑποσχεθήκαμε νὰ εἴμαστε πιστοί Του δοῦλοι, τότε τὸν Θεὸ ἂς ὑπηρετοῦμε «ἐξ ὅλης της διανοίας μας καὶ ἐξ ὅλης της ψυχῆς μας καὶ ἐξ ὅλης της ἰσχύος μας»»[7].
Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι θά γίνουμε ὀκνηροί, ὅτι θά γίνουμε ἀδιάφοροι καί δέν θά κάνουμε αὐτά πού πρέπει, αὐτά πού μᾶς πληροφορεῖ ἡ συνείδηση καί ἡ λογική.
Ἀντίθετα θά κάνουμε ὅ,τι πρέπει, ἀλλά χωρίς ἄγχος, χωρίς ἀγωνία. Καλλίτερα νά μήν γίνει ἡ ὅποια «δουλειά» παρά νά γίνει μέ ἄγχος, ἀγωνία, ψυχική ἀκαταστασία καί ταραχή τῆς ψυχῆς τῶν ἄλλων καί τῆς δικῆς μας.
Ὁ Κύριος μᾶς εἶπε ὅτι πρέπει νά ζητᾶμε συνεχῶς τήν Βασιλεία Του καί τήν δικαιοσύνη Του( δηλ. τήν σύνολη ἀρετή). Γιά ὅλα τά ὑπόλοιπα, τά βιοτικά θά φροντίσει Ἐκεῖνος.
Ἐμεῖς θά προσπαθήσουμε νά Τόν ἔχουμε Βασιλιά μέσα μας καί Ἐκεῖνος θά μᾶς προσθέσει ὅλα αὐτά τά γήινα, πού σάν ἄνθρωποι γνωρίζει ὅτι χρειαζόμαστε: Τί θά φᾶμε δηλαδή, τί θά πιοῦμε, πῶς θά ζήσουμε, πόσα χρήματα θά ἔχουμε ἄν πρέπει νά ἔχουμε χρήματα κλπ., κλπ.
Ἐμεῖς ἄς ζητᾶμε πάντοτε νά γίνεται τό θέλημά Του καί νά ἐπικρατεῖ ἡ ἀρετή στή ζωή μας, καί Ἐκεῖνος θά μᾶς δώσει ἕτοιμα ὅλα ὅσα χρειαζόμαστε γιά τήν βιολογική μας συντήρηση. «Ζητεῖτε πρῶτον τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιωσύνην Αὐτοῦ καί ταῦτα πάντα (τά βιοτικά) προστεθήσενται ὑμῖν».
Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

Γέροντας Παΐσιος: Αν καλοπερνάς δεν σε κάνει καρδιά και… να πεθάνεις!!!

Γέροντας Παΐσιος: Αν καλοπερνάς δεν σε κάνει καρδιά και… να πεθάνεις!!!



Διονυσιάτης ιερομόναχος επισκέφτηκε τον π. Παΐσιο, όταν πλέον η ασθένεια
του Γέροντα βρισκόταν στο αποκορύφωμά της για να τον παροτρύνει να πάει σε γιατρό.
Μην ξεχνάμε πως η άσκηση και ο πόνος συνόδευαν ισοβίως τον Γέροντα.Υπέφερε,
πονούσε, λοιπόν, πολύ ο Γέροντας και ο ιερομόναχος τον ρώτησε :
-Γέροντα εσείς είπατε πως όταν χρειάζεται να καταφεύγουμε στους γιατρούς.
Τώρα εσείς γιατί δεν πηγαίνετε σε γιατρό;
-Καλά, του λέει ο Γέροντας, δεν είπα και ανάθεμα αν δεν πάει κάποιος σε γιατρό!
Βρε ευλογημένε, σκέψου: πώς θα πάω εκεί επάνω-εννοώντας την Βασιλεία του
Θεού- χωρίς να πονέσω, να δοκιμαστώ, να κακοπαθήσω;
Θα είμαι τελείως άγνωστος εκεί, γιατί εκεί κανείς δεν θα είναι που να μην πόνεσε,
είτε με ασθένεια , είτε με εκούσια άσκηση.
Πρέπει να ζούμε με τέτοια κακοπάθεια που να προτιμούμε να φύγουμε απ΄αυτήν
την ζωή, γιατί αλλιώς-εδώ που τα λέμε παπά μου μεταξύ μας -αν καλοπερνάς,
μετά δεν σε κάνει καρδιά και να πεθάνεις(!), συνέχισε ο Γέροντας!
Αμέσως μετά λέει στον Ιερομόναχο: Είπα και εγώ παπά μου τι θα μου πεις.
Για σκέψου: πόσος πόνος και θλίψεις, πόσες δοκιμασίες και πειρασμούς
έχουν οι άνθρωποι που έρχονται εδώ, πόσο κόπο και έξοδα κάνουν φτωχοί
άνθρωποι για φτάσουν μέχρι εδώ και να βρουν το καλύβι μου κλειστό,
γιατί έχω πάει εγώ να φροντίσω τον εαυτό μου;….
Ο Γέροντας (όπως αναφέρουν και τα πνευματικά του τέκνα) το μόνο που ζητούσε
με ένταση από τον Θεό ήταν να βοηθά τους τούς πάσχοντες αδελφούς που δεν
σταματούσαν να προσέρχονται ζητώντας βοήθεια.
Πώς να μην συγκινηθεί μετά ο καλός Θεός και να μην εισακούει τις προσευχές του;
Αλήθεια, αγαπητοί αναγνώστες, πόσο πρέπει να μας παραδειγματίζει και εμάς
η θυσία αγάπης και προσφοράς του Γέροντα για τους αδελφούς…
Αναρωτηθήκαμε αν εμείς με την σειρά μας θυσιάζουμε κάτι από το χρόνο μας,
από την καλοπέρασή μας, για την αγάπη των αδελφών μας και πόσο προστρέχουμε
στις ανάγκες τους;
Μακάρι να το πράττουμε για την δόξα του Θεού και τη δική μας σωτηρία.
πηγή, π. Νεκτάριος Σαββίδης

_________________
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με !

Ἐξομολόγοι ἤ ψυχολόγοι;

Ἐξομολόγοι ἤ ψυχολόγοι; «Αυτοί που δεν είναι καλά πνευματικά, είναι μερικοί ιερωμένοι που σπουδάζουν ψυχολογία, για να βοηθήσουν τις ψυχές (με ανθρώπινες τέχνες)».(Γέρων Παΐσιος)



Ἔγραφε ὁ Γέρων Παΐσιος:
«Αυτοί που δεν είναι καλά πνευματικά, είναι μερικοί ιερωμένοι που σπουδάζουν ψυχολογία, για να βοηθήσουν τις ψυχές (με ανθρώπινες τέχνες). Και το παράξενο είναι που οι δάσκαλοί τους οι ψυχολόγοι δεν πιστεύουν στον Θεό και δεν παραδέχονται ούτε ψυχή, ή την παραδέχονται με ένα δικό τους τρόπο (σχεδόν όλοι). Από αυτήν την πράξη τους οι κληρικοί αυτοί φανερώνουν ότι πνευματικά είναι άρρωστοι και έχουν ανάγκη από Αγιοπατερικές εξετάσεις, και, αφού θεραπευθούν, τότε θα διακρίνουν και μόνοι τους το άρρωστο αυτό πνεύμα και θα γνωρίσουν παράλληλα και τη θεία Χάρη, για να χρησιμοποιούν στο εξής τις ψυχές που πάσχουν την θεία ενέργεια και όχι τις ανθρώπινες τέχνες.
Όταν ο άνθρωπος βοηθηθεί να πιστέψει στο Θεό και στη μέλλουσα ζωή, την αιώνιο – συλλάβει δηλαδή το βαθύτερο νόημα της ζωής – και μετανοήσει, αλλάξει ζωή, έρχεται αμέσως η θεία παρηγοριά με τη Χάρη του Θεού, η οποία αλλοιώνει τον άνθρωπο, διώχνοντας και όλα τα κληρονομικά του. Έτσι έγινε σε πολλούς ανθρώπους που μετανόησαν, αγωνίστηκαν με φιλότιμο ταπεινά, χαριτώθηκαν, έγιναν και Άγιοι και τους προσκυνάμε τώρα με ευλάβεια και ζητάμε και τις πρεσβείες τους, ενώ πριν είχαν πολλά πάθη και κληρονομικά.

Επί παραδείγματι, ο Όσιος Μωυσής ο Αιθίοψ, ενώ πριν ήταν ο πιο αιμοβόρος ληστής, με κληρονομική κακία, μόλις πίστεψε στον Θεό, μετανόησε, ασκήθηκε, έφυγαν όλα τα πάθη, τον επισκέφθηκε η Χάρις του Θεού και αξιώθηκε να λάβει ακόμα και το προφητικό χάρισμα. Πέρασε δε στην ευαισθησία ακόμα και το Μέγα Αρσένιο, ο οποίος ήταν από τη μεγαλύτερη αρχοντική οικογένεια της Ρώμης, με κληρονομικές αρετές και επιστημονική μεγάλη μόρφωση.
Επομένως, το παν είναι η Χάρις του Θεού και την ψυχή μπορεί να την βοηθήσει μόνο χαριτωμένος Πνευματικός, με πίστη, που αγαπάει την ψυχή και την πονάει, γιατί γνωρίζει τη μεγάλη της αξία, την βοηθάει στη μετάνοια, την ξαλαφρώνει με την εξομολόγηση, την ελευθερώνει από το άγχος και την οδηγεί στον Παράδεισο ή πετάει το λογισμό με τον οποίο βασανίζει την ευαίσθητη ψυχή ο πονηρός, και θεραπεύεται. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αρρώστια στον κόσμο από το λογισμό, όταν δηλαδή πείσει ο διάβολος τον άνθρωπο με λογισμούς ότι δεν είναι καλά. Όπως δεν υπάρχει και ανώτερος γιατρός σ’ αυτές τις περιπτώσεις από τον έμπειρο Πνευματικό, που εμπνέει εμπιστοσύνη με την αγιότητά του και πετάει αυτούς τους λογισμούς από τα ευαίσθητα πλάσματα του Θεού και θεραπεύει ψυχές και σώματα δίχως φάρμακα, με τη Χάρη του Θεού, και τις εξασφαλίζει και τον Παράδεισο».
Πηγή:  Γέροντος Παϊσίου ‘’Επιστολές’’ α’ έκδοση 1994, σελ. 102-103. Σημειώνω, εδώ, ότι πρόκειται για κείμενα που ο ίδιος ο γέροντας έγραψε με το χέρι του, κι αυτό έχει σημασία. (Ἀπό τό βιβλίο τοῦ
Σωτήρη Αδαμίδη:Θεραπευτική των πατέρων & ψυχανάλυση, Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ ΑΘ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ).