Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

ΔΙΟΡΙΑ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΩΣ ΤΟ ΠΡΩΙ

ΔΙΟΡΙΑ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΩΣ ΤΟ ΠΡΩΙ

Ο Χρυσαύριος ήταν ένας πλούσιος του κόσμου τούτου,με πολλά πάθη, φουσκωμένος από υπερηφάνεια και υποταγμένος στις σαρκικές ηδονές, φλεγόμενος από την πλεονεξία και την φιλαργυρία.Ο Θεός όμως,επέτρεψε, να βάλει τέλος σε όλα αυτά τα πάθη του κι επέτρεψε να πέσει, σε θανατηφόρα ασθένεια.Φτάνοντας στην ώρα του θανάτου, είδε με ανοιχτά τα μάτια του,...να στέκονται μπροστά του φοβερά και σκοτεινά πνεύματα που με βία,τον πίεζαν,για να τον αρπάξουν.Του υπενθύμιζαν όλα τα κακά που έχει κάνει,τους ανθρώπους που έβλαψε και καταλήστεψε,τις πόρνες και τις εταίρες των σπιτιών που πήγαινε,τις βλασφημίες εναντίον του Θεού και των ανθρώπων.Άρχισε λοιπόν, να τρέμει,να χλωμιάζει,να ιδρώνει και με κραυγές να ζητάει αναβολή και τον γυιό του τον Μάξιμο,που ήταν μοναχός, με ταραγμένη φωνή, να τον προσκαλεί,,,Μάξιμε,τρέξε,,,Ποτέ δεν σου έκανα κακό,,,Σώσε με,με την δική σου πίστη.Θορυβημένος και κλαίγοντας ο Μάξιμος έφτασε στο σπίτι,μαζί με άλλους,που αντιλήφθηκαν την παρουσία των δαιμόνων, από τα λόγια του πατέρα,την χλωμάδα και την συμπεριφορά του.Αφού λοιπόν, απελπίστηκε για την λυτρωσή του,άρχισε, να κραυγάζει με μεγάλη φωνή,,,Διορία τουλάχιστον, ως το πρωί.Διορία τουλάχιστον ως το πρωί,,,Και μ' αυτές τις φωνές, ξεψύχησε.Από τούτο γίνεται φανερό,πως, όχι για τον εαυτό του,αλλά για μας τα είδε όλα αυτά,για να τα μάθουμε εμείς, να φοβηθούμε και να διορθωθούμε.
 
* Αγίου Γρηγορίου του Διαλόγου 
 

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2013

Θεολογικὸ σχόλιο στὸ ἄρθρο τοῦ Μεγ. Πρωτοπρ. τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου κ. Γεωργίου Τσέτση μὲ τίτλο «Ἡ ἄγνωστη στὴν Ἑλλάδα πλευρὰ τῆς Οἰκουμενικῆς κίνησης»

Θεολογικὸ σχόλιο στὸ ἄρθρο τοῦ Μεγ. Πρωτοπρ. τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου κ. Γεωργίου Τσέτση μὲ τίτλο «Ἡ ἄγνωστη στὴν Ἑλλάδα πλευρὰ τῆς Οἰκουμενικῆς κίνησης»

Μὲ μεγάλη ἔκπληξη εἴδαμε δημοσιευμένη στὸ διαδίκτυο ἄρθρο τοῦ Μεγ. Πρωτοπρ. π. Γεωργίου Τσέτση, στὸ ὁποῖο σχολιάζει, στὴν οὐσία λογοκρίνει, τὴν ἐγκύκλιο τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιῶς κ. Σεραφεὶμ ἐπὶ τῇ εὐκαιρία τῆς Κυριακῆς της Ὀρθοδοξίας. Ἐπειδὴ τὸ ἄρθρο τοῦ ὡς ἄνω κληρικοῦ ἀδικεῖ τὴν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο τῆς ἐγκυκλίου τοῦ Σεβασμιωτάτου, θεωρήσαμε ἀναγκαῖο, νὰ προχωρήσουμε στὸν σχολιασμό, ποὺ ἐπακολουθεῖ, ὄχι γιατί ἐλπίζουμε νὰ πείσουμε τὸν συγγραφέα σὲ κάποιες ἀλήθειες, ἀλλὰ κυρίως γιὰ νὰ διαφωτίσουμε τοὺς ἀναγνῶστες ἐκείνους, ποὺ ἔτυχε νὰ διαβάσουν τὸ ἄρθρο του καὶ προβληματίστηκαν πάνω στοὺς ἰσχυρισμούς του.

Κατ’ ἀρχὴν ὁ π. Γεώργιος ἀμφισβητεῖ ὁποιαδήποτε σχέση συνεργασίας καὶ συμπορεύσεως μεταξύ του Σιωνισμοῦ (καὶ τοῦ ἐκτελεστικοῦ βραχίονός του, τῆς Μασωνίας) μὲ τὸν Οἰκουμενισμό. Ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ Σεβασμιωτάτου ὅτι «ὑπάρχει ἕνα προκαθορισμένο σχέδιο ἑνώσεως», τὸ ὁποῖο προωθεῖ ἡ Μασωνία καὶ ὁ Διεθνὴς Σιωνισμὸς καὶ τὸ ὁποῖο ἀποσκοπεῖ στὴν ἕνωση ὅλων των ἁπανταχοῦ της γῆς ὁμολογιῶν καὶ θρησκειῶν σὲ μιὰ «πανθρησκεία μὲ ἀρχηγὸ τὸν αἱρεσιάρχη Πάπα τῆς Ρώμης ὁ ὁποῖος θὰ παραδώσει τὴν παγκόσμια ἐξουσία στὸν Ἀντίχριστο» εἶναι κατὰ τὸν συγγραφέα «τραβηγμένος ἀπὸ τὰ μαλλιά». Τὸ ὡς ἄνω σχέδιο ἑνώσεως εἶναι ἕνα «παράδοξο καὶ ξενίζον μακιαβελικὸ σχέδιο», ἀποτελεῖ δὲ «σενάριο», μὴ ἔχον ἐρείσματα ἀπὸ ἔγκυρες πηγές. Παρὰ κάτω προσθέτει, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς «ὅτι πίσω ἀπὸ κάθε οἰκουμενιστικὴ ἐνέργεια βρίσκεται ὁ δάκτυλος τοῦ Σιωνισμοῦ» εἶναι «ἕωλος». Ἀπόδειξις οἱ μύδροι «ποὺ ἐκτοξεύουν, ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1950 ἤδη, διάφορα Σιωνιστικὰ κέντρα κατὰ τοῦ ΠΣΕ…». Κατ’ ἀρχὴν διαφεύγει τῆς προσοχῆς τοῦ π. Γεωργίου τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ὡς ἄνω ἐγκύκλιος δὲν ἀποτελεῖ ἐπιστημονικὴ διατριβή, ὥστε νὰ ὑπάρχη ἡ ἀναγκαιότης παραπομπῶν σὲ πηγές, ἀλλὰ ἔχει σκοπὸ καθαρὰ ποιμαντικό, ἀποβλέπει δηλαδὴ στὴν ἐνημέρωση καὶ πνευματικὴ οἰκοδομὴ τοῦ πιστοῦ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας του. Αὐτὸ καθόλου δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν ὑπάρχουν οἱ πηγὲς καὶ ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ αὐτοὶ ἀποτελοῦν «σενάριο», ἀποκύημα φαντασίας. Μεταξὺ Σιωνισμοῦ καὶ Οἰκουμενισμοῦ ὑπάρχει στενώτατη σχέσις καὶ παράλληλη πορεία. Καὶ τοῦτο διότι, ὅπως θὰ ἀποδειχθῆ στὴ συνέχεια, οἱ ἐπιδιώξεις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, (Διαχριστανικοῦ καὶ Διαθρησκειακοῦ) ἐξυπηρετοῦν ἄριστα τα σχέδια τοῦ Διεθνοῦς Σιωνισμοῦ. Ὅπως ἀποκαλύπτουν οἱ ἴδιοι οἱ Σιωνιστὲς στὰ «Πρωτόκολλα τῶν Σοφῶν τῆς Σιών»: «Δὲν θὰ ἀναγνωρίσωμεν», γράφουν, «τὴν ὕπαρξιν ἄλλης θρησκείας πλὴν τοῦ ἑνὸς θεοῦ ἠμῶν, μὲ τὸν ὁποῖον ἡ εἱμαρμένη μας εἶναι συνδεδεμένη…Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ὀφείλομεν νὰ καταστρέψωμεν πᾶσαν πίστιν» (Πρωτόκολλα κεφ. ΙΔ΄). Σὲ ἄλλο σημεῖο γράφουν: «Ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων θὰ εἶναι ὁ ἀληθὴς πάπας τῆς οἰκουμένης, ὁ πατριάρχης τῆς Διεθνοῦς Ἐκκλησίας» (Πρωτόκολλα κεφ. ΙΖ΄). Πολὺ εὔστοχα παρατηρεῖ ὁ ἀείμνηστος π. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος: «Ἀλλὰ δι’ αὐτὴν τὴν ‘Διεθνῆ Ἐκκλησίαν’, ὡς γνωστὸν ἀγωνίζεται καὶ ὁ Οἰκουμενισμός. Διότι μὲ τὸ ἑνωτικὸ πρόβλημα, ποὺ ἔχει δημιουργήσει, προχωρεῖ ἀκάθεκτα στὴν καταστροφὴ τῆς πίστεως, στὴν ἐκθεμελίωση τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τὴν δημιουργίαν μιᾶς ‘παγκοσμίου Ἐκκλησίας’ καὶ μιᾶς παγκοσμίου θρησκείας».[1] Πιὸ συγκεκριμένα ὁ Οἰκουμενισμὸς ἐπιδιώκει τὴν σύγκλιση ὅλων των χριστιανικῶν ὁμολογιῶν καὶ τῶν μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν, σὲ πρῶτο στάδιο σὲ διαχριστιανικὸ ἐπίπεδο καὶ κατόπιν σὲ διαθρησκειακό, μὲ ἀπώτερο σκοπὸ τὴν δημιουργία μιᾶς πανθρησκείας. Ἡ σύγκλισις αὐτὴ βλέπουμε ἤδη, νὰ πραγματοποιεῖται στὶς μέρες μας μὲ τὶς συμπροσευχές, τοὺς Διαχριστιανικοὺς καὶ Διαθρησκειακοὺς Διαλόγους, μὲ τὸν ὑπερτονισμὸ τῆς ἀγάπης καὶ τὴν ὑποβάθμιση τῶν δογματικῶν διαφορῶν, τὴν ἀνοικοδόμηση πανθρησκειακῶν ναῶν (ὅπως αὐτὸς ποὺ πρόκειται νὰ ἀνοικοδομηθῆ προσεχῶς στὸ Βερολίνο), μὲ τὴν προώθηση κοινῆς συνεργασίας καὶ ἀλληλεγγύης μεταξὺ ὁμολογιῶν καὶ θρησκειῶν γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση παγκοσμίων κοινωνικῶν προβλημάτων, τὴν προώθηση τῆς παγκοσμίου εἰρήνης κ.λ.π. Πίσω ἀπὸ τὰ γεγονότα αὐτὰ κρύπτονται ἐμφανεῖς καὶ ἀφανεῖς κύκλοι τοῦ Διεθνοῦς Σιωνιστικοῦ Συστήματος, ποὺ στοχεύουν στὴν ἐνοποίηση σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο της πολιτικῆς, τῆς οἰκονομικῆς καὶ πνευματικῆς ζωῆς τῆς ἀνθρωπότητος. Τὸ δὲ ΠΣΕ ἱδρύθηκε ἀκριβῶς τὴν ἴδια ἐκείνη χρονικὴ περίοδο, ὅταν μπῆκαν οἱ βάσεις γι’ αὐτὴ τὴν ἰσοπέδωση. Ἐὰν λοιπὸν τὰ ἴδια τὰ γεγονότα κραυγάζουν ἀπὸ μόνα τους, «τί χρείαν ἔχομεν μαρτύρων», ἢ ἄλλων μαρτυριῶν ἀπὸ ἄλλες πηγές; Τὸ φαινόμενο αὐτὸ τοῦ δογματικοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ μὲ στόχο τὴν ἐπίτευξη μιᾶς παγκόσμιας θρησκείας εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν, τὰ ὁποῖα ὡστόσο μποροῦν, νὰ διακρίνουν μόνον ὅσοι ἔχουν καθαρούς τούς ψυχικούς των ὀφθαλμούς, μόνον ὅσοι ἔχουν ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὴν σκοτεινὴ καὶ ἀποπνικτικὴ ἀτμόσφαιρα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἐὰν στὸ παρελθὸν ὑπῆρξαν ἀντιπαραθέσεις καὶ «μύδροι» ἀπὸ διάφορα Σιωνιστικὰ κέντρα κατὰ τοῦ ΠΣΕ γιὰ διάφορους λόγους, αὐτὸ δὲν ἀναιρεῖ τὴν παράλληλη πορεία καὶ συμπόρευση τῶν δύο αὐτῶν ὀργανισμῶν, τουλάχιστον σὲ θρησκευτικὸ ἐπίπεδο. Οἱ ἀντιπαραθέσεις παρατηρήθηκαν σὲ θέματα πολιτικῆς φύσεως, τὰ ὁποῖα βέβαια δὲν πρόκειται νὰ μᾶς ἀπασχολήσουν, διότι ξεφεύγουν ἀπὸ τὰ ὅρια καὶ τὸν σκοπὸ αὐτοῦ του ἄρθρου.

Στὴ συνέχεια ὁ π. Γεώργιος σχολιάζει τὴν φράση τῆς ἐγκυκλίου: «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος πάντοτε ἀντιστέκεται σταθερά, ἀταλάντευτα καὶ ἀκλόνητα στὸν Οἰκουμενισμὸ καὶ ἀποτελεῖ ἰσχυρὸ ἀντιοικουμενιστικὸ προπύργιο». Πιστεύει, ὅτι ὁ παρὰ πάνω «ἀφορισμὸς εἶναι ὑπερβολικὸς» καὶ «ἀναληθής». Καὶ τοῦτο διότι «ἡ ἱστορία καταδεικνύει ὅτι ἡ Ἁγιωτάτη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὄχι μόνο δὲν ἀντέστη στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση, καθὼς διατείνεται ἡ Ἐγκύκλιος, ἀλλὰ τουναντίον, μὲ τὴν συμβολὴ κορυφαίων κληρικῶν καὶ λαϊκῶν στελεχῶν της, ὅπως οἱ Ἀρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Παπαδόπουλος…, εἶχε ἐνεργὸ συμμετοχὴ σ’ αὐτήν, ἀπὸ τὶς πρῶτες ἤδη μέρες τῆς ἐμφανίσεώς της στὸ ἐκκλησιαστικὸ προσκήνιο τὴν δεκαετία τοῦ 1920. Καὶ ἀργότερα, τὸ 1948, ὑπῆρξε μαζὶ μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ἕνα ἀπὸ τὰ τρία Ὀρθόδοξα ἰδρυτικὰ μέλη τοῦ ΠΣΕ». Παρὰ κάτω προσθέτει, ὅτι «ἐπρόκειτο (καὶ πρόκειται) γιὰ μιὰ συνειδητὴ συμμετοχὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος σὲ ἕνα διάλογο ὁ ὁποῖος στοχεύει στὴν προσέγγιση τῶν Χριστιανῶν, στὴν ἄμβλυνση τῶν θεολογικῶν καὶ ἐκκλησιολογικῶν διαφορῶν τους, καὶ στὴν προώθηση τῆς Χριστιανικῆς Ἑνότητος». Δὲν ἀμφισβητοῦμε βέβαια τὴν συμμετοχὴ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα μνημονεύει ἐδῶ ὁ π. Γεώργιος στοὺς Διαλὸγοὺς μὲ τὶς Προτεσταντικὲς Ὁμολογίες στὰ πλαίσια τοῦ ΠΣΕ. Ὡστόσο ἀγνοεῖ ἢ θέλει νὰ ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι μόνον οἱ Ἱεράρχες, ποὺ συγκροτοῦν τὸ σῶμα τῆς Ἱεραρχίας, οὔτε μόνον οἱ ἀκαδημαϊκοὶ διδάσκαλοι, τοὺς ὁποίους μνημονεύει στὸ ἄρθρο του. Εἶναι ἐπίσης καὶ ὁ ὑπόλοιπος κλῆρος καὶ ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ ἀντίστασις, γιὰ τὴν ὁποία κάνει λόγο ἡ Ἐγκύκλιος, χωρὶς βέβαια νὰ παραθεωροῦνται καὶ περιπτώσεις Ἱεραρχῶν καὶ ἀρχιεπισκόπων, ποὺ ἀντετάχθησαν καὶ ἐπολέμησαν καὶ συνεχίζουν νὰ πολεμοῦν μέχρι σήμερα, τὸν Οἰκουμενισμό. Θὰ παραθέσουμε ὀλίγα μόνον, ἀντιπροσωπευτικῶς, στοιχεῖα καὶ τεκμήρια αὐτῆς τῆς ἀντιστάσεως καὶ τοῦ ἀγῶνος, ποὺ ἀποδεικνύουν τοῦ λόγου τὸ ἀληθές.

Αὐτὴ καθ’ ἐαυτὴν ἡ ἔνταξις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὸ ΠΣΕ συνάντησε ἰσχυρὲς ἀντιδράσεις ἀπὸ κορυφαίους ἀκαδημαϊκοὺς διδασκάλους, ὅπως ὁ ἀεί- μνηστος καθηγητὴς τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπι- στημίου Ἀθηνῶν Κων. Μουρατίδης, ὁ ὁποῖος σχετικὰ μὲ τὸ θέμα αὐτὸ παρατηρεῖ: «Ἡ ἀλλόκοτος καὶ τερατώδης καὶ καταλυτική της ὀρθοδόξου κανονικῆς τάξεως καὶ Ἱερᾶς Παραδόσεως συμμετοχὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τὸ Παγκόσμιον Συνοθύλευμα τῶν Αἱρέσεων συνιστᾶ τὴν μεγίστην παγίδα τοῦ Ἀντικειμένου ἐν τῇ ἱστορία τῆς στρατευομένης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, πρὸς διάβρωσιν καὶ ἀποσύν- θεσιν τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας…Αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ γεγονὸς τῆς συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸ συνοθύλευμα τῶν αἱρέσεων τοῦ ΠΣΕ προσκρούει ‘α πριόρι’ καὶ ἐξ’ ἀπόψεως ἀρχῆς εἰς τεράστια καὶ τούτ’ αὐτὸ ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια, προερχόμενα ἐξ’ αὐτῆς τῆς φύσεως καὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς Ἐκκλησίας, ὡς τῆς μιᾶς, ἁγίας καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας».[2] Ἐπίσης ὁ ὁμότιμος καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ ΑΠΘ πρώτ. π. Θεόδωρος Ζήσης, ἐπισημαίνει; «…Οὔτε ἔπρεπε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ νὰ μετάσχουμε, οὔτε τώρα ἀμετανοήτως νὰ συνεχίζουμε νὰ μετέχουμε τοῦ ΠΣΕ καὶ τῶν ἄλλων οἰκουμενιστικῶν θεσμῶν καὶ διαλόγων, γιατί αὐτὴ ἡ συμμετοχὴ μας ἀκυρώνει τὸ Εὐαγγέλιο, προσβάλλει τοὺς μάρτυρες, διαφω- νεῖ μὲ τοὺς ἁγίους Πατέρες, ἀποτελεῖ πρωτοφανῆ καινοτομία στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ἀνὰ τοὺς αἰῶνες καὶ εἶναι μέρος τοῦ παιχνιδιοῦ τῆς Βαβυλῶνος τῆς μεγάλης».[3]

Πέραν αὐτῶν μνημονεύουμε κορυφαῖες πνευματικὲς προσωπικότητες τοῦ 20ου αἰῶνος, ποὺ ἀγωνίστηκαν κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως τὸν ἀείμνηστο Ἀρχιεπί- σκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Χρυσόστομο τὸν Β΄ (Χατζησταύρου), ὁ ὁποῖος προέβαλε σθεναρὴ ἀντίσταση στὰ ἰσοπεδωτικὰ ἀνοίγματα τοῦ τότε Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρου καὶ πιὸ συγκεκριμένα στὴν προσπάθεια τοῦ τελευταίου, νὰ ἐπιβάλη τετελεσμένα γεγονότα στὴν Β΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη τῆς Ρόδου (1963). Τὸν ἀείμνηστο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κυρὸ Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος μὲ συνοδικὴ ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπέρριψε τὶς προδοτικὲς γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ἀποφάσεις τοῦ Balamand τo 1993 στὸ Διάλογο μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς. Τὸν ἀεὶμνηστο Μητροπολίτη Φλωρίνης κυρό Αὐγουστίνο, μὲ τὴν πολύπλευρη κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ δράση του καὶ τὸ μνημειῶδες ἔργο του «Προδοσία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως» καὶ τοὺς ἀειμνήστους ὁμολογητὲς Ἱεράρχες Παραμυθίας κυρό Παῦλο καὶ Ἐλευθερουπόλεως κυρό Ἀμβρόσιο, οἱ ὁποῖοι μαζὶ μὲ τὸν πρώην Φλωρίνης κυρό Αὐγουστίνο διέκοψαν γιὰ ἕνα διάστημα τὸ μνημόσυνο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρου μὲ ἀφορμὴ τὴν ἀντικανονικὴ ἄρση τῶν ἀναθεμάτων. Τὸν Ἀρχ. π. Χαράλαμπο Βασιλόπουλο, ἱδρυτὴ τῆς Π.Ο.Ε. καὶ τῆς μαχητικῆς ἐφημερίδος «Ὀρθόδοξος Τύπος» καὶ συγγραφέα τοῦ ἔργου «Ὁ Οἰκουμενισμὸς χωρὶς μάσκα», τὸν Ἀρχ. π. Ἐπιφάνιο Θε- οδωρόπουλο μὲ τὸ ἐξ’ ἴσου σημαντικὸ ἔργο του «Τὰ δύο ἄκρα, Οἰκουμενισμὸς καὶ Ζηλωτισμός», τὸν ἀείμνηστο συγγραφέα καὶ λογοτέχνη Φώτη Κόντογλου, μὲ τὰ εὐστοχώτατα κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἄρθρα του ὅπως το: «Ἀγαπισμὸς καὶ Οἰκουμενιστικοὶ Διάλογοι», τὸν ὁμότιμο καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. κ. Στέργιο Σάκκο κ.α. Ἀπὸ τοὺς ἔτι ἐπιζῶντες ἀναφέρουμε τοὺς ἀρχιερεῖς, Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, Κυθήρων κ. Σεραφείμ, Ναυπάκτου κ. Ἰερόθεο, Γόρτυνος καὶ Μεγαλου- πόλεως κ. Ἱερεμία, τὸν ὁμότιμο καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπι- στημίου Ἀθηνῶν πρωτ. π. Γεώργιο Μεταλληνό, συγγραφέα τοῦ ἔργου «Οἱ διάλογοι χωρὶς προσωπεῖο», τὸν κ. Δημήτριο Τσελλεγγίδη, καθηγητὴ τῆς Δογματικῆς της Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. μὲ τὶς εὐστοχώτατες παρεμβάσεις του στὸ διάτρητο κείμενο τῆς Ραβέννας, τὸν ἀδὶκως ἀφορισθέντα κ. Νικόλαο Σωτηρόπουλο, καθὼς ἐπίσης καὶ μιὰ πλειάδα καθηγουμένων Ἱερῶν Μονῶν, κληρικῶν, μοναχῶν καὶ μοναζουσῶν τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ συγκροτοῦν τὴν λεγόμενη «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν». Στὴν παράταξη κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ πρέπει ἐπίσης νὰ συγκαταριθμήσουμε τὰ μέλη τῶν Χριστιανικῶν Ἀδελφοτήτων «Σταυρὸς» καὶ «Σωτήρ».

Ἐπισημαίνουμε ἐπίσης τὸ γεγονός, ὅτι τὸν ἀρχικὸ ἐνθουσιασμὸ μεγάλων Ὀρθο- δόξων Θεολόγων, ποὺ ἐκπροσώπησαν τὴν Ὀρθοδοξία στὸ ΠΣΕ, γιὰ τὴν ἐνδεχόμενη δυνατότητα Ὀρθοδόξου μαρτυρίας, ἄρχισε σιγὰ σιγά, νὰ διαδέχεται δισταγμός, ἀπογοήτευσις καὶ ἐπιφυλακτικότης. Ὅσοι ἐξ αὐτῶν ἐτόλμησαν νὰ ἐκφράσουν τὴν διαφωνία τους μὲ τὴν οἰκουμενιστικὴ γραμμὴ τοῦ Φαναρίου, ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τοὺς διαλόγους, ἢ παραιτήθηκαν ἀπὸ μόνοι τους. Ὅπως σημειώνει ὁ καθηγητὴς π. Γεώργιος Μεταλληνός: «Ἡ παραίτηση τοῦ (καθηγητοῦ) Ἰω. Καρμίρη καὶ ἄλλων καθηγητῶν (Μ. Φαράντος, Στυλ. Παπαδόπουλος κ.α.) ἀπὸ τοὺς διαλόγους, ἀλλὰ καὶ ἡ στάση πολλῶν καθηγητῶν ἀπέναντί τους λέγουν πολλά».[4] Ὁ καθηγητὴς τῆς Πατρολογίας κ. Στυλ. Παπαδόπουλος (Μοναχός Γεράσιμος) ἐπισημαίνει μὲ ἀπογοήτευση: «Οἱ διάλογοι αὐτονόητοι, ἀναποτελεσματικοὶ καὶ προβληματικοί».[5] Σὲ ἄλλο σημεῖο τῶν διαπιστώσεών του σχετικὰ μὲ τοὺς διαλόγους παρατηρεῖ: «Δὲν συνέβη μέχρι σήμερα κάποια Ὁμολογία, νὰ ἐγκαταλείψη στοιχεῖο τῆς διδασκαλίας της ὡς ἀποτέλεσμα τῶν Διαλόγων…Κάποιες ἴσως δευτερεύουσες πρακτικὲς πλευρὲς δυνατὸν νὰ δέχθηκαν οἱ ἑταῖροι μας νὰ ἀλλάξουν. Ποτὲ στοιχεῖο τῆς διδασκαλίας τους».[6] Ὁ καθηγητὴς Παν. Τρεμπέλας τὸ 1971 ἐσχολίαζε: «Ἡ ὑπὸ τοὺς σημερινοὺς ὅρους συμμετοχὴ μας εἰς τὸ ΠΣΕ εἶναι ὅλως ἀπαράδεκτος. Ἐὰν δὲν ἐξασφαλιστεῖ, καθ’ οὕς ὅρους αὐτὸς ὁ ἅγιος Χαλκηδόνος καθώρισε, τὸ νὰ φέρωσιν αἳ ἐνέργειαι καὶ ἀποφάσεις τοῦ συμβουλίου τούτου ἐμφανῆ οὐχὶ τὴν Προτεσταντικὴν ἀλλὰ τὴν Ὀρθόδοξον σφραγίδα ἐνδείκνυται νὰ ἀποχωρίσωμεν».[7] Παρόμοιες εἶναι οἱ διαπιστώσεις π. Γεωρ. Μεταλληνού: «Ἀντὶ ἡ Ὀρθοδοξία νὰ ἐπηρεάζει σωτηριολογικὰ τὸν μὴ Ὀρθόδοξο κόσμο, ἐφθάσαμε στὴν ἀποδοχὴ στὴν πράξη τῆς ‘βαπτισματικῆς Θεολογίας’, τῆς ‘Θεολογίας τῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν’ (πρβλ. συμφωνίας Balamand 1993), τῆς ‘κοινῆς διακονίας’ τῆς ‘διευρυμένης Ἐκκλησίας’ καὶ τοῦ ‘πολιτιστικοῦ πλουραλισμοῦ’, ὅπως ὀρθότατα ἔχει ἐπισημανθεῖ…Ὁ Οἰκουμενισμὸς σ’ ὅλες τὶς διαστάσεις καὶ ἐκδοχὲς του ἔχει ἀποβεῖ ἀληθινὴ βαβυλώνιος αἰχμαλωσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ ὅλων των τοπικῶν ἡγεσιῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μὲ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, ποὺ δέχονται ὅμως ἀφόρητη πίεση. Ἡ καύχηση καὶ ὁ αὐτοθαυμασμὸς τῶν οἰκουμενιστῶν μας γιὰ μιὰ δῆθεν νέα ἐποχή, ποὺ ἄνοιξε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μὲ τὶς πατριαρχικὲς ἐγκυκλίους τῶν ἐτῶν 1902, 1904, καὶ 1920, δὲν δικαιώνονται, διότι ‘αὐτὸ ποὺ κατορθώθηκε εἶναι νὰ νομιμοποιήσουμε τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ’».[8] Ἀποκαλυπτικὲς ὅσο καὶ ὀδυνηρὲς εἶναι ἐπίσης οἱ διαπιστώσεις τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση: «Ἡ ὑπερπεντηκονταετὴς παρουσία τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν στὸ ΠΣΕ, μέσα στὴν πανσπερμία, στὸ πλῆθος καὶ στὴν θεολογικὴ ἀναρχία καὶ σύγχυση τῶν Προτεσταντικῶν Ὁμολογιῶν, συνδεόμενη οὕτως ἢ ἄλλως στὴν πράξη, παρὰ τὶς ἀντίθετες διακηρύξεις, μὲ ἐκκλησιολογικὲς παραχωρήσεις, συμβιβασμοὺς καὶ ὑποχωρήσεις, δὲν ἦταν δυνατὸν ἀθροιστικὰ καὶ οὐσιαστικὰ νὰ ἔχει τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσδοκώμενη καρποφορία. Ἐξαφανιστήκαμε, χαθήκαμε οἱ Ὀρθόδοξοι ἀριθμητικά, δὲν εἴχαμε καμιὰ δυνατότητα μὲ τὸν ἐλάχιστο ἀριθμὸ ψήφων, ποὺ διαθέταμε, νὰ ἐπηρεάσουμε τὶς συζητήσεις καὶ τὶς ἀποφάσεις…Νομιμοποιήσαμε ἐκκλησιολογικὰ μὲ τὴν παρουσία μας τὶς ποικίλες προτεσταντικὲς ὁμάδες καὶ παραφυάδες ὡς «ἐκκλησίες», καὶ ὁδηγήσαμε σὲ εὐτελισμὸ καὶ ξεγύμνωμα τὴν ‘νύμφην Χριστοῦ’, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ὁ Χριστὸς ἔχυσε τὸ πανάγιον αὐτοῦ αἷμα, τὴν ἐδόξασε καὶ τὴν λάμπρυνε ὑπὲρ τὸν ἥλιον».[9] Σχετικὰ μὲ τὸν μακαριστὸ καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. πρωτ. π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, τὸν ὁποῖον μνημονεύει στὸν κατάλογο τῶν ὀνομάτων, ποὺ παραθέτει ὁ π. Γεώργιος, σημειώνουμε, ὅτι ἐπειδὴ ἄσκησε ἔντονη κριτικὴ στὶς προδοτικὲς γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ἀποφάσεις τοῦ Balamand, ἐπιτιμήθηκε αὐστηρὰ ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ ἀπειλήθηκε ἐμμέσως, πλὴν σαφῶς, μὲ καθαίρεση.

Ἐπίσης ὁ π. Γεώργιος κάνει λόγον γιὰ «μιὰ συνειδητὴ συμμετοχὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος σὲ ἕνα διάλογο, ὁ ὁποῖος στοχεύει στὴν προσέγγιση τῶν Χριστιανῶν, στὴν ἄμβλυνση τῶν θεολογικῶν καὶ ἐκκλησιολογικῶν διαφορῶν τους καὶ στὴν προώθηση τῆς Χριστιανικῆς Ἑνότητος». Ποιὰ ὅμως προσέγγιση ἔγινε ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια, δηλαδὴ μετὰ ἀπὸ 65 χρόνια ἐπισήμου Διαλόγου; Ποιὰ πρόοδος ἐπιτεὺ- χθηκε, ἐπ’ ὠφελεία τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ὀρθοδοξίας; Μπορεῖ νὰ μᾶς ἀναφέρει ἔστω καὶ μία ἀπὸ τὶς πολυάριθμες ὁμάδες τοῦ ΠΣΕ, ἢ ἔστω καὶ ἕνα πρόσωπο, πού συμμετέχει σ’ αὐτό, νὰ ἀσπάστηκε τὴν Ὀρθοδοξία; Δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα τέτοιο παράδειγμα λόγω τῶν σχετικῶν δεσμευτικῶν ἀποφάσεων τοῦ ΠΣΕ.[10] Ἐπίσης πιστεύει, ὅτι ἡ προσέγγιση μεταξύ των Χριστιανῶν καὶ ἡ προώθηση τῆς Χριστιανικῆς Ἑνότητος μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθῆ μὲ τὴν «ἄμβλυνση τῶν θεολογικῶν καὶ ἐκκλησιολογικῶν διαφορῶν», δηλαδὴ μὲ ἀμοιβαῖες ὑποχωρήσεις στὰ δόγματα τῆς πίστεως. Ἡ ἀντίληψη αὐτή, εὐρύτατα διαδεδομένη μεταξύ των οἰκουμενιστῶν, ποὺ ἀπηχεῖ οὐσιαστικὰ τὴν αἱρετικὴ οἰκουμενιστικὴ θεωρία τοῦ Δογματικοῦ Μινιμαλισμοῦ, εἶναι πέρα γιὰ πέρα ξένη πρὸς τὴν δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ τὴν ἐκκλησιαστική της αὐτοσυνειδησία, ὅτι αὐτὴ καὶ μόνη ἀποτελεῖ τὴν Μία Ἁγία, Καθολική, καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, κατέχουσα πάσαν τὴν ἀλήθειαν. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ δεχθῆ κανένα συμβιβασμὸ καὶ ὑποχώρηση, δηλαδὴ ἀθέτηση στὰ δόγματα τῆς πίστεώς της. Ἡ οἰκουμενιστικοῦ τύπου ἑνότητα, τὴν ὁποία ὁραματίζεται ὁ π. Γεώργιος, εἶναι μιὰ ἐπιφανειακὴ, ἐπικοινωνιακού, μᾶλλον οὐμανιστικοῦ, χαρακτῆρος ἑνότητα, ποὺ δὲν θὰ εἶναι πραγματικὴ ἐν ἀληθεία ἑνότητα στὴν Ὀρθόδοξο πίστη, ἀλλὰ συγκόλληση ἑτεροκλήτων στοιχείων, ποὺ μὲ τοὺς πρώτους κραδασμοὺς θὰ διαλυθοῦν εἰς τὰ ἐξ’ ὧν συνετέθησαν.

Στὴ συνέχεια ὁ π. Γεώργιος παρουσιάζει μία ἄγνωστη «πτυχὴ τῆς σχέσεως τῆς (Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος) πρὸς τὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση, μάλιστα δὲ πρὸς τὸ ΠΣΕ. Ἐκείνη ποὺ ἀφορᾶ στὴν Διακονία καὶ τὴν κοινωνικὴ πρόνοια». Κάνει λόγο γιὰ τὴν «ἀνάπτυξη τῆς πτηνοτροφίας στὴν Ἤπειρο», γιὰ τὴν «γεωργική, κτηνοτροφική, μελισσοκομικὴ ἀνάπτυξη τῶν Κυθήρων καὶ ποικίλλα προγράμματα τουριστικῆς ἀναπτύξεως, ὁδοποιίας, ἀναδασώσεως, ὑδρεύσεως καὶ ἠλεκτροδοτήσεως πολλῶν χωριῶν τοῦ νησιοῦ αὐτοῦ», τὰ ὁποῖα «ὑλοποίηθηκαν ἀπὸ κλιμάκιο τοῦ ΠΣΕ…», ἐπίσης γιὰ τὰ «δύο τυπογραφεῖα τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας, ἐπὶ ἀρχιεπισκοπείας Σπυρίδωνος τὸ 1951 καὶ Σεραφεὶμ τὸ 1981», τὰ ὁποῖα «εἶχαν συσταθεῖ μὲ τὴν συνδρομὴ τοῦ ΠΣΕ» κ.λ.π. Γενικῶς παρουσιάζει μιὰ «περίληψη τοῦ τεράστιου ποιμαντικοῦ, κοινωνικοῦ, ἀναπτυξιακοῦ καὶ ἀνθρωπιστικοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖο πραγ- ματώθηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος σὲ συνεργασία μὲ τὸ ΠΣΕ». Τὸ ὅτι πράγματι ἔγιναν ὅλα αὐτὰ δὲν τὰ ἀμφισβητοῦμε. Ὅμως δὲν ἀγνοοῦμε ἐπίσης τὸν δόλιο προσηλυτισμὸ καὶ τὴν προπαγάνδα ποὺ ἄσκησαν ἐδῶ καὶ αἰῶνες τώρα στὴν Ἑλλάδα καὶ συνεχίζουν νὰ ἀσκοῦν μέχρι σήμερα οἱ Προτεσταντικὲς Ὁμολογίες, ποὺ σήμερα ἀποτελοῦν μέλη τοῦ ΠΣΕ.

Ὁ Προτεσταντισμὸς διὰ τοῦ ΠΣΕ προσέφερε μὲν ὑλικὴ βοήθεια, ὁδήγησε ὅμως στὴν ἀπώλεια μέσω τοῦ προσηλυτισμοῦ πλεῖστες ὅσες ψυχές, ἐκμεταλλευόμενη τὴν ἀνέχεια καὶ τὴν φτώχεια τοῦ λαοῦ μας. Σὲ τί ὠφελοῦν ὅμως τὰ ἔργα κοινωνικῆς ἀναπτύξεως καὶ φιλανθρωπικῆς προνοίας, ὅταν τὸ πνευματικὸ κόστος αὐτῶν τῶν ἔργων εἶναι ἡ ἀπώλεια ψυχῶν, γιὰ τὶς ὁποῖες ὁ Χριστὸς ἔχυσε τὸ αἷμα του; Σὲ τί θὰ ὠφελοῦσε τὸν ἑλληνικὸ λαό, ἀν μὲ παρόμοια ἔργα γινόταν ἡ πιὸ πλούσια χώρα τῆς Εὐρώπης, ἔχανε ὅμως τὴν Ὀρθόδοξη πίστη του καὶ ἄρα καὶ τὴν σωτηρία του καὶ μεταβαλλόταν σὲ χώρα, ὅπου θὰ κυριαρχοῦσε ὁ Προτεσταντισμός; «Τί γὰρ ὠφελεῖ- ται ἄνθρωπος ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδίση τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῆ;» (Ματ. 16,26). Ποιᾶς μορφῆς κοινωνία καὶ συνεργασία μπορεῖ νὰ ὑπάρξη μεταξύ τοῦ φωτὸς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ σκότους τῆς αἱρέσεως; Καμμία ἀσφαλῶς, καθὼς μᾶς βεβαιώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες ἀπίστοις. Τὶς γὰρ μετοχὴ δικαιοσύνη καὶ ἀνομία; Τὶς δὲ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος;» (Β΄Κορ.6,14). Οἱ ἅγιοι Πατέρες μας οὐδέποτε διενοήθησαν, νὰ καθιερώσουν ὁποιασδήποτε μορ- φῆς συνεργασία μὲ τοὺς αἱρετικούς, προκειμένου νὰ ἐπιτύχουν κάποια ὑλικὰ ὀφέλη, ἀφοῦ μετὰ τὸν ἀφορισμό τους καὶ τὴν συνοδικὴ ἀποκοπή τους ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, δὲν εἶχαν πλέον καμμία ἐπικοινωνία μαζί τους. Ἑπομένως ἡ «χέρι-χέρι συνεργασία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ τὸ ΠΣΕ, ὅπως καὶ μὲ ἄλλους φορεῖς τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως» δὲν δικαιώνεται οὔτε ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, οὔτε ἀπὸ τὴν Πατερική μας Παράδοση. Καὶ μόνον τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ π. Γεώργιος κρίνει τὴν σχέση τοῦ ΠΣΕ μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μὲ κοινωνικὰ καὶ ὄχι μὲ ἐκκλησιολογικὰ κριτήρια, ὅπως βέβαια θὰ ἔπρεπε, δείχνει τὴν χρεοκοπία τοῦ ΠΣΕ καὶ τῶν μέχρι τώρα γενομένων Διαλόγων καὶ τὴν ἀδυναμία του, νὰ ἐπιτύχει τοὺς σκοποὺς γιὰ τοὺς ὁποίους ἱδρύθηκε.

Ἐκ του Γραφείου Αἱρέσεων και Παραθρησκειῶν
Ὁ Ὑπεύθυνος Ἀρχ. Παῦλος Δημητρακόπουλος
Ὁ Γραμματέας Λάμπρος Σκόντζος


[1] Αρχ. Χαραλάμπους Βασιλοπούλου, Ο Οικουμενισμός χωρίς μάσκα, Εκδ. «Ορθοδόξου Τύπου», Αθήναι 1995, σελ. 107-108.

[2] Κων. Μουρατίδου, Καθηγητού Θεολ. Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, Οικουμενική Κίνησις, Ο σύγχρονος μέγας πειρασμός της Ορθοδοξίας, Εκδ. «Ορθοδόξου Τύπου», Αθήναι 1972, σ. 18-19.

[3] Πρωτ. Θεοδώρου Ζήση, ομοτίμου καθ. Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ, Δικαιολογείται η συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Π.Σ.Ε.;, Πρακτικά Διορθοδόξου Επιστημονικού Συνεδρίου, Οικουμενισμός, Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις, Εκδ. «Θεοδρομία», Θεσσαλονίκη 2008, Τομ. Α΄, σελ. 490.

[4] Πρωτ. Γ. Μεταλληνού, Οικουμενικό Πατριαρχείο και Οικουμενισμός, Πρακτικά Διορθοδόξου Επιστημονικού Συνεδρίου: Οικουμενισμός, Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις, Τομ. Α΄, Εκδ. Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη 2008,σελ . 245-246

[5] Παρά Γεωρ. Μεταλληνώ, Οικουμενικό Πατριαρχείο …ο.π. σελ. 247, υποσημείωση 65.

[6] Παρά Ιω. Κορναράκη, Ο μύθος της Ορθοδόξου μαρτυρίας εις τους διαλόγους με αλλοδόξους, εφήμ. «Ορθ. Τύπος» , φ. 1670, 22.12.2006.

[7] Παν. Τρεμπέλα, Επί της Οικουμενικής κινήσεως και των θεολογικών διαλόγων ημιεπίσημα έγγραφα, εκδ. Αδελφότητος Θεολόγων «ο Σωτήρ», Αθήναι 1972, σελ. 46.

[8] Πρωτ. Γεωρ. Μεταλληνού, Οικουμενικό Πατριαρχείο…ο.π. σελ. 248-249

[9] Πρωτ. Θεοδώρου Ζήση, Ομοτίμου Καθ. Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ, Τα όρια της Εκκλησίας Οικουμενισμός και Παπισμός, Εκδ. «Τέρτιος», Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 74-75

[10] Βλέπε το κείμενο της Γ΄ Γενικής Συνελεύσεως του ΠΣΕ στο Νέο Δελχί το 1961, που καταδικάζει τον προσηλυτισμό μεταξύ των «Εκκλησιών»-μελών του ΠΣΕ: «Christian Witness, Proselytism and Religious Liberty in the Setting of the World Council of Churches».

Τρίτη 20 Αυγούστου 2013

Ψυχίατρος ή πνευματικός;τι συμβουλεύουν οι Γέροντες Πορφύριος και Παΐσιος

Ψυχίατρος ή πνευματικός;τι συμβουλεύουν οι Γέροντες Πορφύριος και Παΐσιος

iereas_eksomologisi_4887Για να θεραπευθούν τα διάφορα ψυχικά-ψυχολογικά νοσήματα, θα πρέπει να απομακρυνθούν τα πνευματικά τους αίτια, που είναι τα πάθη (με κυρίαρχο τον εγωισμό) καθώς και οι δαίμονες με τις ενέργειές τους.
«Τι θα πει άγχος, νεύρα, ψυχασθένειες;» ερωτούσε ο π. Πορφύριος.Και απαντούσε: «Εγώ πιστεύω ότι υπάρχει διάβολος σ’όλα αυτά. Δεν υποτασσόμεθα στον Χριστό με αγάπη. Μπαίνει ο διάβολος και μας ανακατεύει»[1].
Αυτά βέβαια (τα πάθη και οι δαίμονες)δεν απομακρύνονται με χάπια ούτε με ηλεκτροσόκ,αλλά με το μυστήριο της Γενικής Εξομολόγησης.Ο άνθρωπος θα πρέπει να εξομολογηθεί με ειλικρίνεια τα αμαρτήματα όλης του της ζωής, τα κύρια γεγονότα που την σημάδεψαν, καθώς και το πως εκείνος τα αντιμετώπισε,όπως δίδασκε ο θεοφώτιστος Γέροντας Πορφύριος[2].
Ο Γέροντας Παΐσιος, επίσης, «ενώ συνιστούσε στους ασθενείς να συμβουλεύονται χριστιανούς ιατρούς –«διότι τους φωτίζει ο Θεός» κατά το λόγιό του–είχε εκφράσει επανειλημμένως την απαρέσκειά του προς τα «ψυχολογικά» βιβλία,αλλά και προς αυτήν την ίδια την «ψυχολογία» και την «ψυχιατρική»,η οποία ασκείται από επιστήμονες και ιατρούς, οι οποίοι δεν πιστεύουν στην ύπαρξη της ανθρώπινης ψυχής, όπως την δέχεται η θεολογία της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας. Όντας ο ίδιος βαθύς γνώστης, Χάριτι Θεού, του μυστηρίου της ενοικούσης στον άνθρωπο λογικής και νοεράς ψυχής, των φυσιολογικών αλλά και των παθολογικών εκδηλώσεών της, στενοχωριόταν και υπέφερε πολύ, όταν έβλεπε τις βαριές αστοχίες και τα λάθη στην αντιμετώπιση των ασθενών αυτών, τα οποία είχαν σοβαρότατες συνέπειες για τον ασθενή και το περιβάλλον του.
Δεδομένου δε ότιοι πλείστοι ακαδημαϊκοί δάσκαλοι της ψυχιατρικής θεωρούν ότι τα «ψυχικά φαινόμενα»έχουν μόνον βιολογικό υπόβαθρο –θεώρηση,η οποία συνιστά άρνηση της ύπαρξης άυλης, νοερής και λογικής ψυχής στονάνθρωπο–ήταν πολύεπιφυλακτικόςηαρνητικός για πολλές «θεραπείες» πουεφάρμοζαν οιπροαναφερθέντες ψυχίατροι.
Ο Γέροντας Παΐσιος, συμφωνώντας με τον Γέροντα Πορφύριο θεωρούσε ότι τα αίτια των περισσοτέρων ψυχικών ασθενειών είναι πνευματικά και ότι τα «ψυχοφάρμακα» δεν θεραπεύουν,αλλά έχουν μόνον κατασταλτικό χαρακτήρα,και ότι είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται με φειδώ σε περιπτώσεις πασχόντων «ψυχασθενών», έως ότου καταστή εφικτή η επικοινωνία με αυτούς»[3].
Κατόπιν η συμβολή του μυστηρίου της Γενικής Εξομολόγησης είναι καθοριστική για την οριστική και ολοκληρωτική ψυχική-πνευματική θεραπεία με την Θεία Χάρη.
Είθε να παύσει ο αποπροσανατολισμός του σύγχρονου ανθρώπου, που τείνει να υποκαταστήσει τον Πνευματικό με τον ψυχολόγο η τον ψυχίατρο και ο οποίος μάταια αναζητεί την ψυχική του θεραπεία εκεί που δεν υπάρχει.
«Πάνε να ηρεμήσουν οιάνθρωποι», παρατηρεί ο Γέρων Παΐσιος, «είτε με ηρεμιστικά είτε με θεωρίες γιόγκα, και την πραγματική ηρεμία, που έρχεται,όταν ταπεινωθή ο άνθρωπος, δεν την επιδιώκουν, για ναέρθη η θεία παρηγορία μέσα τους»[4].
Η αληθινή ηρεμία έρχεται με την Θεία Χάρη, η οποία προσλαμβάνεται από τους ταπεινούς. «Η εξωτερική μόρφωση με το άγχος», επισημαίνει πάλι ο σοφός Γέροντας, «οδηγεί καθημερινώς εκατοντάδες ανθρώπων (ακόμη και μικρά παιδιά με άγχος!) στις ψυχαναλύσεις και στους ψυχιάτρους και κτίζει συνεχώς Ψυχιατρεία και μετεκπαιδεύει ψυχιάτρους,ενώ πολλοί ψυχίατροι ούτε Θεό πιστεύουν ούτε ψυχή παραδέχονται. Επομένως, πως είναι δυνατόν αυτοί οι άνθρωποι να βοηθήσουν ψυχές, αφού και οι ίδιοι είναι γεμάτοι από άγχος; Πως είναι δυνατόν ο άνθρωπος να παρηγορηθή αληθινά, αν δεν πιστέψη στον Θεό και στην αληθινή ζωή, την μετά θάνατον, την αιώνια;Όταν συλλάβη ο άνθρωπος το βαθυτερο νόημα της ζωής της αληθινής, τότε φεύγει όλο το άγχος του και έρχεται η θεία παρηγορία, και θεραπεύεται.Αν πήγαινε κανείς στο Ψυχιατρείο και διαβαζε στους ασθενείς τον Αββά Ισαάκ, θα γίνονταν καλά όσοι πιστεύουν στον Θεό, γιατί θα γνώριζαν το βαθύτερο νόημα της ζωής»[5].
Η θεραπεία υπάρχει μόνο στο αληθινό Ψυχιατρείο, την Ορθόδοξη Εκκλησία, και παρέχεται δωρεάν από τον Ιατρό των ψυχών και των σωμάτων μας, τον Κύριο Ημών Ιησού Χριστό.
Το θέμα των παθών, των αποτελεσμάτων τους, καθώς και της θεραπείας των είναι τεράστιο και φυσικά δεν μπορούμε να το εξαντλήσουμε. Ταπεινά θα τραβήξουμε κάποιες πινελιές για να βοηθηθούμε όλοι στον καθημερινό πνευματικό μας αγώνα, έχοντας μία όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα για τα πάθη και τα αποτελέσματά τους, με κυρίαρχα την λύπη και την κατάθλιψη.
Ο αγώνας αφορά στον αγιασμό του «σκεύους» μας, της ψυχής και του σώματός μας.
Η ψυχική-πνευματική υγεία και σωτηρία έχει τεράστιο αντίκτυπο στο σώμα. Διότι ό,τι σχετίζεται με την ψυχή σχετίζεται και με το σώμα, το οποίο ουδόλως απαξιώνεται μέσα στην Ορθοδοξία.
 Ιερομόναχος Σάββας Αγιορείτης

[1]Γέροντος Πορφυρίου Ιερομονάχου, Ανθολόγιο Συμβουλών, Έκδοσις Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος, Μήλεσι, έκδ.7η, 2008.
[2]Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι, Έκδοσις Ζ΄, Ιερά Μονή Χρυσοπηγής, Χανιά 2006, (Στο εξής: Βίος και Λόγοι Ζ΄), σελ. 370.
[3]Γέροντος Παϊσίου, Γ7. Προς Βασίλειον,Τίμιος Σταυρός 23/7/1977. Βρίσκεται στο: Ψυχολογία – Βιβλία ψυχολογίας και «ψυχολογικά» προβλήματα (Γέροντας Παΐσιος), http://hristospanagia3.blogspot.com/2010/09/blog-post_1291.html. Μαρτυρία από το βιβλίο: «ΚΕΙΜΕΝΑ-ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ Γέροντος ΠΑΪΣΙΟΥ του ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ 1924-1994», ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΑΓΙΟΤΟΚΟΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ, Θεσσαλονίκη 2009, ΝΙΚΟΛΑΟΣ Α. ΖΟΥΡΝΑΤΖΟΓΛΟΥ ΕΠΙΣΜΗΝΑΓΟΣ Ε.Α.
[4]Γέροντος Παΐσιου του Αγιορείτου, Λόγοι Α΄, ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ “ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ”, ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2001 – Δεύτερο Μέρος – Κεφάλαιο 3ον «Απλοποιήστε την ζωή σας, για να φύγη το άγχος»

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013

Η ψυχή μετά τον θάνατο” (Ανάλυση του λόγου περί θανάτου του Αγίου Ιωάννου Μαξίμοβιτς)

Η ψυχή μετά τον θάνατο” (Ανάλυση του λόγου περί θανάτου του Αγίου Ιωάννου Μαξίμοβιτς)

Φωτό:deveghepatriei.wordpress.com -
Φωτό:deveghepatriei.wordpress.com -

Από το βιβλίο του π. Σεραφείμ Ρόουζ

Οι πρώτες δύο ημέρες μετά το θάνατο
Για διάστημα δύο ημερών η ψυχή απολαύει σχετικής ελευθερίας και έχει δυνατότητα να επισκεφθεί τόπους που της ήτα προσφιλείς στο παρελθόν, αλλά την Τρίτη ημέρα μετακινείται σε άλλες σφαίρες.
Εδώ ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης απλώς επαναλαμβάνει τη διδασκαλία που η Εκκλησία ήδη γνωρίζει από τον 4ο αιώνα, όταν ο άγγελος που συνόδευσε τον Αγ. Μακάριο Αλεξανδρείας στην έρημο, του είπε, θέλοντας να ερμηνεύσει την επιμνημόσυνη δέηση της Εκκλησίας για τους νεκρούς την Τρίτη ημέρα μετά θάνατο: «Όταν γίνεται η προσφορά της αναίμακτης θυσίας (μνημόσυνο στη θεία λειτουργία) στην Εκκλησία την τρίτη ημέρα, η ψυχή του κεκοιμημένου δέχεται από τον φύλακα άγγελο της ανακούφιση για τη λύπη που αισθάνεται λόγω του χωρισμού της από το σώμα… Στο διάστημα των δύο πρώτων ημερών επιτρέπεται στην ψυχή να περιπλανηθεί στον κόσμο, οπουδήποτε εκείνη επιθυμεί, με τη συντροφιά των αγγέλων που τη συνοδεύουν. Ως εκ τούτου η ψυχή, επειδή αγαπά το σώμα, μερικές φορές περιφέρεται στο οίκημα στο οποίο το σώμα της είχε σαβανωθεί, περνώντας έτσι δύο ημέρες όπως ένα πουλί που γυρεύει τη φωλιά του. Αλλά η ενάρετη ψυχή πλανιέται σε εκείνα τα μέρη στα οποία συνήθιζε να πράττει αγαθά έργα. Την τρίτη ημέρα, Εκείνος ο Οποίος ανέστη ο Ίδιος την τρίτη ημέρα από τους νεκρούς καλεί την ψυχή του Χριστιανού να μιμηθεί τη δική Του ανάσταση, να ανέλθει στους Ουρανούς όπου θα λατρεύει το Θεό όλων.»
Στην Ορθόδοξη νεκρώσιμη ακολουθία, ο Αγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός περιγράφει παραστατικά την κατάσταση της ψυχής η οποία, έχοντας μεν αφήσει το σώμα αλλά παραμένοντας στη γη, είναι ανίκανη να επικοινωνήσει με τους αγαπημένους της τους οποίους βλέπει: «Οίμοι, οίον αγώνα έχει η ψυχή χωριζόμενη εκ του σώματος! Οίμοι, πόσα δακρύει τότε, και ουχ υπάρχει ο ελεών αυτήν! Προς τους αγγέλους τα όμματα ρέπουσα, άπρακτα καθικετεύει προς τους ανθρώπους τας χείρας εκτείνουσα, ουκ έχει τον βοηθούντα. Διό, αγαπητοί μου αδελφοί, εννοήσαντες ημών το βραχύ της ζωής, τω μεταστάντι την ανάπαυσιν, παρά Χριστού αιτησώμεθα, και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος».
Σε γράμμα του προς τον αδελφό μιας αποθνήσκουσας γυναίκας, ο Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος γράφει: «Η αδελφή σου δεν θα πεθάνει. Το σώμα του ανθρώπου πεθαίνει, αλλά η προσωπικότητά του συνεχίζει να ζει. Απλώς μεταφέρεται σε μια άλλη τάξη ζωής… Δεν είναι εκείνη που θα βάλουν στον τάφο. Εκείνη βρίσκεται σε έναν άλλο τόπο όπου θα είναι  θα είναι ακριβώς το ίδιο ζωντανή όσο και τώρα. Τις πρώτες ώρες και ημέρες θα βρίσκεται γύρω σου. Μόνο που δεν θα λέει τίποτα και εσύ δεν θα μπορείς να την δεις. Θα είναι όμως ακριβώς εδώ. Να το έχεις αυτό στο νου σου. Εμείς που μένουμε πίσω θρηνούμε για τους κεκοιμημένους, όμως για εκείνους τα πράγματα είναι αμέσως πιο εύκολα. Είναι πιο ευτυχισμένοι στη νέα κατάσταση. Όσοι έχουν πεθάνει και κατόπιν επαναφέρθηκαν στο σώμα διαπίστωσαν ότι το σώμα ήταν μια πολύ στενάχωρη κατοικία. Και η αδελφή σου θα αισθάνεται έτσι. Είναι πολύ καλύτερα εκεί, και εμείς νοιώθουμε οδύνη σαν να της έχει συμβεί κάτι απίστευτα κακό! Θα μας κοιτάζει και σίγουρα θα μένει κατάπληκτη με την αντίδρασή μας».
Θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η ανωτέρω περιγραφή των πρώτων δύο ημερών του θανάτου αποτελεί γενικό κανόνα, ο οποίος κατά κανένα τρόπο δεν ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις. Πράγματι τα περισσότερα παραδείγματα από την Ορθόδοξη γραμματεία, δεν συνάδουν με αυτόν τον κανόνα, και ο λόγος είναι φανερός: οι άγιοι, μην έχοντας καμιά απολύτως προσκόλληση στα εγκόσμια και ζώντας σε διαρκή προσδοκία της αναχώρησής τους για την άλλη ζωή, δεν ελκύονται καν από τους τόπους όπου έπρατταν τα αγαθά τους έργα αλλά ξεκινούν αμέσως την άνοδο τους στους Ουρανούς. Άλλοι, ξεκινούν την άνοδο τους πριν το τέλος των δύο ημερών για κάποιον ειδικό λόγο που μόνον η Θεία Πρόνοια γνωρίζει. Από την άλλη οι σύγχρονες «μεταθανάτιες» εμπειρίες, ατελείς καθώς είναι, ανήκουν όλες στον εξής κανόνα: η «εξωσωματική» κατάσταση αποτελεί μόνο το ξεκίνημα της αρχικής περιόδου ασώματης «περιπλάνησης» της ψυχής στους τόπους των επιγείων δεσμών της. Όμως κανείς από αυτούς τους ανθρώπους δεν έχει παραμείνει νεκρός για αρκετό χρονικό διάστημα, έστω μέχρι να συναντήσει τους αγγέλους που πρόκειται να τον συνοδεύσουν.
Μερικοί επικριτές της Ορθόδοξης διδασκαλίας για την μετά θάνατον ζωή, θεωρούν ότι τέτοιες αποκλίσεις από το γενικό κανόνα για την μεταθανάτια εμπειρία αποδεικνύουν την ύπαρξη «αντιφάσεων» στην Ορθόδοξη διδασκαλία. Αυτοί οι επικριτές όμως είναι απλώς και μόνο προσκολλημένοι στις «κατά γράμμα» ερμηνείες. Η περιγραφή των πρώτων δύο ημερών, καθώς και των επομένων, σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί κάποια μορφή δόγματος. Είναι απλώς ένα «μοντέλο», το οποίο μάλιστα εκφράζει την πιο συνηθισμένη χρονική σειρά των εμπειριών της ψυχής μετά τον θάνατο. Οι πολλές περιπτώσεις, τόσο στην Ορθόδοξη γραμματεία όσο και στις αναφορές σύγχρονων σχετικών εμπειριών, όπου οι νεκροί έχουν στιγμιαία εμφανιστεί στους ζωντανούς μέσα στην πρώτη ή τις δύο πρώτες ημέρες μετά το θάνατο, μερικές φορές σε όνειρα, είναι παραδείγματα που επαληθεύουν το ότι όντος η ψυχή συνήθως παραμένει κοντά στη γη για κάποια σύντομη χρονική περίοδο. Κατά την τρίτη ημέρα, και συχνά πιο πριν, η περίοδος αυτή φθάνει στο τέλος της.
Τα τελώνια
Την ώρα αυτή (την τρίτη ημέρα), η ψυχή διέρχεται από λεγεώνες πονηρών πνευμάτων που παρεμποδίζουν την πορεία της και την κατηγορούν για διάφορες αμαρτίες, στις οποίες αυτά τα ίδια την είχαν παρασύρει. Σύμφωνα με διάφορες θεϊκές αποκαλύψεις υπάρχουν είκοσι τέτοια εμπόδια, τα επονομαζόμενα «τελώνια», σε καθένα από τα οποία περνά από δοκιμασία κάθε μορφή αμαρτίας. Η ψυχή αφού περάσει από ένα τελώνιο, συναντά το επόμενο, και μόνον αφού έχει διέλθει επιτυχώς από όλα τα τελώνια μπορεί αν συνεχίσει την πορεία της χωρίς να απορριφθεί βιαίως στη γέεννα. Το πόσο φοβεροί είναι αυτοί οι δαίμονες και τα τελώνια τους φένεται στο γεγονός ότι η ίδια η Παναγία, όταν πληροφορήθηκε από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ τον επικείμενο θάνατο Της, ικέτευσε τον Υιό Της να διασώσει την ψυχή Της από αυτούς τους δαίμονες και απαντώντας στην προσευχή Της, ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός εμφανίστηκε από τους Ουρανούς για να παραλάβει την ψυχή της Πάναγνου Μητρός Του και να την οδηγήσει στους Ουρανούς. Φοβερή είναι πράγματι, η τρίτη ημέρα για την ψυχή του απελθόντος, και για το λόγο αυτό η ψυχή έχει ιδιαίτερη ανάγκη τότε από προσευχές για την σωτηρία της.
Σύντομα, μετά τον θάνατο, η ψυχή πράγματι βιώνει μια κρίση, τη Μερική Κρίση, ως τελική συγκεφαλαίωση του «αοράτου πολέμου» που έχει διεξαγάγει ή που απέτυχε να διεξαγάγει, στην επίγεια ζωή κατά τω πεπτωκότων πνευμάτων. Συνεχίζοντας την επιστολή του προς τον αδελφό της αποθνήσκουσας γυναίκας, ο Όσιος Θεοφάνης ο έγκλειστος γράφει: «Λίγο μετά το θάνατο, η ψυχή αρχίζει έναν αγώνα για να καταφέρει να διέλθει από τα τελώνια. Στον αγώνα της η αδελφή σου χρειάζεται βοήθεια! Θα πρέπει να στρέψεις όλη σου την προσοχή και όλη σου την αγάπη γι’ αυτήν στο πως θα την βοηθήσεις. Πιστεύω πως η μεγαλύτερη έμπρακτη απόδειξη της αγάπης σου θα είναι να αφήσεις την φροντίδα του νεκρού της σώματος στους άλλους, να αποχωρήσεις και, μένοντας μόνος σου οπουδήποτε μπορείς, να βυθιστείς σε προσευχή για την ψυχή της, για τη νέα κατάσταση στην οποία βρίσκεται και για τις καινούριες, απροσδόκητες ανάγκες της. Συνέχισε την ακατάπαυστη ικεσία σου στον Θεό για έξι εβδομάδες και περισσότερο. Όταν πέθανε η Οσία Θεοδώρα, το σακούλι από το οποίο πήραν χρυσό οι άγγελοι για να τη γλιτώσουν από τα τελώνια ήταν οι προσευχές του πνευματικού της πατέρα. Έτσι θα γίνει και με τις δικές σου προσευχές. Μην παραλείψεις να κάνεις όσα σου είπα. Αυτό είναι η πραγματική αγάπη.»
Το «σακούλι» από το οποίο πήραν «χρυσό» οι άγγελοι και «εξόφλησαν τα χρέη» της Οσίας Θεοδώρας στα τελώνια έχει συχνά παρανοηθεί από κάποιους επικριτές της Ορθόδοξης διδασκαλίας. Μερικές φορές συγκρίνεται με τη λατινική έννοια του «πλεονάσματος χάριτος» των αγίων.  Στην περίπτωση αυτή, τέτοιοι επικριτές ερμηνεύουν κατά γράμμα τα Ορθόδοξα κείμενα. Σε τίποτε άλλο δεν αναφέρεται το παραπάνω απόσπασμα παρά στις προσευχές της Εκκλησίας για τους αναπαυθέντες και ειδικότερα στις προσευχές ενός αγίου ανθρώπου και πνευματικού πατέρα. Είναι σχεδόν περιττό να πούμε ότι όλες αυτές οι περιγραφές έχουν μεταφυσική έννοια. Η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί τη διδασκαλία περί τελωνίων τόσο σημαντική, ώστε έχει συμπεριλάβει σχετικές αναφορές σε πολλές από τις ακολουθίες της, μερικές εκ των οποίων αναφέρονται στο κεφάλαιο περί τελωνίων. Ειδικότερα, η Εκκλησία θεωρεί ιδιαιτέρως απαραίτητο να συνοδεύει με αυτήν τη διδασκαλία κάθε τέκνο της που αποθνήσκει. Στον «Κανόνα για την Αναχώρηση της Ψυχής», που διαβάζεται από τον ιερέα στο νεκρικό κρεβάτι κάθε πιστού, υπάρχουν τα παρακάτω τροπάρια:
«Καθώς φεύγω από τη γη, αξίωσέ με να διέλθω ανεμπόδιστα από τον άρχοντα του αέρα, το διώκτη και βασανιστή, εκείνον που ως άδικος ανακριτής στέκεται πάνω στους φοβερούς δρόμους». (4η Ωδή)
«Ω Πανένδοξε Θεοτόκε, οδήγησέ με εις τους Ουρανούς, στα ιερά και πολύτιμα χέρια των αγίων αγγέλων ώστε, προστατευμένος μέσα στα φτερά τους, να μην αντικρύσω τη ρυπαρή, αποκρουστική και σκοτεινή μορφή των δαιμόνων». (6η Ωδή)
«Ω Αγία Θεοτόκε, Εσύ η Οποία γέννησες τον Παντοδύναμο Κύριο, απομάκρυνε από εμένα τον άρχοντα των φοβερών τελωνίων, τον κυβερνήτη του κόσμου, όταν φθάσει η στιγμή του θανάτου μου, ώστε να Σε δοξολογώ αιωνίως». (8η Ωδή)
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα λόγια της Εκκλησίας προετοιμάζουν τον αποθνήσκοντα Ορθόδοξο Χριστιανό για τις δοκιμασίες που θα συναντήσει μπροστά του.
Οι σαράντα ημέρες
Κατόπιν, έχοντας επιτυχώς διέλθει από τα τελώνια και υποκλιθεί βαθιά ενώπιον του Θεού, η ψυχή για διάστημα τριάντα επτά επιπλέον ημερών επισκέπτεται τις ουράνιες κατοικίες και τις αβύσσους της κολάσεως, μη γνωρίζοντας ακόμα που θα παραμείνει, και μόνον την τεσσαρακοστή ημέρα καθορίζεται η θέση στην οποία θα βρίσκεται μέχρι την ανάσταση των νεκρών.
Σίγουρα δεν είναι παράξενο ότι η ψυχή, έχοντας διέλθει από τα τελώνια και παύσει μια για πάντα κάθε σχέση με τα επίγεια, εισάγεται στον αληθινά άλλο κόσμο, σε ένα τμήμα του οποίου θα παραμείνει αιωνίως. Σύμφωνα με την αποκάλυψη του Αγγέλου στον Αγ. Μακάριο Αλεξανδρείας, η ειδική επιμνημόσυνη δέηση υπέρ των απελθόντων την ένατη ημέρα μετά τον θάνατο (πέραν του γενικού συμβολισμού των εννέα αγγελικών ταγμάτων) πραγματοποιείται επειδή μέχρι τότε παρουσιάζονται στην ψυχή τα θαυμάσια του Παραδείσου, και μόνον κατόπιν αυτού, για το υπόλοιπο των σαράντα ημερών, της παρουσιάζονται τα μαρτύρια και τα φρικτά της κολάσεως, πριν τοποθετηθεί την τεσσαρακοστή ημέρα στη θέση στην οποία θα αναμένει την ανάσταση των νεκρών και την Τελική Κρίση. Θα πρέπει και πάλι να τονίσουμε ότι οι αναφερόμενοι αριθμοί αποτελούν γενικό κανόνα ή «μοντέλο» της μεταθανάτιας πραγματικότητας, και αναμφισβήτητα δεν ολοκληρώνουν όλες οι ψυχές των απελθόντων την πορεία τους ακριβώς σύμφωνα με τον «κανόνα». Γνωρίζουμε σαφώς ότι η Οσία Θεοδώρα, στην πραγματικότητα, ολοκλήρωσε το «γύρο της κολάσεως» ακριβώς την τεσσαρακοστή ημέρα, σύμφωνα με τη γήινη μέτρηση του χρόνου.
Η κατάσταση των ψυχών μέχρι την Τελική Κρίση
Μερικές ψυχές βρίσκονται (μετά τις σαράντα ημέρες) σε μια κατάσταση πρόγευσης της αιώνιας αγαλλίασης και μακαριότητας, ενώ άλλες σε μια κατάσταση τρόμου εξαιτίας των αιωνίων μαρτυρίων τα οποία θα υποστούν πλήρως μετά την Τελική Κρίση. Μέχρι τότε εξακολουθεί να υπάρχει δυνατότητα αλλαγής της κατάστασής τους, ιδιαιτέρως μέσω της υπέρ αυτών προσφοράς της Αναίμακτης Θυσίας (μνημόσυνο στη Θεία Λειτουργία), και παρομοίως μέσω άλλων προσευχών.
Τα οφέλη της προσευχής, τόσο της κοινής όσο και της ατομικής για τις ψυχές που βρίσκονται στην κόλαση, έχουν περιγραφεί σε πολλούς βίους Αγίων και ασκητών καθώς και σε Πατερικά κείμενα. Στο βίο της μάρτυρος του 3ου αιώνα Περπετούας, για παράδειγμα, διαβάζουμε ότι η κατάσταση της ψυχής του αδελφού της Δημοκράτη της αποκαλύφθηκα με την εικόνα μιας στέρνας γεμάτης νερό, η οποία ήταν όμως τόσο ψηλά που δεν μπορούσε να τη φτάσει από τον ρυπαρό, καυτό τόπο όπου ήταν περιορισμένος. Χάρη στην ολόθερμη προσευχή της Περπετούας επί μία ολόκληρη ημέρα και νύχτα ο Δημοκράτης έφτασε τη στέρνα και τον είδε να βρίσκεται σε έναν φωτεινό τόπο. Από αυτό η Περπετούα κατάλαβε ότι ο αδελφός της είχε απελευθερωθεί από τα δεινά της κολάσεως.
Στο βίο μιας ασκήτριας που πέθανε μόλις τον 20ο αιώνα αναφέρεται μια παρόμοια περίπτωση. Πρόκειται για τη Οσία Αθανασία (Αναστασία Λογκάτσεβα), πνευματική θυγατέρα του Οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ. Όπως διαβάζουμε στο βίο της: «Η Αναστασία είχε έναν αδελφό που τον έλεγαν Παύλο. Ο Παύλος κάποτε ήταν μεθυσμένος και κρεμάστηκε. Κι η Αναστασία αποφάσισε να προσευχηθεί πολύ για τον αδελφό της. Μετά το θάνατο του, η Αναστασία πήγε στο μοναστήρι Ντιβέγιεβο, του Οσίου Σεραφείμ, για να μάθει τι ακριβώς έπρεπε να κάνει, ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση του αδελφού της, ο οποίος έδωσε τέλος στη ζωή του με τρόπο δυσσεβή και ατιμωτικό… Ήθελε να συναντήσει την Πελαγία Ιβάνοβνα και να ζητήσει τη συμβουλή της… Η Αναστασία επισκέφθηκε την Πελαγία. Εκείνη της είπε να κλειστεί στο κελί της σαράντα μέρες, να προσευχηθεί και να νηστέψει για τον αδελφό της και κάθε μέρα να λέει εκατόν πενήντα φορές: «Υπεραγία Θεοτόκε, ανάπαυσον τον δούλον σου.»
Όταν συμπληρώθηκαν οι σαράντα ημέρες, η Αναστασία είδε ένα όραμα. Βρέθηκε μπροστά σε μία άβυσσο. Στο βάθος της ήταν ένας βράχος από αίμα. Πάνω στο βράχο κείτονταν δύο άνδρες με σιδερένιες αλυσίδες στο λαιμό τους. Ο ένας ήταν ο αδελφός της.
Η Αναστασία διηγήθηκε το όραμα στην Πελαγία και κείνη της είπε να συνεχίσει την νηστεία και την προσευχή.
Τελείωσαν κι άλλες σαράντα ημέρες με νηστεία και προσευχή κι η Αναστασία είδε το ίδιο όραμα. Η ίδια άβυσσος κι ο βράχος πάνω στον οποίο βρίσκονταν οι δύο άνδρες με αλυσίδες στο λαιμό τους. Αυτή τη φορά όμως ο αδελφός της ήταν όρθιος. Περπατούσε πάνω στο βράχο, έπεφτε και ξανασηκωνόταν. Οι αλυσίδες ήταν ακόμα στο λαιμό του.
Η Πελαγία Ιβάνοβνα, στην οποία κατέφυγε και πάλι η Αναστασία, της είπε να επαναλάβει την ίδια άσκηση για Τρίτη φορά.
Όταν τελείωσε και το τρίτο σαρανταήμερο της νηστείας και της προσευχής, η Αναστασία ξαναείδε το ίδιο όραμα. Η ίδια άβυσσος, ο ίδιος βράχος. Τώρα όμως πάνω στο βράχο ήταν μόνο ένας άνδρας, αγνωστός της. Ο αδελφός της είχε απελευθερωθεί από τα δεσμά. Δε φαίνονταν πουθενά. Ο άγνωστος άνδρας ακούστηκε να λέει: «Είσαι τυχερός εσύ. Έχεις πολύ ισχυρούς μεσίτες στη γη.»
Η Αναστασία ανέφερε στην Πελαγία Ιβάνοβνα το τρίτο όραμά της και εκείνη της απάντησε:
«Ο αδελφός σου λυτρώθηκε από τα βάσανα. Δεν μπήκε όμως στη μακαριότητα του Παραδείσου.»
Πολλά παρόμοια περιστατικά αναφέρονται σε βίους Ορθοδόξων Αγίων και ασκητών. Σε περίπτωση που κάποιος έχει την τάση να ερμηνεύει κατά γράμμα τέτοια οράματα, ίσως θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι βεβαίως οι εικόνες με τις οποίες εμφανίζονται τέτοια οράματα, συνήθως σε όνειρα, δεν «φωτογραφίζουν» κατ’ ανάγκη τον τρόπο ύπαρξης της ψυχής μετά τον θάνατο. Πρόκειται περισσότερο για εικόνες οι οποίες μεταβιβάζουν την πνευματική αλήθεια της βελτιώσεως της καταστάσεως της ψυχής στον άλλο κόσμο χάρη στις προσευχές εκείνων που παραμένουν στον κόσμο τούτο.
 Πηγή: periodikoendon.blogspot.gr 

Σάββατο 17 Αυγούστου 2013

Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός για τα επερχόμενα


Η οικονομική κρίση ως αποτέλεσμα του εσκοτισμένου.1, π. Κων. Στρατηγόπου...


«Μεμέρισται ὁ Χριστός;»

«Μεμέρισται ὁ Χριστός;»

Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς Η' Ματθαίου
(Α' Κορ. α΄ 10-17)
Γράφει ὁ πατὴρ Ἰωὴλ Κωνστάνταρος
Μὲ πόνο στὴν καρδιὰ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθύνεται στὴν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου. Στὴν Ἐκκλησία ποὺ ὑπῆρξε καρπὸς τῶν μεγάλων του ἀγώνων καὶ στοὺς κόλπους της περιελάμβανε πλήθη πιστῶν ποὺ ὁλοένα καὶ περισσότερο αὐξάνονταν.
Ὅμως, ἕνας μεγάλος πειρασμὸς ἔφερε κραδασμοὺς στὴ συνοχὴ τοῦ Σώματος καὶ οἱ ἕως τώρα ἀγαπημένοι καὶ μονοιασμένοι πιστοί, ἄρχισαν νὰ χωρίζονται σὲ ὁμάδες καὶ παρατάξεις.
Αὐτὸς δὲ εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ Ἀπόστολος ἀπευθύνεται μὲ μία θερμὴ παράκληση στοὺς πιστούς τς Κορίνθου, καὶ τοὺς ἀποκαλύπτει τὸν πόνο καὶ τὴν ἀγωνία του.
Ἂς παρακολουθήσουμε τὴν σκέψη του, διότι ὅσα ἀναφέρει δὲν ἰσχύουν γιὰ τὴν ἐποχὴ μόνο ποὺ ἐγράφησαν, ἀλλὰ γιὰ τὴν κάθε ἐποχὴ καὶ ἰδίως τὴν δική μας ποὺ φαίνεται πὼς ἡ Ἐκκλησία μας ταλανίζεται ἀπὸ παρόμοιους κινδύνους καὶ ἐσωτερικούς, πλὴν τῶν ἄλλων, πειρασμούς.
Τοὺς παρακαλεῖ, ὅπως μελετοῦμε, στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, νὰ ὁμολογοῦν ὅλοι τὴν ἴδια πίστη καὶ νὰ μὴν ἔχουν μεταξύ τους σχίσματα. Νὰ εἶναι ὅλοι ἐναρμονισμένοι στὰ ἴδια φρονήματα καὶ στὴν ἴδια γνώμη.
Νὰ σταθοῦμε ὅμως γιὰ λίγο στὸ σημεῖο αὐτό, διότι ἐνδεχομένως νὰ ρωτήσει κανείς. Καλά, εἶναι δυνατὸν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ ὅλοι οἱ πιστοὶ νὰ ἔχουν τὴν ἴδια γνώμη καὶ τὶς ἴδιες ἀντιλήψεις σὲ ὅλα τὰ θέματα;
Φυσικὰ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐμφοροῦνται ἀπὸ τὶς ἴδιες ἀντιλήψεις καὶ νὰ διέπονται ἀπὸ τὴν ἴδια νοοτροπία.
Ὁ κάθε ἄνθρωπος ἀποτελεῖ ἰδιαίτερη προσωπικότητα μὲ τὴν δική του ἰδιοσυγκρασία καὶ τὰ δικά του χαρίσματα. Καὶ κυρίως ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερη προσωπικότητα, διότι ἔτσι μᾶς ἔχει δημιουργήσει ὁ Θεός.
Ὅμως, ὅταν ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν κάνει λόγο καὶ παρακαλεῖ ὅλοι οἱ πιστοὶ νὰ εἶναι...
ἐναρμονισμένοι στὰ ἴδια φρονήματα καὶ στὴν ἴδια γνώμη, ἐννοεῖ ὄχι τὰ δευτερευούσης σημασίας θέματα, ἀλλὰ τὰ πρῶτα. Τὰ κύρια καὶ βασικὰ ποὺ δὲν εἶναι ἄλλα ἀπὸ τὰ δογματικὰ καὶ ἰδίως τὸ παμμέγιστο ἐκκλησιολογικὸ θέμα, τὸ ὁποῖο ἀναφέρεται στὴν ἀρραγῆ ἑνότητα τοῦ ὅλου ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Στὴν ἑνότητα αὐτὴ ἡ ὁποία διασφαλίζεται τόσο ἀπὸ τὴν γνώση τῆς ἀλήθειας, ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν ἐφαρμογή της στὴν καθημερινότητα ποὺ ἔρχεται ὡς βιωματικὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἀποκαλυπτικῆς - ἀποστολικῆς ἀλήθειας.
Οἱ ἐξηγήσεις ποὺ παρέχει στὴ συνέχεια μὲ τὴν ἀποστολική του γραφίδα, ὁ ἱδρυτὴς τῆς κατὰ Κόρινθον ἐκκλησίας, πληροφοροῦν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες τοὺς πιστούς, γιὰ τὸ τί ἀκριβῶς εἶχε συμβεῖ.
Οἱ οἰκιακοί το οἴκου τῆς Χλόης τοῦ ἔδωσαν τὶς ἀνησυχητικὲς πληροφορίες ὅτι ὁ ἕνας ἔλεγε πὼς εἶναι ὀπαδὸς τοῦ Παύλου, ὁ ἄλλος τοῦ Ἀπολλώ, ἕτερος τοῦ Κηφᾶ (δηλ. τοῦ Πέτρου) καὶ ἄλλος ἔλεγε πὼς εἶναι τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἀφοῦ ἔτσι κατέληξαν τὰ πράγματα, ὁ Ἀπόστολος τοὺς θέτει ἕνα συγκλονιστικὸ ἐρώτημα ποὺ ταράζει συθέμελα καὶ ἀφανίζει ὅλα τὰ σχέδια ποὺ εἶχε ἀρχίσει νὰ ἐφαρμόζει ὁ ἐχθρὸς γιὰ τὴ διάσπαση τῆς Ἐκκλησίας.
«Μεμέρισται ὁ Χριστός;».
Ε, λοιπόν, τί πάθατε Κορίνθιοι; Ἔχει κομματιαστεῖ ὁ Χριστός;
Καὶ ἀφοῦ τοὺς συντάραξε μὲ τὸ φρικτό του τὸ ἐρώτημα, στὴ συνέχεια τοὺς γκρεμίζει τὶς πλάνες μὲ ἄλλα καταλυτικὰ καὶ τετραγωνικὰ ἐρωτήματα. «Μήπως ὁ Παῦλος σταυρώθηκε γιὰ σας; Ἢ μήπως βαπτισθήκατε στὸ ὄνομα τοῦ Παύλου;». Ὄχι ἀσφαλῶς! Τότε λοιπὸν γιατί ἐπιμένετε καὶ τονίζετε ὅτι εἶστε εἴτε τοῦ Παύλου, εἴτε ὁποιουδήποτε ἄλλου ἀνθρώπου;
Πράγματι, ἐρωτήματα ποὺ ἐν τῷ ἅμα, κονιορτοποιοῦν κάθε ὑποκειμενισμὸ καὶ κάθε πλάνη ποὺ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχει ἐμφιλοχωρήσει στὸ μυστικὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.
Καὶ μετὰ τὸ δυναμικὸ ξεκαθάρισμα ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι τοῦ Χριστοῦ καὶ κανενὸς ἀνθρώπου, ἔρχεται καὶ τοὺς ἀποκαλύπτει στοιχεῖα τῆς Ἀποστολικῆς του δράσεως τὰ ὁποία ἔχουν νὰ κάνουν ἄμεσα μὲ τὸ θέμα ποὺ -ὡς μὴ ὄφειλε- ἔχει ἀνακύψει.
Τοὺς βεβαιώνει ὅτι ἀπέφυγε ἀκόμη καὶ τὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος νὰ τελέσει ὁ ἴδιος προσωπικά, ἀκριβῶς γιὰ τὸν λόγο αὐτό. Γιὰ νὰ μὴν ἰσχυριστοῦν κάποιοι, λόγω πνευματικῆς ἀνωριμότητας, ὅτι ἀφοῦ τοὺς βάπτισε ὁ Παῦλος, ἄρα ἀνήκουν ἀποκλειστικὰ σὲ αὐτόν. Δὲν εἶχε λοιπὸν τελέσει τὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος ὁ Ἀπόστολος, παρὰ στοὺς Κρίσπο καὶ Γάϊο καὶ στὴν οἰκογένεια τοῦ Στεφανά.
Ἀλλά, ὁ κύριος λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Ἀπόστολος δὲν τελοῦσε ὁ ἴδιος τὸ βάπτισμα, εἶναι διότι ὁ Χριστὸς δὲν τὸν ἀπέστειλε στὴν οἰκουμένη ὡς Ἀπόστολό Του γιὰ νὰ βαπτίζει, ἀλλὰ γιὰ νὰ κηρύττει τὸ Εὐαγγέλιο. Νὰ κηρύσσεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὄχι μὲ ἐντυπωσιακὰ λόγια καὶ μὲ ἀνθρώπινες φιλοσοφικὲς σκέψεις, οὔτε μὲ ἐπιχειρήματα ἀπὸ τὴ σοφία τοῦ κόσμου, ἀλλὰ ἁπλὰ καὶ ταπεινά. Αὐθεντικὰ καὶ ἀκέραια, ἀκριβῶς γιὰ νὰ μὴ χάσει τὴ δύναμή του τὸ κήρυγμα περὶ τοῦ Σταυροῦ τὸ ὁποῖο συμπυκνώνει ὁλόκληρη τὴν ἀποκάλυψη, καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους.
Κάτι δηλ. ποῦ οὐδέποτε θὰ πρέπει νὰ διαφεύγει ἀπὸ τὸν νοῦ ὅσων ἔχουν ταχθεῖ στὸ «κηρύσσειν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ». Καὶ τοῦτο, διότι ὀ Ευαγγελικὸς λόγος δὲν ἔχει ἀνάγκη τὰ ἀνθρώπινα στηρίγματα καὶ μάλιστα τὴν «σοφία τοῦ κόσμου». Γι' αὐτὸ καὶ στὸ ἑπόμενο κεφάλαιο ἀναφέρει ἐπι λέξη τὰ ἑξῆς: «Σοφίαν δὲ λαλοῦμεν ἐν τοῖς τελείοις, σοφίαν δὲ οὐ τοῦ αἰῶνος τούτου, οὐδὲ τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου τῶν καταργουμένων. Ἀλλὰ λαλοῦμεν σοφίαν Θεοῦ ἐν μυστηρίω, τὴν ἀποκεκρυμμένην, ἢν προώρισεν ὁ Θεὸς πρὸ τῶν αἰώνων εἰς δόξαν ἠμῶν» (Α' Κορ. β' 6-7).

Χωρὶς ἀμφιβολία, φίλοι μου, τὰ λόγια του Ἀποστόλου συγκίνησαν τοὺς πιστούς της Κορίνθου, μὰ καὶ συγκινοῦν βαθύτατα τὴν κάθε γενιὰ τῶν πιστῶν ποὺ ἐὰν δὲν προσέξει, κινδυνεύει ἀπὸ τοὺς ἴδιους λόγους νὰ πάθει τὰ ἴδια ἀλλὰ καὶ χειρότερα.
Βεβαίως, ὅπως ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴν «τραγικὴ» δυνατότητα νὰ τὶς καταπατᾶ μὲ ὀλέθρια τὰ ἀποτελέσματα, ἔτσι καὶ τὰ θεόπνευστα αὐτὰ Ἀποστολικὰ λόγια, κατὰ καιροὺς βρίσκονται ἄνθρωποι ποὺ τὰ περιφρονοῦν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ νὰ μὴν λείπουν ποτὲ οἱ αἱρέσεις, τὰ σχίσματα καὶ οἱ φατρίες ποὺ ταράσσουν καὶ σχίζουν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ.
Καί, ναὶ μὲν ὁ πρῶτος αἴτιος τῶν καταστάσεων αὐτῶν εἶναι ὁ ἐχθρός το Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων «ὁ ὄφις ὁ μέγας ὁ ἀρχαῖος, ὁ καλούμενος Διάβολος καὶ ὁ Σατανᾶς, ὁ πλανῶν τὴν οἰκουμένην ὅλην» (Ἀποκ. Ἰβ' 9).
Ὅμως, ἐὰν δὲν τὸ ἐπιτρέψει ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος, μὲ τὴν προαίρεσή του, ὁ ἐχθρὸς δὲν μπορεῖ ἐπὶ τῆς οὐσίας νὰ κάνει τίποτε ἀπολύτως, παρὰ μόνο νὰ πειράζει.
Ἑπομένως, φέρει τεραστία τὴν εὐθύνη καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος ὅταν δέχεται τὶς εἰσηγήσεις τοῦ διαβόλου καὶ ἐν προκειμένω δημιουργοῦνται διαιρέσεις καὶ σχίσματα, ποὺ ἐν πολλοῖς, ὅπως μᾶς διδάσκει ἡ ἐκκλησιαστική μας ἱστορία, καταλήγουν τελικῶς σὲ αἱρέσεις καὶ σὲ ἀπώλειες ψυχῶν.

Ἀλλ' ἂς ἐπιμείνουμε γιὰ λίγο ἀκόμα στὸ κεντρικὸ αὐτὸ σημεῖο ποὺ ἀπασχολεῖ καὶ τὸν Ἀπόστολο, διότι ἡ ἐπίγνωση τῆς ἀσθενείας, ὁδηγεῖ καὶ στὴν θεραπεία, κατὰ τὸ ἀπολύτως σωστὸ ἰατρικὸ θέσφατο.
Φέρουμε λοιπὸν καὶ στὸ θέμα αὐτὸ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, ὅλοι μας, τὴν εὐθύνη. Δὲν ἁπαλάσσεται κανένας ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Βεβαίως, θὰ πρέπει νὰ ὁμολογηθεῖ ὅτι κατὰ πρῶτο λόγο τὴν εὐθύνη τὴν φέρουν οἱ ταγοί, οἱ ποιμένες καὶ διδάσκαλοι τοῦ Σώματος, καὶ κατὰ δεύτερο λόγο τὴν εὐθύνη τὴν φέρουν οἱ πιστοί.
Οἱ πρῶτοι εὐθύνονται γιὰ τὸ ἐὰν ἐργάζονται προσωποκεντρικά, συνδέοντας τοὺς πιστούς, ὄχι μὲ τὸ Θεανδρικὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου, πράγμα ποὺ ἀποτελεῖ τὴν καθαυτὸ ἀποστολή τους, ἀλλὰ μὲ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτόν τους. Ἴσως τοῦτο, ἐὰν γίνεται, σὲ ὁρισμένες τῶν περιπτώσεων νὰ συμβαίνει ἐντελῶς ἀσυνείδητα, πάντως, τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν τῶν καταστάσεων δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ἀρνητικὰ καὶ κάποιες φορές, ὀλέθρια.
Οἱ δεύτεροι, οἱ πιστοὶ τώρα, φέρουν καὶ αὐτοὶ τὴν εὐθύνη τους, διότι ἐὰν δὲν προσέξουν, παραμονεύει ὁ μεγάλος κίνδυνος νὰ προσκολληθοῦν παθολογικὰ σὲ πρόσωπα ἀλλὰ καὶ καιρικὰ σχήματα, ἀνάγοντας τὰ πρόσωπα σὲ «ἀλάθητα» καὶ τὰ δευτερευούσης σημασίας πράγματα σὲ ὅρους σωτηρίας. Φυσικά, καὶ οἱ δύο περιπτώσεις, τόσο τῶν ἀπρόσεκτων ποιμένων, ὅσο καὶ τῶν ἁπλοϊκῶν, καὶ ὄχι μόνο, πιστῶν, ἀποδεικνύουν πνευματικὴ ἀνωριμότητα καὶ γήινο φρόνημα. Πολὺ γήινο φρόνημα...

Δὲν θὰ κάνουμε τώρα λόγο γιὰ τὶς φοβερὲς αἱρέσεις ποὺ λυμαίνονται τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας μας. Θὰ ἐπιμείνουμε, ὅμως, καὶ ἴσως στενοχωρήσουμε κάποιους «ἀδελφούς», στὸ θέμα τῶν σχισμάτων. Μία δήλ. πολὺ πονεμένη ἱστορία γιὰ τὴν ὅπου γὴς Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας καὶ μάλιστα τὴν Ἑλλαδική.
Πόσο καλύτερα, τουλάχιστον, ἐὰν ὄχι ἄριστα, θὰ ἤσαν τὰ πράγματα, ἐὰν κάποιοι ποὺ μὲ τὸ «λάβαρο» τῆς Ὀρθοδοξίας δημιουργοῦν «ἱερὲς συνόδους», ἔσκυβαν στὸν ἀποστολικὸ αὐτὸν λόγο καὶ ἀναμετροῦσαν τὶς συνέπειες τῶν πράξεών τους; Καὶ πόσο ἐξευτελιστικὸ καὶ ὀδυνηρὸ εἶναι στὴν πατρίδα μας μόνο νὰ ἀριθμοῦνται πλέον τῶν δέκα «συνόδων ὀρθοδόξου ἐκκλησίας»; Ἀπίστευτο καὶ ὅμως ἀληθινό!

Καὶ ὅταν μὲ κάθε καλὴ διάθεση θέτεις τὸ ἐρώτημα: «καλὰ βρὲ ἀδελφοί μου, γιατί ὅλα αὐτά;» ἡ ἀπάντηση ποὺ λαμβάνεις εἶναι τόσο ἀποκαρδιωτικὴ (ποὺ ἀποδεικνύει ὄχι ἁπλῶς ἔλλειψη στοιχειώδους θεολογικῆς παιδείας, ἀλλὰ καὶ ἴσως ἔλλειψη φόβου Θεοῦ...). «Διότι» λένε, «ὅπου ὑπάρχει ὁ ἀγώνας, ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ ἡ διαίρεσις»! (Λὲς καὶ κτίζεται ὁ Πύργος τῆς Βαβὲλ καὶ λησμονοῦν οἱ ἄνθρωποι ὅτι αὐθεντικὸς ἀγώνας φέρει τὴν ἑνότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος).

Φυσικά, ὁ πειρασμὸς θὰ βρεῖ καὶ ὄντως βρίσκει πολλὰ σημεῖα ποὺ συλλαμβάνει ὅσους θέλουν νὰ συλληφθοῦν στὸ δίχτυ τοῦ σχίσματος. Τὴ μία εἶναι τὸ ἡμερολογιακὸ ζήτημα, τὴν ἄλλη τὸ θέμα τοῦ οἰκουμενισμοῦ, κατόπιν κάποια ἁγιοποίηση κ.λ.π., μὲ ἀποτέλεσμα δυστυχῶς, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ὁ ὑπέρμαχοι τῆς «ταλαίπωρης ὀρθοδοξίας» νὰ δημιουργοῦν τέτοιου εἴδους σχολή, ὥστε σὲ λίγο διάστημα καιροῦ νὰ ἀποκηρύσσονται ἀπὸ τοὺς ἴδιους τους, ἕως τῆς στιγμῆς ἐκείνης, φανατικοὺς ὀπαδούς τους, καὶ νὰ ἀφορίζονται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν «ἱεραρχία» τους, ὡς συμβιβασμένοι καὶ προδότες τῶν «πατρίων παραδόσεων» καὶ τοῦ «ἱεροῦ ἀγῶνος».
Καὶ ἔτσι, «οὐκ ἔσται παύλα τῶν δεινῶν»...
Φυσικά, ἀπὸ ἀδικαιολόγητες δικαιολογίες, καὶ ἀπὸ «προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις»; Ἄλλο καλὸ (μᾶλλον κακό).
Ὅμως, ὅταν ὁμιλοῦν τὰ ἴδια τὰ γεγονότα καὶ ἐπιβεβαιώνουν τοὺς ἀποστολικοὺς φόβους περὶ σχίσματος, καὶ μάλιστα μὲ «βυζαντινὴ μεγαλοπρέπεια» καὶ μὲ «ἐθνικὲς ἐνδυμασίες», τότε τὰ πράγματα καταντοῦν ἀπὸ τραγικά, δυστυχῶς, κωμικά.. καὶ τ' ἀνάπαλιν.

Ἀδελφοί μου.
Τὸ σημερινό μας Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα κρούει τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου πρὸς ὅλες τὶς κατευθύνσεις.
Ἐπαναλαμβάνουμε, ἡ εὐθύνη εἶναι ὅλων μας καὶ ὁλοφάνερη. Ταυτοχρόνως δὲ τὸ χρέος γιὰ ἀρραγῆ ἑνότητα στην Εκκλησία μας, βαραίνει τοὺς ἀσθενικούς μας ὤμους.
Θὰ μείνουμε ὅπως πρέπει νὰ μείνουμε καὶ θὰ σταθοῦμε στὶς θέσεις μας ἐὰν δείξουμε ὁλοκληρωτικὴ ἀφοσίωση, ὄχι βεβαίως σὲ ἀνθρώπους, ἀλλὰ στὸν ἴδιο τὸν Κύριο Ἰησοῦ, καὶ ἐὰν μὲ μυστηριακὴ καὶ ἁγιαστικὴ ζωή, οἰκοδομοῦμε «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους» ἐντός του Σώματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.
Τὸ λοιπόν, μακριὰ ἀπὸ διαιρέσεις καὶ σχίσματα, μακριὰ ἀπὸ ἀνθρώπινα σχήματα καὶ κατασκευάσματα ποὺ στὸ ὄνομα δῆθεν τὴν ἀλήθειας, σχίζουν τὸν ἄρραφο χιτώνα τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁδηγοῦν στὴν ἀπώλεια.