Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

Ο Άγιος Νεκτάριος και η Ελληνική Φιλοσοφία

Ο Άγιος Νεκτάριος και η Ελληνική Φιλοσοφία


Ο Άγιος Νεκτάριος και η Ελληνική Φιλοσοφία
Ο  ΑΓΙΟΣ  ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ
ΚΑΙ  Η  ΕΛΛΗΝΙΚΗ  ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

«…μόνον τό ἔθνος τό Ἑλληνικόν ἔμεινε
ὡς πρόσωπο δρῶν ἐπί τῆς παγκοσμίου σκηνῆς,
καθ’ ὅλους τούς αἰῶνας, καί τοῦτο διότι
ἡ ἀνθρωπότης δεῖται αἰωνίων διδασκάλων.»
(Ἁγ. Νεκταρίου, Ἱερῶν & Φιλοσοφικῶν Λογίων Θησαύρισμα)
Tίς πιό πολλές φορές γνωρίζουμε τούς ἁγίους μέσα ἀπό τά πολυποίκιλα θαύματά τους ἤ τά βοηθητικά τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἔργα τους καί λιγότερο ἀπό τίς ἐπιστημονικές τους γνώσεις καί μελέτες, ἀπό τούς ἀγῶνες τους γιά τήν ἀνόρθωση τοῦ Γένους καί τήν ἀναμόρφωση τῆς πατρίδας μας.
Ἡ ἐνασχόληση πολλῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μέ τά κλασσικά ἔργα καί τήν πνευματική μας κληρονομιά ἐν γένει, τό ἐνδιαφέρον μέ τό ὁποῖο τήν περιέβαλαν καθώς καί τά συμπεράσματα καί οἱ διαπιστώσεις τους ἀπό τήν μελέτη τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων συγγραφέων, δίνουν σέ μᾶς σήμερα ἐλπίδα καί αἰσιοδοξία γιά νά ἀντέξουμε τά δεινά στά ὁποῖα ὁδηγεῖται ἀργά καί μεθοδικά ἡ πατρίδα μας καί κάθε ἄνθρωπος πού θέλει νά παραμείνει πρόσωπο.
Οἱ ἀναφορές τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου στούς ἀρχαίους Ἕλληνες σοφούς ἔχουν τέτοιο εὖρος, πού προκαλοῦν τόν θαυμασμό, ὄχι μόνο γιά τίς γνώσεις ἀλλά καί γιά τό πῶς τίς ἀξιοποίησε ὁ λόγιος Ἱεράρχης καί ἅγιος παιδαγωγός, συμβάλλοντας στήν ἀναβάθμιση τῆς ἐκπαίδευσης καί τήν ἀνύψωση τῆς παιδείας, σέ μιά ἐποχή κρίσιμη γιά τόν Ἑλληνισμό.
Βαθύτατος γνώστης τῆς θύραθεν Γραμματείας καί τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, ἀναλαμβάνει ὁ ἴδιος, στό σημαντικότερο γιά τήν ἐκκλησιαστική ζωή τῆς Ἑλλάδας ἵδρυμα μετά τή Θεολογική Σχολή Ἀθηνῶν, στή Ριζάρειο Σχολή, τή διδασκαλία τῶν Ἑλλήνων καί Λατίνων κλασσικῶν, εἰσηγεῖται τή διδασκαλία τῶν Ἠθικῶν τοῦ Πλουτάρχου, τῶν ἀρχαίων τραγωδιῶν, τῶν Ἑλλήνων Πατέρων καί κλασσικῶν συγγραφέων, ἐνῶ ἡ Πολιτεία, ἀναγνωρίζοντας τό συγγραφικό του ἔργο, τοῦ ἀναθέτει τό ἔργο τοῦ κριτῆ στά Διδασκαλεῖα καί στά Ἐκπαιδευτήρια τῆς Μέσης Ἐκπαίδευσης.
Στόν Β΄ Τόμο τοῦ συγγράμματός του Ἱερῶν καί Φιλοσοφικῶν Λογίων Θησαύρισμα, ἐξηγεῖ γιά ποιό λόγο ἔλαβε ὡς θέμα μελέτης του τήν Ἑλληνική Φιλοσοφία καί γιατί τό θεωρεῖ «ὡς θέμα πολλῆς σπουδαιότητος διά τούς Ἕλληνας»: Ὁ πόθος του νά ἀθροίσει ὅ,τι ὑγιές περί Θεοῦ, περί ψυχῆς καί περί ἀρετῆς δίδαξαν οἱ πρόγονοί μας, τόν ὁδήγησε νά θησαυρίσει σέ ἕνα τεῦχος τίς σοφές γνῶμες τῶν σοφῶν Ἑλλήνων. Ἀπό τή μελέτη αὐτή ἐπείσθη ὅτι «οἱ Ἕλληνες σοφοί, ἐν ὅλῳ καί ἐν μέρει, ὑπῆρξαν διδάσκαλοι τῆς ἀληθείας, ὅτι ταύτης ἐγένοντο ἐρασταί καί ταύτην ἐπεζήτησαν καί ὅτι ὁ ἔρως τῆς γνώσεως τῆς ἀληθείας ἦν ὁ πρός τήν ἀληθῆ φιλοσοφίαν αὐτούς ἄγων· οὗτος ἤγαγεν κατά μικρόν τό Ἑλληνικόν ἔθνος πρός τήν εὐκρινεστέραν γνῶσιν τῆς ἀληθείας καί τελευταῖον πρός τήν ἀποκαλυφθεῖσαν ἀλήθειαν».      
Ἀξίζει, πιστεύουμε, νά μεταφέρουμε ἐπί λέξει τί ἔγραψε ἕνας ἅγιος τοῦ μεγέθους τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου στήν «Προθεωρία» τοῦ παραπάνω συγγράμματός του: «Ἑλληνική φιλοσοφία. Δύο λέξεις· ἀλλά λέξεις μεσταί μεγάλων καί ὑψηλῶν ἐννοιῶν. Ἐν αὐταῖς ἐγκολποῦται ἡ τελεία περί ἀνθρώπου ἔννοια· ἐν αὐταῖς συνάπτονται τά πέρατα τῆς φιλοσοφικῆς ἐνεργείας· ἐν αὐταῖς περιλαμβάνεται τό σύνολον τῶν ἐπιστημονικῶν ἀρχῶν· ἐν αὐταῖς ἐκφράζεται τό πνεῦμα τῆς ἀναπτυχθείσης ἀνθρωπότητος· ἐν αὐταῖς χαρακτηρίζεται ἡ τελεία τοῦ ἀνθρώπου εἰκών· ἐν αὐταῖς ὁμολογεῖται τό μέγεθος τοῦ ἀνθρωπίνου νοός· τό ὕψος τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας, τό βάθος τῶν ἐννοιῶν, ἡ ἰσχύς καί τό κάλλος τοῦ λόγου, ἡ λεπτότης τῶν διανοημάτων, ἡ εὐκρίνεια καί ἡ σαφήνεια αὐτῶν, ἡ δύναμις, ἡ χάρις αὐτῶν, καί τέλος ἡ θειότης τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Ἑλληνική φιλοσοφία εἶναι ἡ θεμελιώδης ἀρχή τῆς ἀληθοῦς ἀναπτύξεως καί μορφώσεως· εἶναι ὁ παιδαγωγός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ποδηγέτης πρός τήν εὐσέβειαν. Αὕτη ἐγένετο διδάσκαλος τῆς ἀληθείας, διδάσκουσα τόν ἄνθρωπον τίς ἐστι, τίς ἡ ἐν τῷ κόσμω ἀποστολή αὐτοῦ, καί τί δέον ἐργάζεσθαι, διδάσκουσαν αὐτόν τήν ὕπαρξιν τοῦ Θεοῦ, τήν σχέσιν αὐτοῦ πρός τό θεῖον, καί τήν σχέσιν τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπον· διδάσκουσα τά θεῖα ἰδιώματα καί τήν συγγένειαν τοῦ ἀνθρώπου πρός τό θεῖον. Ἡ Ἑλληνική φιλοσοφία ἐδίδαξεν τήν πρόνοιαν τοῦ Θεοῦ πρός τήν ἀνθρωπότητα καί ἐγένετο διά τῶν ὑγιῶν αὐτῆς θεωριῶν παιδαγωγός τῆς ἀνθρωπότητος εἰς Χριστόν.»
Ὁ Ἕλληνας, κατά τόν Ἅγιο Νεκτάριο, γεννήθηκε κατακτητής τοῦ πνεύματος, δέν ζήτησε δούλους, ἀλλά ἐλεύθερους. Αὐτό ἀγάπησε καί ἡ Θεία αὐτή ἀγάπη ἔγινε ἐλατήριο ὅλων τῶν ὁρμῶν του, μορφώνοντας καί τόν ἐθνικό του χαρακτῆρα πού διέμεινε ἀναλλοίωτος. Ὁ ἐθνικός χαρακτήρας τοῦ Ἕλληνα ἦταν ἀδύνατον νά μήν ἐνθουσιαστεῖ ἀπό τίς ἀρχές τοῦ χριστιανισμοῦ καί νά μήν τόν ὑποστηρίξει μέ τούς ἀγῶνες καί τό αἷμα του. Ὁ χριστιανισμός, γράφει ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, ἦταν ἀγάπη καί ἐπαγγελλόταν νά διδάξει τούς ἀνθρώπους τήν ἀλήθεια μέ τήν τέλεια καί πλήρη της μορφή, νά ἐνισχύσει καί ἀνυψώσει τή φιλοσοφία στήν ὕψιστή της περιωπή, νά τῆς ἀποκαλύψει τά μυστήρια πού μένουν σ’ αὐτήν καλυμμένα, νά παράσχει τή λύση τῶν αἰωνίων προβλημάτων, νά ἄρει τήν ἀχλύ ἀπό τόν νοῦ τῶν ἀνθρώπων, νά ἑρμηνεύσει τά αἰσθήματά τους, νά τούς διδάξει καθετί πού ἐπιθυμοῦσαν νά μάθουν καί νά γνωρίσουν, νά τούς ξυπνήσει καί ἀπαλλάξει ἀπό τή δεισιδαιμονία, νά συνδέσει τήν ἀνθρωπότητα μέ τό δεσμό τῆς ἀδελφικῆς ἀγάπης καί νά τήν ὁδηγήσει πρός τόν Θεό.
Ἡ ὑγιαίνουσα φιλοσοφία, κατά τόν ἅγιο Ἱεράρχη, εἶναι ἔργο τῆς Θείας οἰκονομίας καί μέ τή βοήθειά της ὁ ἄνθρωπος διδάχτηκε τίς ἠθικές ἀρετές καί συνέλαβε τίς θεῖες ἰδιότητες γιά νά μπορέσει νά ἐξομοιωθεῖ μέ τόν Θεό.
Ἡ Ἑλληνική φιλοσοφία ὅμως, δέν ἦταν καί δέν μποροῦσε νά ἀποβεῖ ὁ σκοπός καί τό τελικό ὅριο τοῦ πνευματικοῦ βίου τοῦ ἀνθρώπου. Ἦταν «συναίτιον αἴτιον καί συνεργός καί αἰτία καταλήψεως τῆς ἀληθείας, οὐχί δέ αὐτή ἡ ἀλήθεια». Στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου παρέμενε πάντοτε κενό, τό ὁποῖο ἡ Ἑλληνική φιλοσοφία δέν μποροῦσε ὄχι μόνο νά καλύψει, ἀλλά, ἀντίθετα, τό μεγένθυνε, διότι ἔβρισκε, βέβαια, τόν Θεό στά δημιουργήματα καί ἀνέπτυσσε στόν ἄνθρωπο τήν ἀγάπη πρός Αὐτόν, ἀδυνατοῦσε ὅμως νά Τόν προσπελάσει, νά Τόν ἐγκολπωθεῖ, νά Τόν δεῖ πρόσωπο πρός πρόσωπο, γιά νά πιστέψει. Τό πνεῦμα καί ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου ἀπαιτοῦσε ἀπόδειξη τῆς ἀλήθειας τῆς διδασκαλίας της, δέν τοῦ ἀρκοῦσε καί δέν πειθόταν νά οἰκοδομήσει τή ζωή του  ἁπλᾶ καί μόνο μέ ὑγιεῖς καί ἠθικές θεωρίες, μέ ὡραῖες ἰδέες. Καί ἡ ἀπόδειξη, λέει ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, ἔλειπε, διότι ἡ Ἑλληνική φιλοσοφία δέν εἶχε τή μεγαλουργό δύναμη πού πείθει καί μέ λόγια καί μέ ἔργα, διότι στεροῦνταν τή Θεία Ἀποκάλυψη πού ἐπαναπαύει τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι, ναυάγησε, εὐθύς μόλις ἀπέπλευσε, ὅπως χαρακτηριστικά ἀναφέρει στήν κατακλεῖδα τῆς μελέτης του, προσκρούοντας σ’ αὐτόν τόν σκόπελο τῆς ἀδυναμίας της νά ἀποδείξει τήν ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας της, νά βεβαιώσει καί νά πείσει γι’ αὐτήν. Ἡ ἀνθρωπότητα ζητοῦσε Θεία Ἀποκάλυψη, εἶχε ἀνάγκη Θείου διαπλάστη,  πού ἡ φιλοσοφία τά στεροῦνταν.  
Ἡ Ἑλληνική σοφία ἁπλᾶ προετοίμασε καί ὁδήγησε τήν ἀνθρωπότητα νά βρεῖ αὐτά στόν χριστιανισμό, στήν πίστη, δηλαδή, τή θεμελιωμένη στή Θεία Ἀποκάλυψη. Ἦταν ἡ προπαίδεια καί ὁ ποδηγέτης στόν χριστιανισμό.
Στυλιανή Σπυροπούλου
Φιλόλογος
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀριθ. Τεύχους 135
 Νοέμβριος  2013

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ

Αίρεση

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣΗ

Αίρεση είναι η θρησκευτική διδασκαλία που παρεκκλίνει από τη γνήσια και αυθεντική χριστιανική πίστι και επομένως πλανεμένη, αντορθόδοξη και αντιχριστιανική.
 (Αιρέσεις, Αίρεση, Αίρεσις)

O Διάβολος, όταν είδε ότι πλέον η ισχύς του κυριολεκτικά κατερρακώθη με τον Σταυρό και την Ανάστασι του Χριστού, άρχισε να πολεμά την Εκκλησία με μίαν νέαν μέθοδον, με την μέθοδον της νοθείας. Δεν έρχεται να πη ότι ο Χριστός δεν είναι τίποτε γιατί ενικήθη∙ έρχεται όμως να μιλήση με την γλώσσα της νοθείας και να πη: «Ναι, βεβαίως! εγώ δέχομαι τον Ιησούν Χριστόν. Βεβαίως! Αλλά, ξέρετε, ο Ιησούς Χριστός - σπουδαίος άνθρωπος!- αλλά...δεν είναι Θεός»! Ή το άλλο: «Βεβαίως! είναι Θεός!... Αλλά δεν έγινε άνθρωπος ήτανε φαινομενικά άνθρωπος»! Και ούτω καθ΄ εξής. Δηλαδή με κάθε τρόπο επιδιώκει να δημιουργήση ο Διάβολος μίαν απόκλισιν από την αλήθεια. Κι αυτή η απόκλισης από την αλήθεια λέγεται αίρεσις.

Π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ   ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Βασικά σημεία διαφοράς μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας και Παπισμού (Σεβασμ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος Βλάχος)

  • Βασικά σημεία διαφοράς μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας και Παπισμού (Σεβασμ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος Βλάχος)
alopsis
ΘΕΟΛΟΓΙΑ
1. Οι Επίσκοποι της Παλαιάς Ρώμης, παρά τις μικρές και μη ουσιαστικές διαφορές, είχαν πάντοτε κοινωνία με τους Επισκόπους της Νέας Ρώμης και τους Επισκόπους της Ανατολής μέχρι το 1009-1014, όταν για πρώτη φορά κατέλαβαν τον θρόνο της Παλαιάς Ρώμης οι Φράγκοι Επίσκοποι. Μέχρι το 1009 οι Πάπες της Ρώμης και οι Πατριάρχες της Κωνσταντινουπόλεως ήσαν ενωμένοι στον κοινό αγώνα εναντίον των Φράγκων Ηγεμόνων και Επισκόπων, αλλά και των κατά καιρούς αιρετικών.

2. Οι Φράγκοι στην Σύνοδο της Φραγκφούρτης το 794 κατεδίκασαν τις αποφάσεις της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου και την τιμητική προσκύνηση των ιερών εικόνων. Επίσης το 809 οι Φράγκοι εισήγαγαν στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque, την διδασκαλία δηλαδή περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και εκ του Υιού. Αυτήν την εισαγωγή κατεδίκασε τότε και ο ορθόδοξος Πάπας της Ρώμης. Στην Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως επί Μεγάλου Φωτίου, στην οποία συμμετείχαν και εκπρόσωποι του ορθοδόξου Πάπα της Ρώμης, κατεδίκασαν όσους είχαν καταδικάσει τις αποφάσεις της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου και όσους προσέθεσαν στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque. Όμως για πρώτη φορά ο Φράγκος Πάπας Σέργιος Δ' το 1009 στην ενθρονιστήρια επιστολή του προσέθεσε στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque και ο Πάπας Βενέδικτος Η’ εισήγαγε το πιστεύω με το Filioque στην λατρεία της Εκκλησίας, οπότε ο Πάπας διεγράφη από τα δίπτυχα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.


3. Η βασική διαφορά μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Παπισμού βρίσκεται στην διδασκαλία περί της ακτίστου ουσίας και ακτίστου ενεργείας του Θεού. Ενώ οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε ότι ο Θεός έχει άκτιστη ουσία και άκτιστη ενέργεια και ότι ο Θεός έρχεται σε κοινωνία με την κτίση και τον άνθρωπο με την άκτιστη ενέργειά Του, εν τούτοις οι Παπικοί πιστεύουν ότι στον Θεό η άκτιστη ουσία ταυτίζεται με την άκτιστη ενέργειά Του (actus purus) και ότι ο Θεός επικοινωνεί με την κτίση και τον άνθρωπο δια των κτιστών ενεργειών Του, δηλαδή ισχυρίζονται ότι στον Θεό υπάρχουν και κτιστές ενέργειες. Οπότε η Χάρη του Θεού δια της οποίας αγιάζεται ο άνθρωπος θεωρείται ως κτιστή ενέργεια. Αλλά έτσι δεν μπορεί να αγιασθή.

Από αυτήν την βασική διδασκαλία προέρχεται η διδασκαλία περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και εκ του Υιού, το καθαρτήριο πύρ, το πρωτείο του Πάπα κλπ.


4. Εκτός από την θεμελιώδη διαφορά μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Παπισμού στο θέμα της ουσίας και ενεργείας στον Θεό, υπάρχουν άλλες μεγάλες διαφορές, που έγιναν κατά καιρούς αντικείμενα θεολογικών διαλόγων, ήτοι:

– το Filioque, ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιό με αποτέλεσμα να μειώνεται η μοναρχία του Πατρός, να καταργήται η τέλεια ισότητα των προσώπων της Αγίας Τριάδος, να μειώνεται ο Υιός κατά την ιδιότητά Του να γεννά, εάν υπάρχει ενότητα μεταξύ Πατρός και Υιού, να υποτιμάται το Άγιον Πνεύμα ως μη ισοδύναμο και ομόδοξο με τα άλλα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, αφού παρουσιάζεται ωσεί “πρόσωπο στείρο”,

– η χρησιμοποίηση αζύμου άρτου στην θεία Ευχαριστία που παραβαίνει τον τρόπο με τον οποίο ο Χριστός ετέλεσε το μυστικό δείπνο,

– ο καθαγιασμός των “τιμίων δώρων” που γίνεται όχι με την επίκληση, αλλά με την απαγγελία των ιδρυτικών λόγων του Χριστού “λάβετε φάγετε... πίετε εξ αυτού πάντες...”,

– η θεωρία ότι η σταυρική θυσία του Χριστού εξιλέωσε την θεία δικαιοσύνη, που παρουσιάζει τον Θεό Πατέρα ως φεουδάρχη και παραθεωρεί την Ανάσταση,

– η θεωρία περί της “περισσευούσης αξιομισθίας” του Χριστού και των αγίων που την διαχειρίζεται ο Πάπας,

– ο χωρισμός και η διάσπαση μεταξύ των μυστηρίων Βαπτίσματος, Χρίσματος, και θείας Ευχαριστίας,

– η διδασκαλία περί της κληρονομήσεως της ενοχής του προπατορικού αμαρτήματος,

– οι λειτουργικές καινοτομίες σε όλα τα μυστήρια της Εκκλησίας (Βάπτισμα, Χρίσμα, Ιερωσύνη, Εξομολόγηση, Γάμος, Ευχέλαιον),

– η μη μετάληψη των λαϊκών από το “Αίμα” του Χριστού,

– το πρωτείο του Πάπα, κατά το οποίο ο Πάπας είναι “ο episcopus episcoporum και η πηγή της ιερατικής και της εκκλησιαστικής εξουσίας, είναι η αλάθητος κεφαλή και ο Καθηγεμών της Εκκλησίας, κυβερνών αυτήν μοναρχικώς ως τοποτηρητής του Χριστού επί της γής” (Ι. Καρμίρης). Με αυτήν την έννοια ο Πάπας θεωρεί τον εαυτό του διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου, στον οποίον υποτάσσονται οι άλλοι Απόστολοι, ακόμη και ο Απόστολος Παύλος,

– η μη ύπαρξη συλλειτουργίας κατά τις λατρευτικές πράξεις,

– το αλάθητο του Πάπα,

– το δόγμα της ασπίλου συλλήψεως της Θεοτόκου και γενικά η μαριολατρεία, κατά την οποία η Παναγία ανυψώνεται στην Τριαδική θεότητα και μάλιστα γίνεται λόγος και για Αγία Τετράδα,

– οι θεωρίες της analogia entis και analogia fidei που επικράτησαν στον δυτικό χώρο.

– η συνεχής πρόοδος της Εκκλησίας στην ανακάλυψη των πτυχών της αποκαλυπτικής αλήθειας,

– η διδασκαλία περί του απολύτου προορισμού,

– η άποψη περί της ενιαίας μεθοδολογίας για την γνώση του Θεού και των κτισμάτων, η οποία οδήγησε στην σύγκρουση μεταξύ θεολογίας και επιστήμης.


5. Επίσης, η μεγάλη διαφοροποίηση, η οποία δείχνει τον τρόπο της θεολογίας βρίσκεται και στην διαφορά μεταξύ σχολαστικής και ησυχαστικής θεολογίας. Στην Δύση αναπτύχθηκε ο σχολαστικισμός, ως προσπάθεια διερεύνησης όλων των μυστηρίων της πίστεως με την λογική (Άνσελμος Καντερβουρίας, Θωμάς Ακινάτης), ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία επικρατεί ο ησυχασμός, δηλαδή η κάθαρση της καρδιάς και ο φωτισμός του νού, για την απόκτηση της γνώσης του Θεού. Ο διάλογος μεταξύ του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του σχολαστικού και ουνίτη Βαρλαάμ είναι χαρακτηριστικός και δείχνει την διαφορά.

6. Συνέπεια όλων των ανωτέρω είναι ότι στον Παπισμό έχουμε απόκλιση από την ορθόδοξη Εκκλησιολογία. Ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία δίνεται μεγάλη σημασία στην θέωση που συνίσταται στην κοινωνία με τον Θεό, δια της οράσεως του ακτίστου Φωτός, οπότε οι θεούμενοι συνέρχονται σε Οικουμενική Σύνοδο και οριοθετούν ασφαλώς την αποκαλυπτική αλήθεια σε περιπτώσεις συγχύσεως, εν τούτοις στον Παπισμό δίνεται μεγάλη σημασία στον θεσμό του Πάπα, ο οποίος Πάπας υπέρκειται ακόμη και από αυτές τις Οικουμενικές Συνόδους. Σύμφωνα με την λατινική θεολογία “η αυθεντία της Εκκλησίας υπάρχει τότε μόνον όταν στηρίζεται και εναρμονίζεται με την θέληση του Πάπα. Σε αντίθετη περίπτωση εκμηδενίζεται”. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι θεωρούνται ως “συνέδρια του Χριστιανισμού που συγκαλούνται υπό την αυθεντία και την εξουσία και την προεδρία του Πάπα”. Αρκεί να βγή ο Πάπας από την αίθουσα της Οικουμενικής Συνόδου, οπότε αυτή παύει να έχη κύρος. Ο Επίσκοπος Μαρέ έγραψε: “θά ήταν πιο ακριβείς οι ρωμαιοκαθολικοί αν εκφωνώντας το “Πιστεύω” έλεγαν: “καί εις έναν Πάπαν” παρά να λένε: “καί εις μίαν... Εκκλησίαν””.

Επίσης, “η σημασία και ο ρόλος των Επισκόπων μέσα στην ρωμαϊκή Εκκλησία δεν είναι παρά απλή εκπροσώπηση της παπικής εξουσίας, στην οποία και οι ίδιοι οι Επίσκοποι υποτάσσονται, όπως οι απλοί πιστοί”. Στην παπική εκκλησιολογία ουσιαστικά υποστηρίζεται ότι “η αποστολική εξουσία εξέλιπε με τους αποστόλους και δεν μετεδόθη στους διαδόχους τους επισκόπους. Μονάχα η παπική εξουσία του Πέτρου, υπό την οποίαν βρίσκονταν όλοι οι άλλοι, μετεδόθη στους διαδόχους του Πέτρου, δηλαδή στους Πάπες”. Μέσα σε αυτήν την προοπτική υποστηρίζεται από την παπική “Εκκλησία” ότι όλες οι Εκκλησίες της Ανατολής είναι διϊστάμενες και έχουν ελλείψεις και κατά οικονομίαν μας δέχονται σε κοινωνία, και βέβαια κατ’ οικονομίαν μας δέχονται ως αδελφάς Εκκλησίας, επειδή αυτή αυτοθεωρείται ως μητέρα Εκκλησία και εμάς μας θεωρούν θυγατέρες Εκκλησίες.


7. Το Βατικανό είναι κράτος και ο εκάστοτε Πάπας είναι ο ηγέτης του Κράτους του Βατικανού. Πρόκειται για μια ανθρωποκεντρική οργάνωση, για μια εκκοσμίκευση και μάλιστα θεσμοποιημένη εκκοσμίκευση. Το Κράτος του Βατικανού ιδρύθηκε το 755 από τον Πιπίνο τον Βραχύ, πατέρα του Καρλομάγνου και στην εποχή μας αναγνωρίσθηκε το 1929 από το Μουσολίνι. Είναι σημαντική η αιτιολογία της ανακηρύξεως του Παπικού Κράτους, όπως το υποστήριξε ο Πίος ΙΑ’: “ο επί της γης αντιπρόσωπος του Θεού δεν δύναται να είναι υπήκοος επιγείου κράτους”. Ο Χριστός ήταν υπήκοος επιγείου κράτους, ο Πάπας δεν μπορεί να είναι! Η παπική εξουσία συνιστά θεοκρατία, αφού η θεοκρατία ορίζεται ως ταύτιση κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας σε ένα πρόσωπο. Σήμερα θεοκρατικά κράτη είναι το Βατικανό και το Ιράν.

Είναι χαρακτηριστικά τα όσα υποστήριξε στον ενθρονιστήριο λόγο του ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ’ (1198-1216): “Αυτός που έχει τη νύμφη είναι ο νυμφίος. Αλλά η νύμφη αυτή (η Εκκλησία) δε συνεζεύχθη με κενά τα χέρια, αλλά πρόσφερε σε μένα ασύγκριτη πολύτιμη προίκα, δηλ. την πληρότητα των πνευματικών αγαθών και την ευρύτητα των κοσμικών, το μεγαλείο και την αφθονία αμφοτέρων... Σά σύμβολα των κοσμικών αγαθών μου έδωσε το Στέμμα, τη Μίτρα υπέρ της Ιερωσύνης, το Στέμμα για τη βασιλεία και με κατέστησε αντιπρόσωπο Εκείνου, στο ένδυμα και στο μηρό του οποίου γράφτηκε: ο Βασιλεύς των βασιλέων και Κύριος των κυρίων”.


Επομένως, υπάρχουν μεγάλες θεολογικές διαφορές, οι οποίες καταδικάσθηκαν από την Σύνοδο επί Μεγάλου Φωτίου και στην Σύνοδο επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όπως φαίνεται και στο “Συνοδικό της Ορθοδοξίας”. Επί πλέον και οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι Τοπικές Σύνοδοι μέχρι τον 19ο αιώνα καταδίκαζαν όλες τις πλάνες του Παπισμού. Το πράγμα δεν θεραπεύεται ούτε βελτιώνεται από κάποια τυπική συγγνώμη που θα δώση ο Πάπας για ένα ιστορικό λάθος, όταν οι θεολογικές απόψεις του είναι εκτός της Αποκαλύψεως και η Εκκλησιολογία κινείται σε εσφαλμένο δρόμο, αφού μάλιστα ο Πάπας παρουσιάζεται ως ηγέτης του Χριστιανικού κόσμου, ως διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου και βικάριος - αντιπρόσωπος του Χριστού πάνω στην γή, ωσάν ο Χριστός να έδωσε την εξουσία του στον Πάπα και Εκείνος αναπαύεται ευδαίμων στους Ουρανούς.



Σημείωση (Πηγή: "Εκκλησιαστική Παρέμβαση" Απρίλιος 2001)

Εκκλησία και Δικαιοσύνη (Σεβασμ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος Βλάχος)

Εκκλησία και Δικαιοσύνη (Σεβασμ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος Βλάχος)
alopsis
ΘΕΟΛΟΓΙΑ

"...Οι μεν φορείς της Εκκλησίας πρέπει να περιορίζωνται στα πνευματικά τους καθήκοντα και να μη επεκτείνωνται σε εμπορικές δραστηριότητες, ιδιαιτέρως οι μοναχοί, και να γνωρίζουν ότι οφείλουν να υπόκεινται στους ελέγχους που επιβάλλονται από την εκκλησιαστική και την κοινή νομοθεσία, προπαντός δε δεν πρέπει να εκμεταλλεύωνται το θρησκευτικό συναίσθημα του λαού για εμπορικούς σκοπούς..."



Παρακολουθούμε με πόνο και στενοχωρία όλα τα γεγονότα που σχετίζονται με τη λεγόμενη εμπλοκή της Εκκλησίας με τη Δικαιοσύνη, τα οποία ήλθαν στο φως της δημοσιότητας. Και θα ήθελα στο θέμα αυτό να καταθέσω μερικές απόψεις.

Κατ' αρχάς θα πρέπει να τονισθή ότι η Εκκλησία και η Δικαιοσύνη είναι δύο από τους κορυφαίους θεσμούς της κοινωνίας μας, τους οποίους εμπιστεύονται οι πολίτες αυτής της χώρας, και αυτό υπήρξε αποτέλεσμα των μεγάλων προσπαθειών και των αξιόλογων προσώπων που εκόσμησαν και κοσμούν, στην διαδρομή του χρόνου, αυτούς τους θεσμούς. Οπότε θεωρώ ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για εμπλοκή και κυκλώματα στην Εκκλησία και την Δικαιοσύνη, αλλά για «πτώσεις» μερικών κακών και επιόρκων φορέων της Εκκλησίας και της Δικαιοσύνης, ήτοι αναξίων κληρικών και επιόρκων δικαστών.

Επειτα, ερχόμενος στο θέμα των ημερών αυτών, θα ήθελα να σημειώσω ότι δεν είμαι εκείνος που θα υποδείξη και θα στιγματίση τέτοια πρόσωπα, γιατί ήδη επελήφθη του θέματος η Δικαιοσύνη και πιστεύω ότι θα ξεκαθαρίση την υπόθεση αυτή, για να αποκατασταθούν οι τρωθέντες αυτοί θεσμοί. Θέλω να πιστεύω ότι, πέρα από εκείνες τις περιπτώσεις για τις οποίες εξοφθάλμως εκδίδονται μερικές «χαριστικές» αποφάσεις, υπέρ μερικών προσώπων της Εκκλησίας, ύστερα από πιέσεις και άλλες συναλλαγές, συγχρόνως εκδίδονται και μερικές άδικες και χαριστικές αποφάσεις που οφείλονται σε άλλα αίτια. Τρία από αυτά θα ήθελα να σημειώσω.

Το πρώτο είναι το αιώνιο πρόβλημα που έχει εντοπισθή και στην αρχαιότητα, να αποδίδεται η δικαιοσύνη κατ' ακρίβεια στους ανίσχυρους και αδυνάτους και κατ' οικονομία (με όλη την σημασία της λέξεως) στους έχοντες και κατέχοντες. Εδώ θα πρέπει να θυμηθώ το περιστατικό που περιγράφει ο Πλούταρχος στον βίο του Σόλωνος. Σύμφωνα με αυτήν την πληροφορία ο Σκύθης φιλόσοφος Ανάχαρσις, που επισκέφθηκε την Αθήνα και είδε τον Σόλωνα τον Αθηναίο να καταρτίζη νόμους, γέλασε γιατί θεώρησε μάταιη την προσπάθειά του να σταματήσει τις αδικίες των πολιτών με νόμους και είπε εκείνο το αμίμητο: «μηδέν των αραχνίων διαφέρειν των γραμμάτων», δηλαδή, οι νόμοι δεν διαφέρουν από τον ιστό της αράχνης. Γιατί, όπως ο ιστός της αράχνης συλλαμβάνει τα λεπτά και αδύναμα έντομα, αλλά διασπάται από τα μεγάλα, έτσι συμβαίνει και με τους νόμους, οι οποίοι συλλαμβάνουν τους πτωχούς και αδυνάτους, αλλά διασπώνται από τους δυνατούς και πλουσίους.

Το δεύτερο αίτιο είναι η άγνοια του εκκλησιαστικού δικαίου που παρατηρείται σε μερικούς δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι βλέπουν όλα τα θέματα που αναφύονται (οικονομικά, πειθαρχικά, κανονικά) μόνο μέσα από την συνήθη κοσμική-πολιτική δικαιοσύνη, με αποτέλεσμα να διαπράττονται σοβαρά κανονικά και εκκλησιαστικά λάθη και να ευνοούνται ποικίλες ανταρσίες μέσα στην Εκκλησία.

Το τρίτο αίτιο μη αποδόσεως δικαιοσύνης είναι ο κακώς νοούμενος σεβασμός που αισθάνονται μερικοί δικαστικοί λειτουργοί σε εκπροσώπους της Εκκλησίας (μοναχούς, κληρικούς παντός βαθμού) και γι' αυτό, ενώ αντιλαμβάνονται ότι υφίσταται πρόβλημα, τους καλύπτουν. Αυτός ο δήθεν σεβασμός λειτουργεί αρνητικά ως προς την ενότητα της Εκκλησίας, αφού ενθαρρύνει αυτούς τους εκκλησιαστικούς φορείς στο να εκμεταλλεύωνται το θρησκευτικό συναίσθημα του λαού, τους ωθεί σε ποικίλες εμπορικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες, τους καθιστά παράγοντες παραπολιτικής και παρεκκλησιαστιακής εξουσίας σε μια τοπική κοινωνία και γενικά μια τέτοια νοοτροπία υποθάλπει κάθε ανταρσία και παρανομία.

Ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο νομίζω ότι η λύση του προβλήματος, τόσο για τους φορείς της Εκκλησίας όσο και για τους φορείς της Δικαιοσύνης, πρέπει να είναι η ακόλουθη.

Οι μεν φορείς της Εκκλησίας πρέπει να περιορίζωνται στα πνευματικά τους καθήκοντα και να μη επεκτείνωνται σε εμπορικές δραστηριότητες, ιδιαιτέρως οι μοναχοί, και να γνωρίζουν ότι οφείλουν να υπόκεινται στους ελέγχους που επιβάλλονται από την εκκλησιαστική και την κοινή νομοθεσία, προπαντός δε δεν πρέπει να εκμεταλλεύωνται το θρησκευτικό συναίσθημα του λαού για εμπορικούς σκοπούς.

Οι δε φορείς της Δικαιοσύνης πρέπει αφενός μεν να εγκύψουν στην γνώση του εκκλησιαστικού δικαίου, αφετέρου δε να μη χαρίζωνται σε τέτοιους κληρικούς, από ένα δήθεν σεβασμό στην Εκκλησία. Την Εκκλησία πρέπει να την σέβωνται, στο θεσμικό της πλαίσιο, όχι όμως και τους ανάξιους εκπροσώπους της. Γιατί κάθε κάλυψη αυτών των ανθρώπων δεν βοηθά, αλλά ταλανίζει την Εκκλησία, όταν προσφέρονται οι κατάλληλες ευκαιρίες, αφού το πύον που συγκεντρώνεται κάποτε σπάζει με αποτέλεσμα να σκανδαλίζονται οι πιστοί και οι πολίτες.

Οσον αφορά τα προβλήματα που αναφύονται στην Εκκλησία από επιπολαίους και αναξίους κληρικούς, πρέπει να σημειωθή ότι αυτά οφείλονται πρωτίστως στον τρόπο εισδοχής των λαϊκών στον Κλήρο και τον τρόπο αναδείξεως των Επισκόπων. Οταν καταργούνται οι κανονικές προϋποθέσεις εισόδου κάποιου λαϊκού στον Ιερό Κλήρο, ιδιαιτέρως για τους αγάμους, τότε ενός κακού δοθέντος μύρια έπονται. Οπότε στην περίπτωση αυτή ισχύει το γνωστό απόφθεγμα ότι το προλαμβάνειν είναι ισχυρότερο του θεραπεύειν, καθότι «επιμηθεύς προμηθέως καταδεέστερος». Επίσης πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στον τρόπο και τις προϋποθέσεις εκλογής ενός επισκόπου για μια επαρχία, επειδή η εκλογή και η χειροτονία κληρικών είναι δική του αρμοδιότητα, και μια κακή επιλογή λειτουργεί αρνητικά κατά γεωμετρική και όχι αριθμητική πρόοδο, οπότε θα πρέπει να ισχύει το του Ευριπόδου «τούτο σοι τ' ανδρείον, η προμηθία».

Για την έξοδο από την κρίση των ημερών μας, τόσο στην Εκκλησία όσο και στην Δικαιοσύνη, είναι απαραίτητο να επικρατήση η σύνεση για την πρόληψη και η ανδρεία για την θεραπεία, διότι κατά τον Πιττακό «συνετών ανδρών είναι, πριν γενέσθαι τα δυσχερή, προνοήσαι όπως μη γένηται· ανδρείων δε, γενόμενα εύ θέσθαι».


Σημείωση
(Πηγή: "ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ" - 03/02/2005)

Χριστιανισμός και Ευρώπη (Σεβασμ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος Βλάχος)


Χριστιανισμός και Ευρώπη (Σεβασμ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος Βλάχος)
alopsis

ΘΕΟΛΟΓΙΑ
Πολλοί κάνουν λόγο για τον αποχριστιανισμό της Ευρώπης, όπως φαίνεται τόσο στον τρόπο ζωής των ανθρώπων, όσο και στα νομικά και πολιτικά κείμενα, με τα οποία επιχειρείται η θεσμική εξέλιξη της Ευρώπης και η ενότητά της.

Θέλω να βλέπω το φαινόμενο αυτό, τον λεγόμενο αποχριστιανισμό της Ευρώπης, από μια άλλη οπτική γωνία. Δηλαδή θεωρώ ότι για τον λεγόμενο αποχριστιανισμό αυτόν έχει ευθύνη σε μεγάλο βαθμό ο Χριστιανισμός, όπως εκφραζόταν στον Ευρωπαϊκό χώρο.

Είναι γνωστόν ότι στην δημιουργία των ρευμάτων της αναγέννησης, του διαφωτισμού, του ρομαντισμού, της νεωτερικότητος και της μετανεωτερικότητος, που κέντρο έχουν τον άνθρωπο και την αυτοθεοποίησή του, συνετέλεσε πολύ η αποτυχία του δυτικού Χριστιανισμού. Ο σχολαστικισμός στηρίχθηκε στην λογική, η οποία προσπάθησε να κατασκευάση έναν θεό που δεν αναπαύει τον άνθρωπο, ένα θεό είδωλο της μεταφυσικής και της φιλοσοφικής οντολογίας. Με έναν τέτοιο θεό προσπάθησε ο σχολαστικισμός να κυριαρχήση στην κοινωνία. Είναι χαρακτηριστικό ότι προς τον σκοπό αυτόν χρησιμοποιήθηκε ο φεουδαλισμός στην πιο απάνθρωπη και ρατσιστική του μορφή. Αντίδραση στον σχολαστικισμό είναι η μεταρρύθμιση με τις ποικίλες εκφράσεις και εκφάνσεις της που και αυτή απλώς μετακινήθηκε από την λογική και προχώρησε στην εξωτερική επιδερμική ηθική.

Και οι δύο αυτές εκφράσεις του δυτικού Χριστιανισμού, ο σχολαστικισμός και ο ευσεβισμός, άφησαν πεινασμένο το ανθρώπινο πνεύμα, έρμαιο στην υπαρξιακή του αγωνία, εγκαταλελειμμένο στα δόντια του πειναλέου θηρίου του υπαρκτικού και ψυχολογικού θανάτου που γεννιέται από τον βιολογικό θάνατο και ο οποίος βρίσκεται μέσα στα ίδια τα γονίδιά μας.

Από την άλλη μεριά, όταν ο Χριστιανισμός γίνεται ιδεολογία, τότε κάνει τον άνθρωπο επιθετικό, φανατικό, φαντασιόπληκτο οραματιστή, πράγμα που έχει φοβερές κοινωνικές συνέπειες.

Έναν τέτοιο Χριστιανισμό, που συνδέεται με την ιδεολογία και την μεταφυσική, που αφήνει αλύτρωτο το πνεύμα του ανθρώπου δεν τον θέλουν οι δυτικοί και τον απεκήρυξαν με το σύνθημα του θανάτου του Θεού. Δεν μας χρειάζεται ένας θεός που είναι σκληρός και αδυσώπητος στον ανθρώπινο πόνο και τις υπαρκτικές και υπαρξιακές του ανησυχίες, που δεν μπορεί να πλησιάση τον άνθρωπο τρυφερά και στοργικά.

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο δεν είναι σωστό εμείς οι Ορθόδοξοι να καταφερόμαστε μόνον εναντίον των Ευρωπαίων ότι ζουν τον «πνευματικό μηδενισμό» τους και το υπαρξιακό κενό, ούτε ακόμη να υπερασπιζόμαστε έναν Χριστιανισμό που πρέπει να τεθή στο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, όταν αυτός ο Χριστιανισμός αποτελεί πικρή και οδυνηρή ανάμνηση για τους ανθρώπους αυτούς, με τους ιδεολογοποιημένους θρησκευτικούς πολέμους και τις εξουσιαστικές τάσεις.

Άλλο είναι το χρέος των ορθοδόξων σήμερα στον ευρωπαϊκό χώρο. Έργο τους είναι να προσφέρουν την ησυχαστική θεολογία της ορθοδόξου παραδόσεως, που εκφράζει έναν Θεό αγάπης και φιλανθρωπίας, ο οποίος πλησιάζει στοργικά τον κουρασμένο άνθρωπο, χωρίς να τον ξεκουφαίνη με την σκληρότητα της ιδεολογικής και ηθικιστικής λογοπλοκίας και του μεταδίδει λόγο ζωής που εισέρχεται μέσα στα ερεβώδη σπήλαια του θανάτου, τον οποίο βιώνει καθημερινά μέσα στην ύπαρξή του. Ο δυτικός άνθρωπος χρειάζεται έναν λόγο που χρησιμοποιεί γιατρικά και όχι γιατροσόφια, χρησιμοποιεί δηλαδή λάδι για τις πληγές, μέλι για τον γλυκασμό, κερί για τον φωτισμό και λιβάνι για την ευώδη ανύψωση. Κάθε ορθόδοξος λόγος χωρίς το λάδι, το μέλι, το κερί και το λιβάνι είναι απνευμάτιστος και απονευρωμένος. Έναν τέτοιο λόγο είχαν οι κατά Χριστόν σαλοί, γι’ αυτό και αυτοί είναι απαραίτητοι στην σκληρή και λογικοκρατούμενη απάνθρωπη εποχή μας.


Ν.Ι.





Σημείωση (Πηγή: "Εκκλησιαστική Παρέμβαση" ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2004)

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

ΔΙΟΡΙΑ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΩΣ ΤΟ ΠΡΩΙ

ΔΙΟΡΙΑ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΩΣ ΤΟ ΠΡΩΙ

Ο Χρυσαύριος ήταν ένας πλούσιος του κόσμου τούτου,με πολλά πάθη, φουσκωμένος από υπερηφάνεια και υποταγμένος στις σαρκικές ηδονές, φλεγόμενος από την πλεονεξία και την φιλαργυρία.Ο Θεός όμως,επέτρεψε, να βάλει τέλος σε όλα αυτά τα πάθη του κι επέτρεψε να πέσει, σε θανατηφόρα ασθένεια.Φτάνοντας στην ώρα του θανάτου, είδε με ανοιχτά τα μάτια του,...να στέκονται μπροστά του φοβερά και σκοτεινά πνεύματα που με βία,τον πίεζαν,για να τον αρπάξουν.Του υπενθύμιζαν όλα τα κακά που έχει κάνει,τους ανθρώπους που έβλαψε και καταλήστεψε,τις πόρνες και τις εταίρες των σπιτιών που πήγαινε,τις βλασφημίες εναντίον του Θεού και των ανθρώπων.Άρχισε λοιπόν, να τρέμει,να χλωμιάζει,να ιδρώνει και με κραυγές να ζητάει αναβολή και τον γυιό του τον Μάξιμο,που ήταν μοναχός, με ταραγμένη φωνή, να τον προσκαλεί,,,Μάξιμε,τρέξε,,,Ποτέ δεν σου έκανα κακό,,,Σώσε με,με την δική σου πίστη.Θορυβημένος και κλαίγοντας ο Μάξιμος έφτασε στο σπίτι,μαζί με άλλους,που αντιλήφθηκαν την παρουσία των δαιμόνων, από τα λόγια του πατέρα,την χλωμάδα και την συμπεριφορά του.Αφού λοιπόν, απελπίστηκε για την λυτρωσή του,άρχισε, να κραυγάζει με μεγάλη φωνή,,,Διορία τουλάχιστον, ως το πρωί.Διορία τουλάχιστον ως το πρωί,,,Και μ' αυτές τις φωνές, ξεψύχησε.Από τούτο γίνεται φανερό,πως, όχι για τον εαυτό του,αλλά για μας τα είδε όλα αυτά,για να τα μάθουμε εμείς, να φοβηθούμε και να διορθωθούμε.
 
* Αγίου Γρηγορίου του Διαλόγου 
 

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2013

Θεολογικὸ σχόλιο στὸ ἄρθρο τοῦ Μεγ. Πρωτοπρ. τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου κ. Γεωργίου Τσέτση μὲ τίτλο «Ἡ ἄγνωστη στὴν Ἑλλάδα πλευρὰ τῆς Οἰκουμενικῆς κίνησης»

Θεολογικὸ σχόλιο στὸ ἄρθρο τοῦ Μεγ. Πρωτοπρ. τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου κ. Γεωργίου Τσέτση μὲ τίτλο «Ἡ ἄγνωστη στὴν Ἑλλάδα πλευρὰ τῆς Οἰκουμενικῆς κίνησης»

Μὲ μεγάλη ἔκπληξη εἴδαμε δημοσιευμένη στὸ διαδίκτυο ἄρθρο τοῦ Μεγ. Πρωτοπρ. π. Γεωργίου Τσέτση, στὸ ὁποῖο σχολιάζει, στὴν οὐσία λογοκρίνει, τὴν ἐγκύκλιο τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιῶς κ. Σεραφεὶμ ἐπὶ τῇ εὐκαιρία τῆς Κυριακῆς της Ὀρθοδοξίας. Ἐπειδὴ τὸ ἄρθρο τοῦ ὡς ἄνω κληρικοῦ ἀδικεῖ τὴν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο τῆς ἐγκυκλίου τοῦ Σεβασμιωτάτου, θεωρήσαμε ἀναγκαῖο, νὰ προχωρήσουμε στὸν σχολιασμό, ποὺ ἐπακολουθεῖ, ὄχι γιατί ἐλπίζουμε νὰ πείσουμε τὸν συγγραφέα σὲ κάποιες ἀλήθειες, ἀλλὰ κυρίως γιὰ νὰ διαφωτίσουμε τοὺς ἀναγνῶστες ἐκείνους, ποὺ ἔτυχε νὰ διαβάσουν τὸ ἄρθρο του καὶ προβληματίστηκαν πάνω στοὺς ἰσχυρισμούς του.

Κατ’ ἀρχὴν ὁ π. Γεώργιος ἀμφισβητεῖ ὁποιαδήποτε σχέση συνεργασίας καὶ συμπορεύσεως μεταξύ του Σιωνισμοῦ (καὶ τοῦ ἐκτελεστικοῦ βραχίονός του, τῆς Μασωνίας) μὲ τὸν Οἰκουμενισμό. Ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ Σεβασμιωτάτου ὅτι «ὑπάρχει ἕνα προκαθορισμένο σχέδιο ἑνώσεως», τὸ ὁποῖο προωθεῖ ἡ Μασωνία καὶ ὁ Διεθνὴς Σιωνισμὸς καὶ τὸ ὁποῖο ἀποσκοπεῖ στὴν ἕνωση ὅλων των ἁπανταχοῦ της γῆς ὁμολογιῶν καὶ θρησκειῶν σὲ μιὰ «πανθρησκεία μὲ ἀρχηγὸ τὸν αἱρεσιάρχη Πάπα τῆς Ρώμης ὁ ὁποῖος θὰ παραδώσει τὴν παγκόσμια ἐξουσία στὸν Ἀντίχριστο» εἶναι κατὰ τὸν συγγραφέα «τραβηγμένος ἀπὸ τὰ μαλλιά». Τὸ ὡς ἄνω σχέδιο ἑνώσεως εἶναι ἕνα «παράδοξο καὶ ξενίζον μακιαβελικὸ σχέδιο», ἀποτελεῖ δὲ «σενάριο», μὴ ἔχον ἐρείσματα ἀπὸ ἔγκυρες πηγές. Παρὰ κάτω προσθέτει, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς «ὅτι πίσω ἀπὸ κάθε οἰκουμενιστικὴ ἐνέργεια βρίσκεται ὁ δάκτυλος τοῦ Σιωνισμοῦ» εἶναι «ἕωλος». Ἀπόδειξις οἱ μύδροι «ποὺ ἐκτοξεύουν, ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1950 ἤδη, διάφορα Σιωνιστικὰ κέντρα κατὰ τοῦ ΠΣΕ…». Κατ’ ἀρχὴν διαφεύγει τῆς προσοχῆς τοῦ π. Γεωργίου τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ὡς ἄνω ἐγκύκλιος δὲν ἀποτελεῖ ἐπιστημονικὴ διατριβή, ὥστε νὰ ὑπάρχη ἡ ἀναγκαιότης παραπομπῶν σὲ πηγές, ἀλλὰ ἔχει σκοπὸ καθαρὰ ποιμαντικό, ἀποβλέπει δηλαδὴ στὴν ἐνημέρωση καὶ πνευματικὴ οἰκοδομὴ τοῦ πιστοῦ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας του. Αὐτὸ καθόλου δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν ὑπάρχουν οἱ πηγὲς καὶ ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ αὐτοὶ ἀποτελοῦν «σενάριο», ἀποκύημα φαντασίας. Μεταξὺ Σιωνισμοῦ καὶ Οἰκουμενισμοῦ ὑπάρχει στενώτατη σχέσις καὶ παράλληλη πορεία. Καὶ τοῦτο διότι, ὅπως θὰ ἀποδειχθῆ στὴ συνέχεια, οἱ ἐπιδιώξεις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, (Διαχριστανικοῦ καὶ Διαθρησκειακοῦ) ἐξυπηρετοῦν ἄριστα τα σχέδια τοῦ Διεθνοῦς Σιωνισμοῦ. Ὅπως ἀποκαλύπτουν οἱ ἴδιοι οἱ Σιωνιστὲς στὰ «Πρωτόκολλα τῶν Σοφῶν τῆς Σιών»: «Δὲν θὰ ἀναγνωρίσωμεν», γράφουν, «τὴν ὕπαρξιν ἄλλης θρησκείας πλὴν τοῦ ἑνὸς θεοῦ ἠμῶν, μὲ τὸν ὁποῖον ἡ εἱμαρμένη μας εἶναι συνδεδεμένη…Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ὀφείλομεν νὰ καταστρέψωμεν πᾶσαν πίστιν» (Πρωτόκολλα κεφ. ΙΔ΄). Σὲ ἄλλο σημεῖο γράφουν: «Ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων θὰ εἶναι ὁ ἀληθὴς πάπας τῆς οἰκουμένης, ὁ πατριάρχης τῆς Διεθνοῦς Ἐκκλησίας» (Πρωτόκολλα κεφ. ΙΖ΄). Πολὺ εὔστοχα παρατηρεῖ ὁ ἀείμνηστος π. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος: «Ἀλλὰ δι’ αὐτὴν τὴν ‘Διεθνῆ Ἐκκλησίαν’, ὡς γνωστὸν ἀγωνίζεται καὶ ὁ Οἰκουμενισμός. Διότι μὲ τὸ ἑνωτικὸ πρόβλημα, ποὺ ἔχει δημιουργήσει, προχωρεῖ ἀκάθεκτα στὴν καταστροφὴ τῆς πίστεως, στὴν ἐκθεμελίωση τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τὴν δημιουργίαν μιᾶς ‘παγκοσμίου Ἐκκλησίας’ καὶ μιᾶς παγκοσμίου θρησκείας».[1] Πιὸ συγκεκριμένα ὁ Οἰκουμενισμὸς ἐπιδιώκει τὴν σύγκλιση ὅλων των χριστιανικῶν ὁμολογιῶν καὶ τῶν μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν, σὲ πρῶτο στάδιο σὲ διαχριστιανικὸ ἐπίπεδο καὶ κατόπιν σὲ διαθρησκειακό, μὲ ἀπώτερο σκοπὸ τὴν δημιουργία μιᾶς πανθρησκείας. Ἡ σύγκλισις αὐτὴ βλέπουμε ἤδη, νὰ πραγματοποιεῖται στὶς μέρες μας μὲ τὶς συμπροσευχές, τοὺς Διαχριστιανικοὺς καὶ Διαθρησκειακοὺς Διαλόγους, μὲ τὸν ὑπερτονισμὸ τῆς ἀγάπης καὶ τὴν ὑποβάθμιση τῶν δογματικῶν διαφορῶν, τὴν ἀνοικοδόμηση πανθρησκειακῶν ναῶν (ὅπως αὐτὸς ποὺ πρόκειται νὰ ἀνοικοδομηθῆ προσεχῶς στὸ Βερολίνο), μὲ τὴν προώθηση κοινῆς συνεργασίας καὶ ἀλληλεγγύης μεταξὺ ὁμολογιῶν καὶ θρησκειῶν γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση παγκοσμίων κοινωνικῶν προβλημάτων, τὴν προώθηση τῆς παγκοσμίου εἰρήνης κ.λ.π. Πίσω ἀπὸ τὰ γεγονότα αὐτὰ κρύπτονται ἐμφανεῖς καὶ ἀφανεῖς κύκλοι τοῦ Διεθνοῦς Σιωνιστικοῦ Συστήματος, ποὺ στοχεύουν στὴν ἐνοποίηση σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο της πολιτικῆς, τῆς οἰκονομικῆς καὶ πνευματικῆς ζωῆς τῆς ἀνθρωπότητος. Τὸ δὲ ΠΣΕ ἱδρύθηκε ἀκριβῶς τὴν ἴδια ἐκείνη χρονικὴ περίοδο, ὅταν μπῆκαν οἱ βάσεις γι’ αὐτὴ τὴν ἰσοπέδωση. Ἐὰν λοιπὸν τὰ ἴδια τὰ γεγονότα κραυγάζουν ἀπὸ μόνα τους, «τί χρείαν ἔχομεν μαρτύρων», ἢ ἄλλων μαρτυριῶν ἀπὸ ἄλλες πηγές; Τὸ φαινόμενο αὐτὸ τοῦ δογματικοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ μὲ στόχο τὴν ἐπίτευξη μιᾶς παγκόσμιας θρησκείας εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν, τὰ ὁποῖα ὡστόσο μποροῦν, νὰ διακρίνουν μόνον ὅσοι ἔχουν καθαρούς τούς ψυχικούς των ὀφθαλμούς, μόνον ὅσοι ἔχουν ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὴν σκοτεινὴ καὶ ἀποπνικτικὴ ἀτμόσφαιρα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἐὰν στὸ παρελθὸν ὑπῆρξαν ἀντιπαραθέσεις καὶ «μύδροι» ἀπὸ διάφορα Σιωνιστικὰ κέντρα κατὰ τοῦ ΠΣΕ γιὰ διάφορους λόγους, αὐτὸ δὲν ἀναιρεῖ τὴν παράλληλη πορεία καὶ συμπόρευση τῶν δύο αὐτῶν ὀργανισμῶν, τουλάχιστον σὲ θρησκευτικὸ ἐπίπεδο. Οἱ ἀντιπαραθέσεις παρατηρήθηκαν σὲ θέματα πολιτικῆς φύσεως, τὰ ὁποῖα βέβαια δὲν πρόκειται νὰ μᾶς ἀπασχολήσουν, διότι ξεφεύγουν ἀπὸ τὰ ὅρια καὶ τὸν σκοπὸ αὐτοῦ του ἄρθρου.

Στὴ συνέχεια ὁ π. Γεώργιος σχολιάζει τὴν φράση τῆς ἐγκυκλίου: «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος πάντοτε ἀντιστέκεται σταθερά, ἀταλάντευτα καὶ ἀκλόνητα στὸν Οἰκουμενισμὸ καὶ ἀποτελεῖ ἰσχυρὸ ἀντιοικουμενιστικὸ προπύργιο». Πιστεύει, ὅτι ὁ παρὰ πάνω «ἀφορισμὸς εἶναι ὑπερβολικὸς» καὶ «ἀναληθής». Καὶ τοῦτο διότι «ἡ ἱστορία καταδεικνύει ὅτι ἡ Ἁγιωτάτη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὄχι μόνο δὲν ἀντέστη στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση, καθὼς διατείνεται ἡ Ἐγκύκλιος, ἀλλὰ τουναντίον, μὲ τὴν συμβολὴ κορυφαίων κληρικῶν καὶ λαϊκῶν στελεχῶν της, ὅπως οἱ Ἀρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Παπαδόπουλος…, εἶχε ἐνεργὸ συμμετοχὴ σ’ αὐτήν, ἀπὸ τὶς πρῶτες ἤδη μέρες τῆς ἐμφανίσεώς της στὸ ἐκκλησιαστικὸ προσκήνιο τὴν δεκαετία τοῦ 1920. Καὶ ἀργότερα, τὸ 1948, ὑπῆρξε μαζὶ μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ἕνα ἀπὸ τὰ τρία Ὀρθόδοξα ἰδρυτικὰ μέλη τοῦ ΠΣΕ». Παρὰ κάτω προσθέτει, ὅτι «ἐπρόκειτο (καὶ πρόκειται) γιὰ μιὰ συνειδητὴ συμμετοχὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος σὲ ἕνα διάλογο ὁ ὁποῖος στοχεύει στὴν προσέγγιση τῶν Χριστιανῶν, στὴν ἄμβλυνση τῶν θεολογικῶν καὶ ἐκκλησιολογικῶν διαφορῶν τους, καὶ στὴν προώθηση τῆς Χριστιανικῆς Ἑνότητος». Δὲν ἀμφισβητοῦμε βέβαια τὴν συμμετοχὴ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα μνημονεύει ἐδῶ ὁ π. Γεώργιος στοὺς Διαλὸγοὺς μὲ τὶς Προτεσταντικὲς Ὁμολογίες στὰ πλαίσια τοῦ ΠΣΕ. Ὡστόσο ἀγνοεῖ ἢ θέλει νὰ ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι μόνον οἱ Ἱεράρχες, ποὺ συγκροτοῦν τὸ σῶμα τῆς Ἱεραρχίας, οὔτε μόνον οἱ ἀκαδημαϊκοὶ διδάσκαλοι, τοὺς ὁποίους μνημονεύει στὸ ἄρθρο του. Εἶναι ἐπίσης καὶ ὁ ὑπόλοιπος κλῆρος καὶ ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ ἀντίστασις, γιὰ τὴν ὁποία κάνει λόγο ἡ Ἐγκύκλιος, χωρὶς βέβαια νὰ παραθεωροῦνται καὶ περιπτώσεις Ἱεραρχῶν καὶ ἀρχιεπισκόπων, ποὺ ἀντετάχθησαν καὶ ἐπολέμησαν καὶ συνεχίζουν νὰ πολεμοῦν μέχρι σήμερα, τὸν Οἰκουμενισμό. Θὰ παραθέσουμε ὀλίγα μόνον, ἀντιπροσωπευτικῶς, στοιχεῖα καὶ τεκμήρια αὐτῆς τῆς ἀντιστάσεως καὶ τοῦ ἀγῶνος, ποὺ ἀποδεικνύουν τοῦ λόγου τὸ ἀληθές.

Αὐτὴ καθ’ ἐαυτὴν ἡ ἔνταξις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὸ ΠΣΕ συνάντησε ἰσχυρὲς ἀντιδράσεις ἀπὸ κορυφαίους ἀκαδημαϊκοὺς διδασκάλους, ὅπως ὁ ἀεί- μνηστος καθηγητὴς τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπι- στημίου Ἀθηνῶν Κων. Μουρατίδης, ὁ ὁποῖος σχετικὰ μὲ τὸ θέμα αὐτὸ παρατηρεῖ: «Ἡ ἀλλόκοτος καὶ τερατώδης καὶ καταλυτική της ὀρθοδόξου κανονικῆς τάξεως καὶ Ἱερᾶς Παραδόσεως συμμετοχὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τὸ Παγκόσμιον Συνοθύλευμα τῶν Αἱρέσεων συνιστᾶ τὴν μεγίστην παγίδα τοῦ Ἀντικειμένου ἐν τῇ ἱστορία τῆς στρατευομένης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, πρὸς διάβρωσιν καὶ ἀποσύν- θεσιν τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας…Αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ γεγονὸς τῆς συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸ συνοθύλευμα τῶν αἱρέσεων τοῦ ΠΣΕ προσκρούει ‘α πριόρι’ καὶ ἐξ’ ἀπόψεως ἀρχῆς εἰς τεράστια καὶ τούτ’ αὐτὸ ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια, προερχόμενα ἐξ’ αὐτῆς τῆς φύσεως καὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς Ἐκκλησίας, ὡς τῆς μιᾶς, ἁγίας καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας».[2] Ἐπίσης ὁ ὁμότιμος καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ ΑΠΘ πρώτ. π. Θεόδωρος Ζήσης, ἐπισημαίνει; «…Οὔτε ἔπρεπε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ νὰ μετάσχουμε, οὔτε τώρα ἀμετανοήτως νὰ συνεχίζουμε νὰ μετέχουμε τοῦ ΠΣΕ καὶ τῶν ἄλλων οἰκουμενιστικῶν θεσμῶν καὶ διαλόγων, γιατί αὐτὴ ἡ συμμετοχὴ μας ἀκυρώνει τὸ Εὐαγγέλιο, προσβάλλει τοὺς μάρτυρες, διαφω- νεῖ μὲ τοὺς ἁγίους Πατέρες, ἀποτελεῖ πρωτοφανῆ καινοτομία στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ἀνὰ τοὺς αἰῶνες καὶ εἶναι μέρος τοῦ παιχνιδιοῦ τῆς Βαβυλῶνος τῆς μεγάλης».[3]

Πέραν αὐτῶν μνημονεύουμε κορυφαῖες πνευματικὲς προσωπικότητες τοῦ 20ου αἰῶνος, ποὺ ἀγωνίστηκαν κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως τὸν ἀείμνηστο Ἀρχιεπί- σκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Χρυσόστομο τὸν Β΄ (Χατζησταύρου), ὁ ὁποῖος προέβαλε σθεναρὴ ἀντίσταση στὰ ἰσοπεδωτικὰ ἀνοίγματα τοῦ τότε Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρου καὶ πιὸ συγκεκριμένα στὴν προσπάθεια τοῦ τελευταίου, νὰ ἐπιβάλη τετελεσμένα γεγονότα στὴν Β΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη τῆς Ρόδου (1963). Τὸν ἀείμνηστο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κυρὸ Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος μὲ συνοδικὴ ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπέρριψε τὶς προδοτικὲς γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ἀποφάσεις τοῦ Balamand τo 1993 στὸ Διάλογο μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς. Τὸν ἀεὶμνηστο Μητροπολίτη Φλωρίνης κυρό Αὐγουστίνο, μὲ τὴν πολύπλευρη κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ δράση του καὶ τὸ μνημειῶδες ἔργο του «Προδοσία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως» καὶ τοὺς ἀειμνήστους ὁμολογητὲς Ἱεράρχες Παραμυθίας κυρό Παῦλο καὶ Ἐλευθερουπόλεως κυρό Ἀμβρόσιο, οἱ ὁποῖοι μαζὶ μὲ τὸν πρώην Φλωρίνης κυρό Αὐγουστίνο διέκοψαν γιὰ ἕνα διάστημα τὸ μνημόσυνο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρου μὲ ἀφορμὴ τὴν ἀντικανονικὴ ἄρση τῶν ἀναθεμάτων. Τὸν Ἀρχ. π. Χαράλαμπο Βασιλόπουλο, ἱδρυτὴ τῆς Π.Ο.Ε. καὶ τῆς μαχητικῆς ἐφημερίδος «Ὀρθόδοξος Τύπος» καὶ συγγραφέα τοῦ ἔργου «Ὁ Οἰκουμενισμὸς χωρὶς μάσκα», τὸν Ἀρχ. π. Ἐπιφάνιο Θε- οδωρόπουλο μὲ τὸ ἐξ’ ἴσου σημαντικὸ ἔργο του «Τὰ δύο ἄκρα, Οἰκουμενισμὸς καὶ Ζηλωτισμός», τὸν ἀείμνηστο συγγραφέα καὶ λογοτέχνη Φώτη Κόντογλου, μὲ τὰ εὐστοχώτατα κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἄρθρα του ὅπως το: «Ἀγαπισμὸς καὶ Οἰκουμενιστικοὶ Διάλογοι», τὸν ὁμότιμο καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. κ. Στέργιο Σάκκο κ.α. Ἀπὸ τοὺς ἔτι ἐπιζῶντες ἀναφέρουμε τοὺς ἀρχιερεῖς, Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, Κυθήρων κ. Σεραφείμ, Ναυπάκτου κ. Ἰερόθεο, Γόρτυνος καὶ Μεγαλου- πόλεως κ. Ἱερεμία, τὸν ὁμότιμο καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπι- στημίου Ἀθηνῶν πρωτ. π. Γεώργιο Μεταλληνό, συγγραφέα τοῦ ἔργου «Οἱ διάλογοι χωρὶς προσωπεῖο», τὸν κ. Δημήτριο Τσελλεγγίδη, καθηγητὴ τῆς Δογματικῆς της Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. μὲ τὶς εὐστοχώτατες παρεμβάσεις του στὸ διάτρητο κείμενο τῆς Ραβέννας, τὸν ἀδὶκως ἀφορισθέντα κ. Νικόλαο Σωτηρόπουλο, καθὼς ἐπίσης καὶ μιὰ πλειάδα καθηγουμένων Ἱερῶν Μονῶν, κληρικῶν, μοναχῶν καὶ μοναζουσῶν τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ συγκροτοῦν τὴν λεγόμενη «Σύναξη Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν». Στὴν παράταξη κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ πρέπει ἐπίσης νὰ συγκαταριθμήσουμε τὰ μέλη τῶν Χριστιανικῶν Ἀδελφοτήτων «Σταυρὸς» καὶ «Σωτήρ».

Ἐπισημαίνουμε ἐπίσης τὸ γεγονός, ὅτι τὸν ἀρχικὸ ἐνθουσιασμὸ μεγάλων Ὀρθο- δόξων Θεολόγων, ποὺ ἐκπροσώπησαν τὴν Ὀρθοδοξία στὸ ΠΣΕ, γιὰ τὴν ἐνδεχόμενη δυνατότητα Ὀρθοδόξου μαρτυρίας, ἄρχισε σιγὰ σιγά, νὰ διαδέχεται δισταγμός, ἀπογοήτευσις καὶ ἐπιφυλακτικότης. Ὅσοι ἐξ αὐτῶν ἐτόλμησαν νὰ ἐκφράσουν τὴν διαφωνία τους μὲ τὴν οἰκουμενιστικὴ γραμμὴ τοῦ Φαναρίου, ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τοὺς διαλόγους, ἢ παραιτήθηκαν ἀπὸ μόνοι τους. Ὅπως σημειώνει ὁ καθηγητὴς π. Γεώργιος Μεταλληνός: «Ἡ παραίτηση τοῦ (καθηγητοῦ) Ἰω. Καρμίρη καὶ ἄλλων καθηγητῶν (Μ. Φαράντος, Στυλ. Παπαδόπουλος κ.α.) ἀπὸ τοὺς διαλόγους, ἀλλὰ καὶ ἡ στάση πολλῶν καθηγητῶν ἀπέναντί τους λέγουν πολλά».[4] Ὁ καθηγητὴς τῆς Πατρολογίας κ. Στυλ. Παπαδόπουλος (Μοναχός Γεράσιμος) ἐπισημαίνει μὲ ἀπογοήτευση: «Οἱ διάλογοι αὐτονόητοι, ἀναποτελεσματικοὶ καὶ προβληματικοί».[5] Σὲ ἄλλο σημεῖο τῶν διαπιστώσεών του σχετικὰ μὲ τοὺς διαλόγους παρατηρεῖ: «Δὲν συνέβη μέχρι σήμερα κάποια Ὁμολογία, νὰ ἐγκαταλείψη στοιχεῖο τῆς διδασκαλίας της ὡς ἀποτέλεσμα τῶν Διαλόγων…Κάποιες ἴσως δευτερεύουσες πρακτικὲς πλευρὲς δυνατὸν νὰ δέχθηκαν οἱ ἑταῖροι μας νὰ ἀλλάξουν. Ποτὲ στοιχεῖο τῆς διδασκαλίας τους».[6] Ὁ καθηγητὴς Παν. Τρεμπέλας τὸ 1971 ἐσχολίαζε: «Ἡ ὑπὸ τοὺς σημερινοὺς ὅρους συμμετοχὴ μας εἰς τὸ ΠΣΕ εἶναι ὅλως ἀπαράδεκτος. Ἐὰν δὲν ἐξασφαλιστεῖ, καθ’ οὕς ὅρους αὐτὸς ὁ ἅγιος Χαλκηδόνος καθώρισε, τὸ νὰ φέρωσιν αἳ ἐνέργειαι καὶ ἀποφάσεις τοῦ συμβουλίου τούτου ἐμφανῆ οὐχὶ τὴν Προτεσταντικὴν ἀλλὰ τὴν Ὀρθόδοξον σφραγίδα ἐνδείκνυται νὰ ἀποχωρίσωμεν».[7] Παρόμοιες εἶναι οἱ διαπιστώσεις π. Γεωρ. Μεταλληνού: «Ἀντὶ ἡ Ὀρθοδοξία νὰ ἐπηρεάζει σωτηριολογικὰ τὸν μὴ Ὀρθόδοξο κόσμο, ἐφθάσαμε στὴν ἀποδοχὴ στὴν πράξη τῆς ‘βαπτισματικῆς Θεολογίας’, τῆς ‘Θεολογίας τῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν’ (πρβλ. συμφωνίας Balamand 1993), τῆς ‘κοινῆς διακονίας’ τῆς ‘διευρυμένης Ἐκκλησίας’ καὶ τοῦ ‘πολιτιστικοῦ πλουραλισμοῦ’, ὅπως ὀρθότατα ἔχει ἐπισημανθεῖ…Ὁ Οἰκουμενισμὸς σ’ ὅλες τὶς διαστάσεις καὶ ἐκδοχὲς του ἔχει ἀποβεῖ ἀληθινὴ βαβυλώνιος αἰχμαλωσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ ὅλων των τοπικῶν ἡγεσιῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μὲ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, ποὺ δέχονται ὅμως ἀφόρητη πίεση. Ἡ καύχηση καὶ ὁ αὐτοθαυμασμὸς τῶν οἰκουμενιστῶν μας γιὰ μιὰ δῆθεν νέα ἐποχή, ποὺ ἄνοιξε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο μὲ τὶς πατριαρχικὲς ἐγκυκλίους τῶν ἐτῶν 1902, 1904, καὶ 1920, δὲν δικαιώνονται, διότι ‘αὐτὸ ποὺ κατορθώθηκε εἶναι νὰ νομιμοποιήσουμε τὶς αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ’».[8] Ἀποκαλυπτικὲς ὅσο καὶ ὀδυνηρὲς εἶναι ἐπίσης οἱ διαπιστώσεις τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση: «Ἡ ὑπερπεντηκονταετὴς παρουσία τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν στὸ ΠΣΕ, μέσα στὴν πανσπερμία, στὸ πλῆθος καὶ στὴν θεολογικὴ ἀναρχία καὶ σύγχυση τῶν Προτεσταντικῶν Ὁμολογιῶν, συνδεόμενη οὕτως ἢ ἄλλως στὴν πράξη, παρὰ τὶς ἀντίθετες διακηρύξεις, μὲ ἐκκλησιολογικὲς παραχωρήσεις, συμβιβασμοὺς καὶ ὑποχωρήσεις, δὲν ἦταν δυνατὸν ἀθροιστικὰ καὶ οὐσιαστικὰ νὰ ἔχει τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσδοκώμενη καρποφορία. Ἐξαφανιστήκαμε, χαθήκαμε οἱ Ὀρθόδοξοι ἀριθμητικά, δὲν εἴχαμε καμιὰ δυνατότητα μὲ τὸν ἐλάχιστο ἀριθμὸ ψήφων, ποὺ διαθέταμε, νὰ ἐπηρεάσουμε τὶς συζητήσεις καὶ τὶς ἀποφάσεις…Νομιμοποιήσαμε ἐκκλησιολογικὰ μὲ τὴν παρουσία μας τὶς ποικίλες προτεσταντικὲς ὁμάδες καὶ παραφυάδες ὡς «ἐκκλησίες», καὶ ὁδηγήσαμε σὲ εὐτελισμὸ καὶ ξεγύμνωμα τὴν ‘νύμφην Χριστοῦ’, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ὁ Χριστὸς ἔχυσε τὸ πανάγιον αὐτοῦ αἷμα, τὴν ἐδόξασε καὶ τὴν λάμπρυνε ὑπὲρ τὸν ἥλιον».[9] Σχετικὰ μὲ τὸν μακαριστὸ καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. πρωτ. π. Ἰωάννη Ρωμανίδη, τὸν ὁποῖον μνημονεύει στὸν κατάλογο τῶν ὀνομάτων, ποὺ παραθέτει ὁ π. Γεώργιος, σημειώνουμε, ὅτι ἐπειδὴ ἄσκησε ἔντονη κριτικὴ στὶς προδοτικὲς γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ἀποφάσεις τοῦ Balamand, ἐπιτιμήθηκε αὐστηρὰ ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ ἀπειλήθηκε ἐμμέσως, πλὴν σαφῶς, μὲ καθαίρεση.

Ἐπίσης ὁ π. Γεώργιος κάνει λόγον γιὰ «μιὰ συνειδητὴ συμμετοχὴ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος σὲ ἕνα διάλογο, ὁ ὁποῖος στοχεύει στὴν προσέγγιση τῶν Χριστιανῶν, στὴν ἄμβλυνση τῶν θεολογικῶν καὶ ἐκκλησιολογικῶν διαφορῶν τους καὶ στὴν προώθηση τῆς Χριστιανικῆς Ἑνότητος». Ποιὰ ὅμως προσέγγιση ἔγινε ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια, δηλαδὴ μετὰ ἀπὸ 65 χρόνια ἐπισήμου Διαλόγου; Ποιὰ πρόοδος ἐπιτεὺ- χθηκε, ἐπ’ ὠφελεία τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ὀρθοδοξίας; Μπορεῖ νὰ μᾶς ἀναφέρει ἔστω καὶ μία ἀπὸ τὶς πολυάριθμες ὁμάδες τοῦ ΠΣΕ, ἢ ἔστω καὶ ἕνα πρόσωπο, πού συμμετέχει σ’ αὐτό, νὰ ἀσπάστηκε τὴν Ὀρθοδοξία; Δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα τέτοιο παράδειγμα λόγω τῶν σχετικῶν δεσμευτικῶν ἀποφάσεων τοῦ ΠΣΕ.[10] Ἐπίσης πιστεύει, ὅτι ἡ προσέγγιση μεταξύ των Χριστιανῶν καὶ ἡ προώθηση τῆς Χριστιανικῆς Ἑνότητος μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθῆ μὲ τὴν «ἄμβλυνση τῶν θεολογικῶν καὶ ἐκκλησιολογικῶν διαφορῶν», δηλαδὴ μὲ ἀμοιβαῖες ὑποχωρήσεις στὰ δόγματα τῆς πίστεως. Ἡ ἀντίληψη αὐτή, εὐρύτατα διαδεδομένη μεταξύ των οἰκουμενιστῶν, ποὺ ἀπηχεῖ οὐσιαστικὰ τὴν αἱρετικὴ οἰκουμενιστικὴ θεωρία τοῦ Δογματικοῦ Μινιμαλισμοῦ, εἶναι πέρα γιὰ πέρα ξένη πρὸς τὴν δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ τὴν ἐκκλησιαστική της αὐτοσυνειδησία, ὅτι αὐτὴ καὶ μόνη ἀποτελεῖ τὴν Μία Ἁγία, Καθολική, καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, κατέχουσα πάσαν τὴν ἀλήθειαν. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ δεχθῆ κανένα συμβιβασμὸ καὶ ὑποχώρηση, δηλαδὴ ἀθέτηση στὰ δόγματα τῆς πίστεώς της. Ἡ οἰκουμενιστικοῦ τύπου ἑνότητα, τὴν ὁποία ὁραματίζεται ὁ π. Γεώργιος, εἶναι μιὰ ἐπιφανειακὴ, ἐπικοινωνιακού, μᾶλλον οὐμανιστικοῦ, χαρακτῆρος ἑνότητα, ποὺ δὲν θὰ εἶναι πραγματικὴ ἐν ἀληθεία ἑνότητα στὴν Ὀρθόδοξο πίστη, ἀλλὰ συγκόλληση ἑτεροκλήτων στοιχείων, ποὺ μὲ τοὺς πρώτους κραδασμοὺς θὰ διαλυθοῦν εἰς τὰ ἐξ’ ὧν συνετέθησαν.

Στὴ συνέχεια ὁ π. Γεώργιος παρουσιάζει μία ἄγνωστη «πτυχὴ τῆς σχέσεως τῆς (Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος) πρὸς τὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση, μάλιστα δὲ πρὸς τὸ ΠΣΕ. Ἐκείνη ποὺ ἀφορᾶ στὴν Διακονία καὶ τὴν κοινωνικὴ πρόνοια». Κάνει λόγο γιὰ τὴν «ἀνάπτυξη τῆς πτηνοτροφίας στὴν Ἤπειρο», γιὰ τὴν «γεωργική, κτηνοτροφική, μελισσοκομικὴ ἀνάπτυξη τῶν Κυθήρων καὶ ποικίλλα προγράμματα τουριστικῆς ἀναπτύξεως, ὁδοποιίας, ἀναδασώσεως, ὑδρεύσεως καὶ ἠλεκτροδοτήσεως πολλῶν χωριῶν τοῦ νησιοῦ αὐτοῦ», τὰ ὁποῖα «ὑλοποίηθηκαν ἀπὸ κλιμάκιο τοῦ ΠΣΕ…», ἐπίσης γιὰ τὰ «δύο τυπογραφεῖα τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας, ἐπὶ ἀρχιεπισκοπείας Σπυρίδωνος τὸ 1951 καὶ Σεραφεὶμ τὸ 1981», τὰ ὁποῖα «εἶχαν συσταθεῖ μὲ τὴν συνδρομὴ τοῦ ΠΣΕ» κ.λ.π. Γενικῶς παρουσιάζει μιὰ «περίληψη τοῦ τεράστιου ποιμαντικοῦ, κοινωνικοῦ, ἀναπτυξιακοῦ καὶ ἀνθρωπιστικοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖο πραγ- ματώθηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος σὲ συνεργασία μὲ τὸ ΠΣΕ». Τὸ ὅτι πράγματι ἔγιναν ὅλα αὐτὰ δὲν τὰ ἀμφισβητοῦμε. Ὅμως δὲν ἀγνοοῦμε ἐπίσης τὸν δόλιο προσηλυτισμὸ καὶ τὴν προπαγάνδα ποὺ ἄσκησαν ἐδῶ καὶ αἰῶνες τώρα στὴν Ἑλλάδα καὶ συνεχίζουν νὰ ἀσκοῦν μέχρι σήμερα οἱ Προτεσταντικὲς Ὁμολογίες, ποὺ σήμερα ἀποτελοῦν μέλη τοῦ ΠΣΕ.

Ὁ Προτεσταντισμὸς διὰ τοῦ ΠΣΕ προσέφερε μὲν ὑλικὴ βοήθεια, ὁδήγησε ὅμως στὴν ἀπώλεια μέσω τοῦ προσηλυτισμοῦ πλεῖστες ὅσες ψυχές, ἐκμεταλλευόμενη τὴν ἀνέχεια καὶ τὴν φτώχεια τοῦ λαοῦ μας. Σὲ τί ὠφελοῦν ὅμως τὰ ἔργα κοινωνικῆς ἀναπτύξεως καὶ φιλανθρωπικῆς προνοίας, ὅταν τὸ πνευματικὸ κόστος αὐτῶν τῶν ἔργων εἶναι ἡ ἀπώλεια ψυχῶν, γιὰ τὶς ὁποῖες ὁ Χριστὸς ἔχυσε τὸ αἷμα του; Σὲ τί θὰ ὠφελοῦσε τὸν ἑλληνικὸ λαό, ἀν μὲ παρόμοια ἔργα γινόταν ἡ πιὸ πλούσια χώρα τῆς Εὐρώπης, ἔχανε ὅμως τὴν Ὀρθόδοξη πίστη του καὶ ἄρα καὶ τὴν σωτηρία του καὶ μεταβαλλόταν σὲ χώρα, ὅπου θὰ κυριαρχοῦσε ὁ Προτεσταντισμός; «Τί γὰρ ὠφελεῖ- ται ἄνθρωπος ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδίση τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῆ;» (Ματ. 16,26). Ποιᾶς μορφῆς κοινωνία καὶ συνεργασία μπορεῖ νὰ ὑπάρξη μεταξύ τοῦ φωτὸς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ σκότους τῆς αἱρέσεως; Καμμία ἀσφαλῶς, καθὼς μᾶς βεβαιώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες ἀπίστοις. Τὶς γὰρ μετοχὴ δικαιοσύνη καὶ ἀνομία; Τὶς δὲ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος;» (Β΄Κορ.6,14). Οἱ ἅγιοι Πατέρες μας οὐδέποτε διενοήθησαν, νὰ καθιερώσουν ὁποιασδήποτε μορ- φῆς συνεργασία μὲ τοὺς αἱρετικούς, προκειμένου νὰ ἐπιτύχουν κάποια ὑλικὰ ὀφέλη, ἀφοῦ μετὰ τὸν ἀφορισμό τους καὶ τὴν συνοδικὴ ἀποκοπή τους ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, δὲν εἶχαν πλέον καμμία ἐπικοινωνία μαζί τους. Ἑπομένως ἡ «χέρι-χέρι συνεργασία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ τὸ ΠΣΕ, ὅπως καὶ μὲ ἄλλους φορεῖς τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως» δὲν δικαιώνεται οὔτε ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, οὔτε ἀπὸ τὴν Πατερική μας Παράδοση. Καὶ μόνον τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ π. Γεώργιος κρίνει τὴν σχέση τοῦ ΠΣΕ μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μὲ κοινωνικὰ καὶ ὄχι μὲ ἐκκλησιολογικὰ κριτήρια, ὅπως βέβαια θὰ ἔπρεπε, δείχνει τὴν χρεοκοπία τοῦ ΠΣΕ καὶ τῶν μέχρι τώρα γενομένων Διαλόγων καὶ τὴν ἀδυναμία του, νὰ ἐπιτύχει τοὺς σκοποὺς γιὰ τοὺς ὁποίους ἱδρύθηκε.

Ἐκ του Γραφείου Αἱρέσεων και Παραθρησκειῶν
Ὁ Ὑπεύθυνος Ἀρχ. Παῦλος Δημητρακόπουλος
Ὁ Γραμματέας Λάμπρος Σκόντζος


[1] Αρχ. Χαραλάμπους Βασιλοπούλου, Ο Οικουμενισμός χωρίς μάσκα, Εκδ. «Ορθοδόξου Τύπου», Αθήναι 1995, σελ. 107-108.

[2] Κων. Μουρατίδου, Καθηγητού Θεολ. Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, Οικουμενική Κίνησις, Ο σύγχρονος μέγας πειρασμός της Ορθοδοξίας, Εκδ. «Ορθοδόξου Τύπου», Αθήναι 1972, σ. 18-19.

[3] Πρωτ. Θεοδώρου Ζήση, ομοτίμου καθ. Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ, Δικαιολογείται η συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Π.Σ.Ε.;, Πρακτικά Διορθοδόξου Επιστημονικού Συνεδρίου, Οικουμενισμός, Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις, Εκδ. «Θεοδρομία», Θεσσαλονίκη 2008, Τομ. Α΄, σελ. 490.

[4] Πρωτ. Γ. Μεταλληνού, Οικουμενικό Πατριαρχείο και Οικουμενισμός, Πρακτικά Διορθοδόξου Επιστημονικού Συνεδρίου: Οικουμενισμός, Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις, Τομ. Α΄, Εκδ. Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη 2008,σελ . 245-246

[5] Παρά Γεωρ. Μεταλληνώ, Οικουμενικό Πατριαρχείο …ο.π. σελ. 247, υποσημείωση 65.

[6] Παρά Ιω. Κορναράκη, Ο μύθος της Ορθοδόξου μαρτυρίας εις τους διαλόγους με αλλοδόξους, εφήμ. «Ορθ. Τύπος» , φ. 1670, 22.12.2006.

[7] Παν. Τρεμπέλα, Επί της Οικουμενικής κινήσεως και των θεολογικών διαλόγων ημιεπίσημα έγγραφα, εκδ. Αδελφότητος Θεολόγων «ο Σωτήρ», Αθήναι 1972, σελ. 46.

[8] Πρωτ. Γεωρ. Μεταλληνού, Οικουμενικό Πατριαρχείο…ο.π. σελ. 248-249

[9] Πρωτ. Θεοδώρου Ζήση, Ομοτίμου Καθ. Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ, Τα όρια της Εκκλησίας Οικουμενισμός και Παπισμός, Εκδ. «Τέρτιος», Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 74-75

[10] Βλέπε το κείμενο της Γ΄ Γενικής Συνελεύσεως του ΠΣΕ στο Νέο Δελχί το 1961, που καταδικάζει τον προσηλυτισμό μεταξύ των «Εκκλησιών»-μελών του ΠΣΕ: «Christian Witness, Proselytism and Religious Liberty in the Setting of the World Council of Churches».