Τρίτη 5 Μαρτίου 2019

Τι είναι ο πόνος για τους χριστιανούς;

Thanatos-Ponos-Odyni_05_UPΕίναι προφανές ότι, τόσο στα βιβλικά, όσο και στα πατερικά ερμηνευτικά κείμενα, ο (ψυχικός) πόνος συνήθως περιλαμβάνεται στην ευρύτερη έννοια των θλίψεων: «Επίβλεψον επ’ εμέ και ελέησόν με.  Αι θλίψεις της καρδίας μου  επληθύνθησαν,εκ των αναγκών μου εξάγαγέ με», ανακράζει ο Δαυίδ[1], ενώ αλλού αναφέρει ότι «και εκέκραξαν προς Κύριον εν τω θλίβεσθαι αυτούς, και εκ των αναγκών αυτών έσωσεν αυτούς»[2].
Το ίδιο πρεσβεύει και ο Μάξιμος, ο οποίος σημειώνει μεταξύ άλλων ότι, όταν αισθανθεί κανείς πόνο επειδή κάποιος τον προσέβαλλε και τον εντρόπιασε, θα πρέπει να γνωρίζει ότι θα ωφεληθεί πολύ διότι με την ντροπή βγήκε από μέσα του η κενοδοξία: σημειώνει ακόμη ότι, όπως την ημέρα ακολουθεί η νύκτα, ούτως την κενοδοξία και την ηδονή διαδέχονται λύπες και πόνοι (είτε κατά το παρόν είτε εις το μέλλον) και ακόμη ότι δεν υπάρχει βαρύτερος πόνος ψυχής από την συκοφαντία, είτε αφορά την πίστη, είτε την διαγωγή [3].
Είναι λοιπόν προφανές ότι, εκτός των περιπτώσεων όπου υπάρχει σαφής αναφορά στον σωματικό πόνο[4], όλες οι υπόλοιπες αναφορές αφορούν τον ψυχικό πόνο και τις θλίψεις, ασχέτως εάν υπάρχει ή όχι σαφής αναφορά.
Έτι περαιτέρω η αναζήτηση της ηδονής, ως παρά φύσιν κίνησις, θεωρείται ότι αποτελεί ακόμη μία οδό που οδηγεί τον πτωτικό άνθρωπο στον πόνο, την οδύνη και τον θάνατο[5],[6].  Όμως ο σωματικός πόνος δεν περιλαμβάνεται στις τιμωρίες που ο Θεός επέβαλλε στον άνθρωπο για την παρακοή του, όπως αποδεικνύει η ανάλυση του Γεν. 3.16-19, όπου ο Θεός ανακοινώνει λύπες και στεναγμούς, επικατάρατον γη, ακάνθας, τριβόλους και ιδρώτα προσώπου (κόπους) για την καλλιέργεια της γης και, βεβαίως, θάνατο, αλλά ο σωματικός πόνος όμως, ως τιμωρία, απουσιάζει.
Αυτός είναι και ο λόγος που θεωρούμε ότι είναι ορθή η μετάφραση του χωρίου Γεν. 3.16 «εν λύπαις τέξη τέκνα», και όχι «εν ωδίναις», «εν πόνοις» ή έτερον τι, με την θεολογική ερμηνεία να είναι ότι πλέον δεν θα προκαλεί χαρά η έλευση ενός παιδιού αλλά λύπη, αφού η γυναίκα θα γνωρίζει ότι γεννά άνθρωπο που προορισμό θα έχει τον θάνατο.  Αυτό μας προσφέρει ένα σημαντικό στοιχείο στον προβληματισμό περί της χορηγήσεως η μη ανταλγικής και κατασταλτικής αγωγής στους καρκινοπαθείς ασθενείς τελικού σταδίου, σημείο που έχει εκτενώς απασχολήσει την περί βιοηθικής έρευνα.
Η λύπη, κατά τον Μάξιμο[7], δεν είναι ενιαία αλλά διαιρείται σε λύπη αισθητική (της αισθήσεως), και λύπη ψυχική (του νοός), που προέρχεται από την στέρηση των αγαθών της ψυχής.
Γεννήτορες της ψυχικής λύπης, που αφορά είτε τα δικά μας αμαρτήματα, είτε τα αμαρτήματα των άλλων[8], είναι οι εκούσιοι πειρασμοί[9]. Και ο Θαλάσσιος ο Λίβυος θεωρεί ότι, αν και με λύπες, ηδονές, επιθυμίες και φόβους, οι δαίμονες δένουν το νου στα αισθητά, ο φόβος του Κυρίου νικά τις επιθυμίες και η κατά Θεόν λύπη διώχνει την ηδονή, ενώ η επιθυμία της σοφίας καταφρονεί το φόβο και η ηδονή της γνώσεως διώχνει την λύπη[10].
Εύλογα λοιπόν γράφει ο Μάξιμος[11] ότι, όποιος επιθυμεί με ελπίδα την εν Χριστώ ζωή (που φυλάσσεται εις τους ουρανούς και θα δοθεί μέσω της Αναστάσεως των νεκρών ως κληρονομία άφθαρτος, αμόλυντος και αμάραντος[12]), έχει αγαλλίαση στην ψυχή του διότι απολαμβάνει τους πνευματικούς λόγους καθαρούς από κάθε αισθητό, αλλά και λύπη στην σάρκα και την αίσθηση, ως υφιστάμενος τους πόνους και τις οδύνες που του προκαλούν οι διάφοροι πειρασμοί.  Αυτοί οι πόνοι (στην ψυχική τους διάσταση) ταυτίζονται μάλιστα, κατά τον Μαξιμο, τόσο με την λύπη της ψυχής, που προξενεί η ηδονή της αισθήσεως, όσο και με την λύπη της αισθήσεως, που δημιουργεί από την φύση της η ηδονή της ψυχής: το γεγονός αυτό, όπως καθίσταται προφανές, είναι ιδιαίτερα σημαντικό στο υπό διαπραγμάτευσιν θέμα.
Η λύπη είναι λοιπόν ο ψυχικός πόνος, ο οίκτος, το στενάχωρο εκείνο συναίσθημα που στερεί την χαρά: με την έννοια αυτή λύπη, θλίψη και ψυχικός πόνος περίπου ταυτίζονται[13], με την λύπη να θεωρείται έννοια διττή, δηλαδή σωτήριος όταν προκαλείται από συναίσθηση της αγνωμοσύνης προς τον Κύριο και θανατηφόρος όταν προκαλείται από αλαζονεία και υπερεκτίμηση του εαυτού[14].  Μετά την σταυρική θυσία ο άνθρωπος μπορεί να θλίβεται και να υποφέρει, όμως έχει την συνδρομή του Κυρίου[15] και, μέσω της πίστεως, της προσευχής και της υπομονής, βιώνει μια ιδιαίτερη κατάσταση που συχνά καλείται χαρμολύπη, χαροποιόν πένθος, θεοφιλής λύπη ή ανάλγητον δάκρυον[16].  Το σημείο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην προσπάθεια ερμηνείας, τόσο της οδύνης που βιώνει ο πιστός ενώπιον του θανάτου, όσο και της καρτερίας που συχνά επιδεικνύει.
[1] Ψαλμ. 24,16‐17.
[2] Ψαλμ. 106,19.
[3] Μαξίμου Ομολογητού, Κεφάλαια περί αγάπης, Πρώτη εκατοντάς, 30, Δευτέρα εκατοντάς, 65 και Τετάρτη εκατοντάς, 88, Φιλικαλία ibid.
[4] Ο Αδάμ, αφού συγκατατέθηκε στην πλευρά του (Εύα) που του πρότεινε την ηδονή, έβγαλε έξω από τον Παράδεισο το ανθρώπινο γένος (Γεν. 3,24). Και ο Κύριος που υπέμεινε τον πόνο από το κέντημά της, έβαλε τον ληστή μέσα στον Παράδεισο (Λουκ. 23,43). Ας αγαπήσομε λοιπόν την κακοπάθεια του σώματος και ας μισήσομε την ηδονή του. Γιατί η πρώτη μας εισάγει στον Παράδεισο και μας αποκαθιστά στα αγαθά, ενώ η άλλη μας βγάζει έξω και μας χωρίζει από τα αγαθά.  Μαξίμου Ομολογητού, Κεφάλαια περί θεολογίας, οικονομίας, αρετής και κακίας, Τρίτη εκατοντάς, 23.
[5] Μαντζαρίδη Γ, ibid, σελ. 616.
[6] Μαξίμου Ομολογητού, Κεφάλαια περί αγάπης, Εκατοντάς Στ, Φιλοκαλία ibid, λγ, σελ.296 και Κεφάλαια περί Αγάπης, Εκατοντάς Γ΄, Φιλοκαλία ibid, κε, σελ. 259.
[7] Μαξίμου Ομολογητού, Διαφόρα κεφάλαια περί θεολογίας, οικονομίας, αρετής και κακίας, Εκατοντάς Πέμπτη, Κεφάλαιον 89, Φιλοκαλία ibid.
[8] Ibid, Κεφάλαιον 97.
[9] Δύο ειδών είναι οι πειρασμοί κατά τον Μάξιμο, οι ενήδονοι και οι ενόδυνοι, δηλαδή αυτοί που επιφέρουν την ηδονή και αυτοί που επιφέρουν την οδύνη. Οι πρώτοι είναι εκούσιοι και γεννούν τα πάθη, ενώ οι δεύτεροι είναι ακούσιοι και απομακρύνουν τα πάθη. Τους εκουσίους ο Κύριος μας διδάσκει να προσευχόμεθα να αποφύγομε, διότι προκαλούν ηδονή στην σάρκα και οδύνη στην ψυχή, ενώ, όπως ο μέγας Ιάκωβος συμβουλεύει, για τους  ακουσίους πρέπει να χαιρόμεθα, διότι αφαιρούν την ηδονή της σαρκός και την οδύνη της ψυχής.  Μαξίμου Ομολογητού, Διαφόρα κεφάλαια περί θεολογίας, οικονομίας, αρετής και κακίας, Εκατοντάς Πέμπτη, Κεφάλαιον 93, Φιλοκαλία ibid. Υπογραμμίσεις δικές μας.
[10] Θαλασσίου Λιβύου, Περί αγάπης και εγκρατείας και της κατά νουν πολιτείας, Εκατοντάς Δευτέρα, Κεφάλαια 17, 18 και 19.
[11] Μαξίμου Ομολογητού, Διαφόρα κεφάλαια περί θεολογίας, οικονομίας, αρετής και κακίας, Εκατοντάς  Έκτη, Κεφάλαιον 7.
[12] Α΄ Πέτρ. 1,4.
[13] Μπαμπινιώτης Γ, ibid, σελ. 1027 και Lindell and Scott, Μέγα Λεξικόν της Νέας Ελληνικής Γλώσσης, ibid, σελ. 65. 
[14] Νικολάου Καβάσιλα,  Περί της εν χριστώ ζωής, Έκδοσις Ιερού Ησυχαστηρίου Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, Θεσσαλονίκη 1990, σελ. 23 και 179. 
[15] «Και ιδού εγώ μεθ᾽ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος», Ματθ. 28,20.
[16] Βλάχος Ι (1988), Η θεραπεία της ψυχής, Γρηγόριος ο Παλαμάς, 721, σελ. 155.
[συνεχίζεται]

Παρατήρηση: Το παρόν άρθρο αποτελεί τμήμα κειμένου βασισμένου στην κατατεθειμένη στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο διπλωματική εργασία με τίτλο «Θεολογική προσέγγιση του πόνου και της οδύνης των καρκινοπαθών ασθενών τελικού σταδίου», του Σπυρίδωνος Κ. Βολτέα, Γενικού Χειρουργού, Δ/ντή Χειρουργικού Τμήματος ΕΣΥ του Ιπποκράτειου Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών. Η Πεμπτουσία δημοσιεύει ολόκληρο το κείμενο του κ. Βολτέα σε συνέχειες.

Όσο βαθύτερη η θλίψη,τόσο εγγύτερα ο Θεός.


  «Τα μεγάλα σχέδια της Θείας Πρόνοιας εκδηλώνονται μέσα από θλίψεις». Η διαπίστωση αυτή της Ηγουμένης Ταϊσίας, όπως καταγράφεται στο ομώνυμο βιβλίο – έκδοση ‘Το περιβόλι της Παναγίας’, είναι αληθινή. Βγήκε μέσα από τη δική της εμπειρία, που βεβαιώνεται, βέβαια, από όσους γνώρισαν το σχέδιο του Θεού για τους ίδιους και για άλλους, μέσα από δοκιμασίες, πόνο, στεναχώριες.

Η απάντηση στα μεγάλα «γιατί» δεν μπορεί να δοθεί εύκολα και απλά. Συνήθως έρχεται μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα, όταν θα έχει καταλαγιάσει ο «πυρετός των θλίψεων». Τότε κατανοείς το σχέδιο του Θεού, που προέρχεται από τη μεγάλη αγάπη και έγνοια. Συνειδητοποιείς ότι τίποτα τυχαίο δεν υπάρχει. Η μεγάλη αγάπη του μεγάλου Θεού μας κινεί το σύμπαν και κατευθύνει τη ζωή του καθενός «εις οδόν σωτηρίας», δηλαδή σ’ αυτό που στο βάθος θέλουμε.

Την ώρα του μεγάλου πόνου, όπως και της μεγάλης χαράς, δεν γίνεται ανάλυση των αισθημάτων ούτε καταγράφεται η αιτία. Προσπαθείς να το ζήσεις, να αντέξεις τον πόνο, να χαρείς τη χαρά. Είναι η ώρα της καρδιάς κι όχι του λογικού, του βιώματος κι όχι της θεωρίας.
Στο βιβλίο «Αρχιεπ. Ιλαρίων Τρόιτσκι», υπάρχει το ποιήμα του Α. Μάικοφ:
Όσο η νύχτα σκοτεινότερη,
τόσο λαμπρότερα τ’ αστέρια˙
όσο βαθύτερη η θλίψη,
τόσο εγγύτερα ο Θεός.
Τελικά, η θλίψη μπορεί να γίνει ευλογία, ο πόνος ευκαιρία αναθεώρησης της ζωής, οι δοκιμασίες δυνατότητα ωρίμανσης. Αν όμως ο άνθρωπος τα αποδεκτεί, όχι μοιρολατρικά και μίζερα, αλλά με ταπείνωση, συντριβή καρδίας, υπακοή στο θέλημα του Θεού και εμπιστοσύνη ότι το σχέδιο Του είναι το καλύτερο για μας.

Είναι αλήθεια ότι «κανένας δεν πήγε στον ουρανό με άνεση» (Μ. Αντώνιος). Η πραγματικότητα της ζωής μάς βεβαιώνει ότι «στον κόσμο αυτό θα έχουμε θλίψεις» (Ιησούς Χριστός). Όπως είναι αλήθεια και το ότι «αυτόν που αγαπά ο Θεός, τον παιδαγωγεί» (Απ. Παύλος). Όμως δεν μπορούν όλοι να τα εννοήσουν. Χρειάζεται η προϋπόθεση της ταπείνωσης και της εμπιστοσύνης, κυρίως όταν ο Θεός σιωπά και φαίνεται πως δεν υπάρχει.

Το να συνεχίζεις να Τον εμπιστεύεσαι όταν Εκείνος σιωπά, δείχνει ότι έχεις σχέση μαζί Του. Τότε η υπομονή στις δοκιμασίες, όταν κυρίως είναι μεγάλες και μακροχρόνιες, δημιουργεί μια παρρησία, ένα καλώς νοούμενο θάρρος απέναντί Του. Γίνεσαι «συμπολίτης των αγίων και οικείος του Θεού» (Εβρ. 2, 19). Δεν είναι ο Θεός ξένος και άγνωστος. Είναι «ο Κύριος και Θεός σου», ο φίλος και αδελφός σου.

Όποιος έζησε τα χίλια σκοτάδια του, μπορεί να δει Φως Χριστού στην καρδιά του.
Όποιος κατέβηκε στον Άδη της ύπαρξής του, μπορεί να χαρεί το άρπαγμα που θα του κάνει ο Αναστάς Κύριός του.
Όποιος δοκιμάστηκε «ως χρυσός εν χωνευτηρίω», αποδεικνύεται άξιος του Σταυρωθέντος και Αναστάντος Χριστού.

Τότε βαδίζει την «τεθλιμένην του βίου οδόν» με τη χαρά της παρουσίας Του και τη βέβαιη ελπίδα ότι αιώνια θα ζει μαζί Του στην ουράνια Βασιλεία Του.

π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

Γιατί η ζωή μας ώρες-ώρες είναι τόσο χωρίς νόημα;



Καλή ερώτηση! Τέτοια ερωτήματα είναι σημάδια υγιούς ψυχής. Μιας ψυχής που δε βολεύεται στην ήσυχη και απροβλημάτιστη ζωή. Διψάει κάτι άλλο πάνω από τα κοινά μέτρα.

Η στείρα καθημερινότητα δεν τη γεμίζει. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε, ένας ουρανοδρόμος αετός να βολευτεί σ’ ένα κοτέτσι; Πώς να ψαλιδίσει τα φτερά του, να κυκλοφορεί σε μια αυλή και να έχει για τροφή του μερικούς σπόρους; Πώς να δεχθεί να βαδίζει με το κεφάλι σκυμμένο, όταν είναι πλασμένος για τα ψηλώματα; Ανησυχείς, λοιπόν, γιατί τίποτα δε σε γεμίζει. Η ψυχή σου δε βρίσκει πουθενά ικανοποίηση. Και ευτυχώς που ανησυχείς.
Το ανησυχητικό δεν είναι ο προβληματισμός και η αναζήτηση. Το ανησυχητικό θα ήταν ο συμβιβασμός και η συμφιλίωση με την ήσσονα προσπάθεια, με το «δε βαριέσαι». Να πνίξει μέσα του ο άνθρωπος τους ευγενικούς πόθους και τους υψηλούς οραματισμούς. Να πάψει να νοσταλγεί τους ουρανούς. Να μην τον συγκλονίζει η βαθιά επιθυμία του ιερού Αυγουστίνου:
«Μας έπλασες για σένα, Θεέ μου, και η καρδιά μας είναι ανήσυχη ως ότου αναπαυθεί κοντά σου». Το ανησυχητικό και τραγικό θα ήταν στο ερώτημα «γιατί ζω», να μην έχεις άλλη απάντηση από το «φάγωμεν, πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν» (Α΄ Κορ. ιε΄ 32). Δηλαδή «ερχόμαστε από το μηδέν και πηγαίνουμε στο πουθενά»! Έτσι είναι. Η ψυχή αν δεν έχει ναρκωθεί από τα όπια του ηδονισμού, της φιλαργυρίας, του αισθησιασμού, και αν δεν έχει αποβλακωθεί από την πλύση εγκεφάλου των μέσων μαζικής επικοινωνίας, είναι φυσικό να προβληματίζεται. Η απάντηση στα προβλήματα αυτά είναι άλλης τάξης. Θα την αναζητήσουμε στο Θεό. Αυτός είναι, για μας τους Χριστιανούς, ο Δημιουργός της ζωής και σ’ Αυτόν θα αναζητήσουμε το σκοπό της.

Αν ανοίξουμε, λοιπόν, τη Γένεση, θα μάθουμε ότι ο Θεός μάς δημιούργησε «κατ’ εικόνα» Του και μας καλεί να γίνουμε «ομοίωσή» Του. Να μοιάσουμε στο Θεό! Στην αιώνια πηγή της αγάπης, της ειρήνης, της χαράς, της σοφίας. Σκοπός της ζωής μας είναι να γίνουμε άγιοι. Όλα τ’ άλλα δεν είναι μικρές ή μεγάλες αλήθειες, ούτε μικρά ή μεγάλα ψεύδη. Είναι τεράστια ψέματα και ασύλληπτες απάτες.
Όλες οι εντολές του Θεού συντείνουν στο να ερωτευτούμε με όλη μας την καρδιά το Χριστό! Γράφει σε προσωπικό του ημερολόγιο ο μητροπολίτης Μεσογαίας κ. Νικόλαος: «Ο άνθρωπος με είχε απογοητεύσει από τα μικρά μου κι όλας χρόνια ως φύση. Με φούντωνε ιδιοφυώς, όμως, μέσα μου η εικόνα του ως δυνατότητα· αυτό που μπορούσε να γίνει. Το ουράνιο κατορθωτό από τον άνθρωπο με γοήτευε περισσότερο απ’ ό,τι αν το συναντούσα στον αγγελικό κόσμο. Η θεϊκότητα του ανθρώπου ίσως είναι το μόνο σημείο που με εντυπωσίαζε περισσότερο από την θεότητα του… Θεού.
Η επιστροφή στην κατάσταση του Παραδείσου είναι πιο συγκλονιστική απ’ ότι η παραμονή σ’ αυτόν. Είναι πιο θεϊκή· όχι ως κίνηση, γιατί θυμίζει πτώση -ο Θεός δεν επιστρέφει- αλλά ως μεγαλείο, ως θαύμα. Η χάρις του βεβαιούται. Η αμφισβήτησή Του εκφυλίζεται. Η ύπαρξή Του διαρκώς αποδεικνύεται». Ευχόμαστε όλοι μας να ανακτήσουμε αυτό το θεϊκό στόχο στη ζωή μας. Ο Θεός είναι πάντα έτοιμος να μας δεχθεί στην αγκαλιά του και να μας οδηγήσει σ’ αυτό το μεγάλο ταξίδι. Και τότε η ζωή μας όχι μόνο θα έχει ένα βαθύ και ουσιαστικό νόημα, αλλά θα αποτελεί μια ευτυχισμένη πραγματικότητα.

Πῶς πρέπει νὰ πολεμᾷς ἐναντίον τῆς ἀμελείας Αόρατος Πόλεμος - Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης



Γιὰ νὰ μὴ πέσῃς στὴν ἄθλια κακία τῆς ἀμέλειας, ἡ ὁποία σοῦ ἐμποδίζῃ τὸν δρόμο τῆς τελειότητας καὶ σὲ προδίδει στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν, πρέπει νὰ ἀποφεύγῃς κάθε περιέργεια, κάθε γήϊνο προσκόλλημα καὶ κάθε εἴδους ἀσχολία, ποὺ δὲν ταιριάζει στὴν κατάστασί σου.
Ἔπειτα πρέπει νὰ βιάσης τὸν ἑαυτό σου, νὰ ὑπακούης γρήγορα σὲ κάθε καλὴ συμβουλὴ καὶ σὲ κάθε προσταγὴ τῶν προεστώτων καὶ πνευματικῶν σου, κάνοντας κάθε πρᾶγμα σὲ ἐκεῖνο τὸν χρόνο καὶ μὲ ἐκεῖνο τὸν τρόπο ποὺ τοὺς ἀρέσει.
Σὲ κάθε ἔργο ποὺ ἔχεις νὰ κάνεις, μὴν ἀργοπορήσῃς ἐντελῶς·
γιατὶ ἐκείνη ἡ μικρὴ πρώτη ἀργοπορία φέρνει μαζί της καὶ τὴν δεύτερη...
καὶ ἡ δεύτερη τὴν τρίτη καὶ ἡ τρίτη τὶς ὑπόλοιπες, στὶς ὁποῖες παρεκλίνει ἡ αἴσθησις εὐκολώτερα παρὰ στὴν πρώτη...Ἐπειδὴ καὶ περισσότερο τραβήχθηκε καὶ αἰχμαλωτίστηκε ἀπὸ τὴν ἡδονή, ποὺ δοκίμασε στὴ δεύτερη καὶ τρίτη καὶ ὑπόλοιπες ἀργοπορίες.

Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ πρᾶξις ἢ ἀρχίζει πολὺ ἀργά, ἢ ἐγκαταλείπεται ἐντελῶς πολλὲς φορὲς ὡς ἐνοχλητική· καὶ ἔτσι λίγο λίγο γίνεται ἡ συνήθεια τῆς ἀμέλειας.
 ἡ ὁποία φτάνει μετὰ ἀπὸ αὐτὰ σὲ τέτοιο σημεῖο, ποὺ μὲ ἄλλο τρόπο δὲν ἀναγνωρίζεται, παρὰ ἂν ἐμεῖς ἀφοῦ βαρεθοῦμε πλέον τὴν ἀμέλεια, δοθοῦμε ὁλοκληρωτικὰ σὲ ἔργα σημαντικὰ καὶ προσεκτικά. Γιατὶ ἀπὸ τὴν τελευταία μας αὐτὴ φροντίδα μάθαμε ὅτι σταθήκαμε ἕως τότε πολὺ ἀμελεῖς, μὲ ντροπὴ καὶ βλάβη τόσων καλῶν ἔργων, ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ κάνουμε.

Αὐτὴ ἡ ἀμέλεια τρέχει παντοῦ καὶ μὲ τὸ φαρμάκι της, ὄχι μόνο τὴν θέλησι φαρμακώνει καὶ τὴν κάνει νὰ ἀποστρέφεται κάθε ἐργόχειρο καὶ κάθε πνευματικὸ κόπο καὶ ὑπηρεσία...
ἀλλὰ ἀκόμη τυφλώνει καὶ τὸ νοῦ, γιὰ νὰ μὴ θεωρήσῃ σὲ ποιό παράλογο καὶ κακὸ λογισμὸ στηρίζεται αὐτὴ ἡ θέλησις καὶ γιὰ νὰ μὴν παρακινήσῃ, ἀπὸ αὐτὴ τὴν παρατήρησι, αὐτὴ τὴν θέλησι νὰ φροντίσῃ νὰ τελέσῃ γρήγορα κάθε ὀφειλόμενη ὑπηρεσία καὶ νὰ μὴ τὴν ἀφήνῃ παντελῶς ἢ νὰ τὴν ἀναβάλλῃ γιὰ ἄλλο χρόνο.

Ἐπειδὴ δὲν εἶναι μόνο ἀρκετὸ τὸ νὰ κάνῃς γρήγορα τὸ ἔργο ποὺ ἔχεις νὰ κάνεις, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ κάνῃς καὶ σὲ καιρὸ κατάλληλο, ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ ποιότητα καὶ τὸ εἶναι ἐκείνου τοῦ ἔργου καὶ μὲ ὅλη ἐκείνη τὴν φροντίδα ποὺ ταιριάζει σὲ αὐτό, γιὰ νὰ ἔχῃ κάθε δυνατὴ τελειότητα. Ἐπειδὴ εἶναι γραμμένο· «Καταραμένος ὅποιος κάνει τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου μὲ ἀμέλεια» (Ἱερ. 48,10).
Καὶ ὅλο αὐτὸ τὸ κακὸ συμβαίνει,
γιατὶ δὲν σκέφτεσαι τὴν δύναμι ἐκείνου τοῦ καλοῦ ἔργου
νὰ τὸ κάνῃς στὸν καιρό του καὶ μὲ γνώμη ἀποφασιστική,
γιὰ νὰ νικήσῃς τὸν κόπο καὶ τὴν δυσκολία,
ποὺ φέρει ἡ ἀμέλεια στοὺς ἀρχαρίους στρατιῶτας.

Αν ξεκινούσαμε πρώτα με τον εαυτό μας...


Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι απ'το βιβλίο "Οι λογισμοί καθορίζουν τη ζωή μας", Βίος και διδαχές του γέροντα Θαδδαίου της Βιτόβνιτσα, εκδ. Εν πλω, σελ.70. Αν ποτέ πέσει στα χέρια σου αυτό το βιβλίο, μελέτησέ το! Έχει πολλά νοήματα και ευωδιάζει Χάρη.

(...) Βλέπετε, λοιπόν, ότι μπορούμε να'μαστε πολύ καλοί ή πολύ κακοί. Αν έτσι είναι τα πράγματα, είναι σίγουρα καλύτερο ότι να επιλέγουμε το καλό! Οι καταστροφικοί λογισμοί καταστρέφουν την εσώτερη ηρεμία και πλέον δεν έχουμε μέσα μας ειρήνη.


Το σημείο εκκίνησής μας είναι πάντοτε εσφαλμένο. Αντί να ξεκινούμε με τον εαυτό μας, εμείς θέλουμε πάντοτε να αλλάξουμε πρώτα τους άλλους και τελευταίους εμάς. Αν ο καθένας ξεκινούσε πρώτα με τον εαυτό του θα είχαμε παντού ειρήνη! Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει ότι κανείς δεν μπορεί να βλάψει τον άνθρωπο εκείνο που δε βλάπτει τον εαυτό του -ούτε κι ο ίδιος ο διάβολος. Βλέπετε; Εμείς είμαστε οι αρχιτέκτονες, οι μοναδικοί αρχιτέκτονες, του μέλλοντός μας. (...)

Σκληρὴ δοκιμασία



Δὲν εἶναι σπάνιο τὸ φαινόμενο, πιστοὶ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωποι νὰ περνοῦν στὴ ζωή τους δοκιμασίες. Θλίψεις, ὀδύνες, πειρασμοὶ ποικίλοι ἀποτελοῦν συχνὰ τὸν κλῆρο τῶν δικαίων. Ὁ ἅγιος Θεός, ποὺ τὰ πάντα οἰκονομεῖ πρὸς τὸ συμφέρον μας, ἐπιτρέπει νὰ μᾶς συν­αντοῦν τέτοιες καταστάσεις, ὄχι ἐπειδὴ μᾶς ἔχει λησμονήσει ἢ μᾶς ἔχει ἀπορρίψει ἀπὸ τοῦ προσώπου Του, ἀλλὰ ἀντιθέτως, ἐπειδὴ ἡ ἀγαθή Του πρόνοια ἐπιζητεῖ νὰ μᾶς ἀνεβάσει σὲ ἀνώτερα πνευματικὰ ἐπίπεδα. «Εἰς τὸ μεταλαβεῖν τῆς ἁγιότητος αὐτοῦ», μᾶς διαβεβαιώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Ἑβρ. ιβ΄ [12] 10). Γιὰ νὰ γίνουμε δηλαδὴ μέτοχοι, κοινωνοὶ τῆς ἁγιότητός Του, ἅγιοι καὶ ἐμεῖς.

Ἐκεῖ ὅμως ποὺ ἡ δοκιμασία γιὰ τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ κορυφώνεται, εἶναι ὅταν ὁ πειρασμός, ἡ θλίψη, ἡ ὀδύνη ἐπέλθει ἐπειδὴ ἀκριβῶς αὐτὸς θέλησε νὰ εἶναι πιστὸς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· μὲ ἄλλα λόγια, ὅταν ἡ συμμόρφωση μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ὁδηγήσει σὲ δοκιμασία. Ὑπάρχουν περιπτώσεις ποὺ ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, τὴν ὥρα ποὺ μὲ αὐταπάρνηση, θυσία, κόστος ζωῆς ἐπιτελεῖ τὴ θεία ἐντολή, περιπίπτει σὲ πειρασμὸ ἐξαιτίας ἀκριβῶς αὐτῆς τῆς ἐπιτελέσεως... Καὶ πέραν ἀπὸ τὴ δοκιμασία αὐτὴ καθεαυτήν, πρέπει ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς νὰ ἀντιμετωπίσει καὶ τοὺς λογισμούς του, ποὺ σὰν ἄγρια, μανιασμένα κύματα σηκώνονται νὰ τὸν καταποντίσουν: «Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ Θεός; Ἔτσι πληρώνει ὅσους ἐπιτελοῦν τὸ θέλημά Του;» καὶ τὰ ὅμοια.

Ἕνα τέτοιο περιστατικὸ μὲ ἄνθρωπο κατεξοχὴν θεοσεβὴ διασώζει ἡ Παλαιὰ Διαθήκη. Πρόκειται γιὰ τὸν εὐσεβὴ Τωβίτ, ὁ ὁποῖος ἔζησε τὸν 8ο αἰώνα π.Χ. Καταγό­ταν ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Νεφθαλὶμ καὶ κατοικοῦσε στὸ βόρειο βασίλειο τῆς Παλαιστίνης, τὸ βασίλειο τοῦ Ἰσραήλ. Ἦταν τότε ἡ ἐποχὴ ποὺ οἱ κάτοικοι τοῦ ἰσραηλιτικοῦ βασιλείου εἶχαν ἐγκαταλείψει τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ εἶχαν συρθεῖ πίσω ἀπὸ τὴ βδελυκτὴ λατρεία τῶν εἰδώλων, τοῦ θεοῦ Βάαλ καὶ τῆς Ἀστάρτης.

Ὁ ἴδιος ὅμως ἔμενε σταθερὸς στὴν πίστη καὶ τὴ λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Δὲν παρέλειπε νὰ ἐπισκέπτεται τὰ Ἱεροσόλυμα, μάλιστα κατὰ τὶς μεγάλες ἑορτές, προκειμένου νὰ ἀποδίδει στὸ Θεὸ τὶς θυσίες ποὺ ὁρίζονταν ἀπὸ τὸ Νόμο τοῦ Μωυσῆ. Ἰδιαιτέρως μάλιστα, ὅπως σημειώνεται στὸ θεόπνευστο κείμενο, ἐν­δια­­φερόταν καὶ φρόντιζε ὅσους βρίσκον­ταν σὲ ἀνάγκη, μὲ τὸ νὰ τοὺς δίνει ἐλεημοσύνη. Πρόσφερε χρήματα γιὰ δεῖπνα ὀρφανῶν καὶ φτωχῶν.

Ἀλλὰ καὶ ὅταν οἱ Ἀσσύριοι συνέτριψαν τὸ βασίλειο τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ἔσυραν αἰ­χμαλώτους τοὺς Ἰσραηλίτες στὴ χώρα τους (μαζὶ καὶ τὸν Τωβὶτ μὲ τὴ γυναίκα του Ἄννα καὶ τὸν γιό του Τωβία), κι ἐκεῖ ὁ δίκαιος Τωβὶτ δὲν ἄφησε τὸν θεο­σεβὴ τρόπο ζωῆς του. Στὴ Νινευὴ ποὺ βρισκόταν, ἀπέφευγε νὰ τρώει ἀπὸ τὰ φαγητὰ τῶν εἰδωλολατρῶν ποὺ ἀπαγόρευε ὁ θεϊκὸς Νόμος, καὶ προτιμοῦσε νὰ μένει κάποτε νηστικὸς παρὰ νὰ παραβεῖ τὴ θεία ἐντολή.

Σ’ ένα νεαρό για τη μοναξιά και την αληθινή επικοινωνία ...


Σ’ ένα νεαρό για τη μοναξιά και την αληθινή επικοινωνία ...
Μη φοβάσαι δεν είσαι μόνος. Μόνος είναι εκείνος που δεν γνωρίζει τον Θεό ακόμα και αν όλοι οι άνθρωποι συναναστρέφονται μαζί του.
Αυτός, και στην πιο πολυάριθμη κοινωνία, θα έλεγε - όπως και τώρα λένε κάποιοι - «βαριέμαι, δεν ξέρω τι θέλω να κάνω με τον εαυτό μου, όλα είναι βαρετά». 

Αυτές είναι ψυχές άδειες από τον Θεό, φλοίδες χωρίς κουκούτσι, στάχτη χωρίς κάρβουνο. Αλλά εσύ δεν είσαι μόνος αφού είσαι πλάι στον Κύριο και ο Κύριος δίπλα σου.
Άκουσε πώς ο μεγάλος Παύλος, ο απόστολος της οικουμένης, ήταν κάποτε εγκαταλελειμμένος απ’ όλους, και πώς μιλά:
«᾿Εν τῇ πρώτῃ μου ἀπολογίᾳ οὐδείς μοι συμπαρεγένετο, ἀλλὰ πάντες με ἐγκατέλιπον· μὴ αὐτοῖς λογισθείη· ὁ δὲ Κύριός μοι παρέστη καὶ ἐνεδυνάμωσέ με, ἵνα δι' ἐμοῦ τὸ κήρυγμα πληροφορηθῇ καὶ ἀκούσῃ πάντα τὰ ἔθνη· καὶ ἐρρύσθην ἐκ στόματος λέοντος » ( Β’ Τιμ. 4, 16-17 ).
Βλέπεις, λοιπόν, πόσο άγια σκέφθηκε και μίλησε ο δούλος του Χριστού Παύλος σ’ εκείνες τις πρώτες μέρες, όταν στον κόσμο δεν υπήρχε ακόμα ούτε ένας χριστιανικός ναός, ούτε ένας χριστιανός άρχοντας! Ενώ σήμερα όλη η γη είναι στολισμένη με χριστιανικούς ναούς και οι χριστιανοί απαριθμούνται σε κάτι εκατοντάδες εκατομμύρια.
Μη λυπάσαι, λοιπόν, επειδή αισθάνεσαι μοναξιά στον δικό σας τόπο. Αν αισθάνεσαι σαν να είσαι στην έρημο, όπως γράφεις, γνώριζε ότι πολλοί στην έρημο σώθηκαν. Αλλά όλοι αυτοί οι ερημίτες του Θεού ανήλθαν στη μεγάλη κοινωνία του Θεού και των αγγέλων του Θεού.
Υπήρχαν άνθρωποι που για πενήντα ολόκληρα χρόνια δεν είδαν ανθρώπινο πρόσωπο και όμως δεν έλεγαν «είμαστε μόνοι»! Αφού ο Θεός ήταν μαζί τους και αυτοί με τον θεό. Μπορείς να ζήσεις χωρίς κανέναν και χωρίς τίποτα∙ χωρίς τον Θεό όμως δεν μπορείς. Αυτή είναι η δική τους μαρτυρία που την παρέδωσαν στην Εκκλησία ως κάποιο κεφάλαιο δικό της.
Δεν είναι γνωστό εάν κάποιος άθεος μπόρεσε να επιζήσει επί πενήντα χρόνια σε πλήρη μοναξιά στην έρημο. Αυτό δεν έχει σημειωθεί στην ιστορία του ανθρώπινου γένους. Δεν είναι σε θέση ένας άθεος να πράξει κάτι τέτοιο. Σε κάποιον σαν αυτόν είναι βαρετό να ζει μέσα στην κοινωνία των ανθρώπων και ακόμα πιο μονότονο - ακόμα και αδύνατο - έξω από την κοινωνία.
Διότι ο άθεος αναζητά τους ανθρώπους για να τους κεντρίσει την καρδιά με την αθεΐα του και να θρέψει τον εαυτό του με τον πόνο τους. Αλλά στην έρημο ποιόν να βρει να φάει παρά μόνον τον ίδιο του τον εαυτό; Και με ποιανού τον πόνο να τραφεί παρά με τον δικό του;
Γι’ αυτό απογείωσε τις σκέψεις σου στα πνευματικά ύψη όπου κατοικεί Εκείνος που μόνος Του είναι η μεγαλύτερη και τρυφερότερη κοινωνία από κάθε ανθρώπινη κοινωνία.
Εκείνον να υπηρετείς, μ’ Εκείνον να συναναστρέφεσαι, σ’ Εκείνον να μιλάς , για Εκείνον αγωνίσου, Εκείνον αγάπα με όλη σου την καρδιά, με όλον τον νου σου.
Εκείνος θα βρει τρόπους να ανοίξει τα μάτια των γειτόνων σου και την καρδιά τους, ώστε να εμφανίσει σ’ αυτούς τη ζωντανή πίστη σ’ Αυτόν. Τότε στον τόπο σου θα ψάλλεται η δόξα του Θεού όχι μόνον από έναν σολίστ, όπως τώρα, αλλά από μία χορωδία.
Ειρήνη και υγεία από τον Θεό.


Πηγή: «ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ, Δεν φτάνει μόνο η πίστη…
ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ Β΄» εκδόσεις «εν πλω