Τρίτη 21 Μαΐου 2019

Ο π. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ (Α΄ ΜΕΡΟΣ)



1
Τό θέμα τού όρκου έχει γεννήσει αρκετά καί σοβαρά προβλήματα τόσον άπό εκκλησιαστικής, όσον καί άπό νομικής απόψεως. Ό Κωνσταντίνος Οικονόμος έθεσε τό θέμα τού όρκου τών κληρικών τό έτος 1848, όταν εις δίκην, εις τήν οποίαν ήτο εναγόμενος, έπήχθη εις αυτόν όρκος. Ούτος ήρνήθη νά όρκισθή, άλλ' ήξίωσε νά διαβεβαίωση έπί τη ίερωσύνη του τήν άλήθειαν του πράγματος. Τό Έφετείον εδέχθη τήν άποψίν του. Έξ αφορμής τής δίκης αυτής, λοιπόν, έδημιουργήθη σφοδρά έρις μεταξύ τών δεινών θεολόγων τής εποχής εκείνης, τού Κωνσταντίνου Οικονόμου καί τού Θεοκλήτου Φαρμακίδου. Ό πρώτος ύπεστήριζεν ότι ό όρκος απαγορεύεται άπό τήν θρησκείαν, ένώ ό δεύτερος έπρέσβευεν ότι ό Χριστός καί οί Απόστολοι δέν τόν άπηγόρευον.
Ή έρις περί τού όρκου μεταξύ Οικονόμου καί Φαρμακίδου ήτο είδικωτέρα συνέπεια τών διαφορετικών θέσεων τών δύο ανδρών έπί τού θέματος τού Αυτοκεφάλου τής Ελληνικής Εκκλησίας καί γενικώτερον τών σχέσεων Εκκλησίας καί Πολιτείας. Τό θέμα τού όρκου τών κληρικών καί γενικώτερον τού όρκου έξητάσθη τότε μόνον άπό απόψεως θρησκευτικής καί όχι άπό απόψεως ελευθερίας τής θρησκευτικής συνειδήσεως. Ό Κωνσταντίνος Οικονόμος έδημοσίευσεν άνωνύμως τά άρθρα του εις τόν «Αιώνα», τήν εφημερίδα τού ρωσσικού κόμματος τών Ναπαίων. Παραλλήλως, ό Θεόκλητος Φαρμακίδης έδημοσίευσεν επίσης άνωνύμως άρθρα είς τήν εφημερίδα «Αθηνά», ένώ συνέγραψε καί είδικόν βιβλίον έπί τού θέματος. Εις άπάντησιν τών απόψεων τού Θεοκλήτου Φαρμακίδου έδημοσιεύθη τό βιβλίον τού Κ. Εύθυβούλου,
Ό όρκιστής Φαρμακίδης, ή ανασκευή τών παρ' αύτού περί όρκου προεκδεδομένων, έν Κωνσταντινούπολει, 1851. Εις τήν συζήτησιν τού θέματος περί τού όρκου τών κληρικών έλαβε μέρος καί ή Ιερά Σύνοδος τής Εκκλησίας τής Ελλάδος. Προηγουμένως, τόν Ίούνιον τού 1840, είχεν έκδοθή εγκύκλιος τής Ιεράς Συνόδου, διά τής οποίας έπετάσσετο όπως οί κληρικοί όρκίζωνται έπί τή ίερωσύνη των καί κατά τήν συνείδησίν των. Έν όψει τού καταρτιζομένου πρώτου Ελληνικού Συντάγματος τού 1844, ή Ιερά Σύνοδος τής Εκκλησίας τής Ελλάδος έξέδωσεν έγκύκλιον, είς τήν οποίαν έζήτει νά μήν όρκίζωνται οί κληρικοί.
Αντιθέτως, τόν Ίούνιον τού 1849 έκυκλοφόρησεν άλλη εγκύκλιος τής Ιεράς Συνόδου τού Βασιλείου τής Ελλάδος, εις τήν οποίαν περιελαμβάνοντο τά έξης περί τού όρκου:«Ό έν δικαστηρίοις όρκος διατάσσεται παρά τών νόμων είς άνακάλυψιν τής αληθείας καί ώς πέρας πάσης άντιλογίας καί δέν είναι έναντίος εις τήν ίεράν ημών θρησκείαν, διά τούτο καί δέν τιμωρείται πέρα τής Εκκλησίας». Τήν έγκύκλιον αυτήν υπέγραψαν ό Ευβοίας Νεόφυτος ώς πρόεδρος, ό Αττικής Νεόφυτος, ό Καλαβρύτων Βαρθολομαίος, ό Φθιώτιδος Ιάκωβος καί ό Πρ. Άνδρούβιστας Προκόπιος, καί ώς Γραμματεύς ό Θεόκλητος Φαρμακίδης. Ώς απεκαλύφθη, όμως, έκ τών ύστερων, ή παράγραφος αυτή περί όρκου του Φαρμακίδου χωρίς νά περιέχεται εις τό κείμενον, τό όποιον ενέκριναν οί συνοδικοί.
Παρά ταύτα, ό Θεόκλητος Φαρμακίδης παρέμεινεν είς τήν θέσιν τού Γραμματέως τής Ιεράς Συνόδου. Εναντίον τής παραγράφου αυτής τής εγκυκλίου τής Ιεράς Συνόδου έξεστράτευσε μέ θάρρος καί μαχητικότητα ό Κωνσταντίνος Οικονόμος, συνεπής πρός τάς περί όρκου απόψεις του, καί έδημοσίευσεν άνωνύμως δύο άρθρα είς τήν εφημερίδα «Αιών».Είς τό θέμα τού όρκου υπήρξε καί παρέμβασις τού Οικουμενικού Πατριαρχείου δι' εγκυκλίου τού Όκτωβρίου 1849, διά τής οποίας κατεδικάζοντο αί απόψεις τού Θεοκλήτου Φαρμακίδου έπί τού θέματος. Τά άρθρα, τά όποια εγράφησαν περί όρκου γενικώς καί ειδικώς περί τού όρκου τών κληρικών διεκρίνοντο διά τήν οξύτητα καί τήν έλλειψιν άντικειμενικότητος, τούτο δέ έσημείωσαν μεταγενέστεροι μελετηταί. Τό θέμα τού όρκου γενικώς καί τού όρκου τών κληρικών είδικώτερον έξητάσθη άπό πολλών απόψεων, τόσον άπό νομικής, όσον καί άπό εκκλησιαστικής απόψεως".Ή άνάπτυξις, όμως, όλων τών πλευρών τού θέματος αυτού θά έξήρχετο τού περιορισμένου πλαισίου.
2
Τό θέμα τού όρκου τών κληρικών, τό όποίον έθεσεν ό Κωνσταντίνος Οικονόμος, έχει ιστορικόν προηγούμενον. Δύο ιερείς άπό τό Νεόκαστρον απέστειλαν τήν 10ην Όκτωβρίου 1829 άναφοράν είς τόν προϊστάμενόν των Έπίσκοπον 'Ελαίας Παΐσιον, είς τήν οποίαν εξέθεσαν ότι ώς μάρτυρες ώρκίσθησαν ενώπιον τού Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου τής Άνω Μεσσηνίας κατόπιν έπι μονής τού Προέδρου, καίτοι ούτοι ήρνήθησαν νά ορκισθούν, επειδή τούτο άπηγόρευεν ή Εκκλησία. Ό όρκος ενώπιον τού Δικαστηρίου αυτού είχεν έπιβληθή, βάσει τών άρθρων 51 καί 59 τής Εγκληματικής Διαδικασίας, ή οποία ίσχυε τότε.
Ό Επίσκοπος Έλαίας Παΐσιος δι' αποφάσεώς του τής 15ης Όκτωβρίου 1829 έθεσε τούς δύο ιερείς είς άργίαν («άπό τού νύν σας έχω αργούς της ιερουργίας καί πάσης ίεροπραξίας... έως ότου ή Εκκλησία νά άποφασίση περί υμών»). Τό αίτιολογικόν τής αποφάσεως αυτής ήτο ότι οί δύο αυτοί ιερείς παρεβίασαν τούς Ιερούς Κανόνας, οί όποιοι απαγορεύουν τόν όρκον. Έν συνεχεία, ό Επίσκοπος Έλαίας Παΐσιος απέστειλε πρός τήν «έπί τής Παιδείας καί τών Εκκλησιαστικών υποθέσεων Γραμματείαν» τό άπό 16ης Όκτωβρίου 1829 έγγραφον περί τής τιμωρίας τών δύο ιερέων καί έζήτει οδηγίας:
«Κρίνω χρέος μου νά βάλω τούτο ύπ' όψιν τής Γραμματείας, παρακαλών νά μέ δώση αναγκαίας οδηγίας περί τούτου, δηλ. άν πρέπη νά τούς δοθή ή άφεσις ή όχι». Περαιτέρω, ό Επίσκοπος Έλαίας προέτεινεν όπως τό θέμα άντιμετωπισθή γενικώτερον. Ειδικώς είς τό ώς άνω έγγραφόν του διέλαβε τά έξης: «Προσέτι καθυποβάλλων ταπεινώς τόν στοχασμόν μου, ότι πρέπει ή Σ. Κυβέρνησις νά διάταξη, δι' ούτινος ανήκει, τά δικαστήρια τής επικρατείας νά μήν καθυποβάλλωσι τό ίερατείον καθ' οιανδήποτε περίπτωσιν είς όρκον, ώς εναντίον τούτο είς τάς Εκκλησιαστικάς διατάξεις». Παραλλήλως, ό Πρόεδρος τού Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου τής 'Άνω Μεσσηνίας Λουκάς Ράλλης απέστειλε τήν ύπ' άρ. 241/16-10-1829 άναφοράν του πρός τό Ύπουργείον Δικαιοσύνης. Τά δύο, λοιπόν, Υπουργεία έξήτασαν τό πρόβλημα τού όρκου τών κληρικών άπό απόψεως Εκκλησίας καί Πολιτείας. Τού θέματος τούτου επελήφθη ό Υπουργός Δικαιοσύνης Ιωάννης Γενατάς, διάσημος νομομαθής καί γνώστης τού γαλλικού καί ιταλικού δικαίου, είς τόν όποιον ό Ιωάννης Καποδίστριας είχεν αναθέσει τήν διοργάνωσιν τής Δικαιοσύνης.
Ή θέσις τού Γενατά ήτο πολιτειοκρατική, ήτοι ή υπαγωγή τής Δικαιοσύνης καί τής Εκκλησίας είς τήν πολιτικήν έξουσίαν πρός έπίτευξιν τής ένότητος διά τό συμφέρον τού Έθνους. Ό Ιωάννης Γενατάς, συνέταξεν είδικήν γνωμοδότησιν έπί τού θέματος, ή οποία υπεβλήθη είς τόν Κυβερνήτην διά τού ύπ' αριθμ. 166/24-10-1829 έγγραφου του, άντίγραφον δέ αυτής πρός τήν Γραμματείαν έπί τής Παιδείας καί τών Εκκλησιαστικών υποθέσεων. Ή γνωμοδότησις τού Υπουργού έπί τής Δικαιοσύνης ήτο τεκμηριωμένη, αντικειμενική, έδειχνε δέ βαθείαν γνώσιν τόσον τού δικαίου, όσον καί τών εκκλησιαστικών πηγών.
Ό Γενατάς έξήτασε τόν όρκον άπό θρησκευτικής απόψεως καί κατέληξεν είς τό συμπέρασμα ότι δέν απαγορεύεται γενικώς, εί μή μόνον διά θέματα εντελώς δευτερεύοντα. Περαιτέρω, έξήτασε τόν όρκον άπό απόψεως νομοθεσίας τών βυζαντινών αυτοκρατόρων έν συνδυασμώ καί πρός τάς σχέσεις Εκκλησίας καί Πολιτείας. Τέλος, κατέληξεν είς τό συμπέρασμα ότι ό όρκος δέν ήτο άπηγορευμένος, τουναντίον μάλιστα ήτο απαραίτητος διά τό συμφέρον τής κοινωνίας. Οί κληρικοί εξετάζονται ώς μάρτυρες ενώπιον τού δικαστηρίου έπί τή ίερωσύνη των θέτοντας τήν χείρα έπί τού στήθους των.
Έπί πλέον, όμως, ό Ιωάννης Γενατάς έθεώρησεν ότι ή άποψις τού Επισκόπου Έλαίας ήτο προσπάθεια επεκτάσεως τών αρμοδιοτήτων τής Εκκλησίας έπί θεμάτων αναγομένων είς τήν αρμοδιότητα τής Πολιτείας. Προέτεινε, λοιπόν, τήν άπομάκρυνσιν τού Παϊσίου, άλλά καί τήν τιμωρίαν του ώς προβάλλοντος άντίστασιν κατά τής πολιτικής εξουσίας. Άντ' αυτού, όμως, συναντώμεν τόν Παΐσιον ώς μέλος τής επιτροπής, τήν οποίαν συνέστησεν ή Βαυαρική Αντιβασιλεία, τω 1833, διά τό έκκλησιαστικόν θέμα ύπό τήν προεδρίαν τού Σπυρίδωνος Τρικούπη.
Διά τών προτάσεών του αυτών ό Ιωάννης Γενατάς ηθέλησε νά άποτρέψη τήν είσαγωγήν παπικής τακτικής είς τήν Ελλάδα καί έζήτησε τόν περιορισμόν τών αρμοδιοτήτων τής Εκκλησίας είς θέματα δογματικά καί εκκλησιαστικής τάξεως καί τήν μή ανάμιξίν της είς τάς αρμοδιότητας τής Πολιτείας.
Θα ακολουθήσει το Β΄ Μέρος
Voiotosp.blogspot.com

Παρουσίαση του Τόμου των Πρακτικών του Συνεδρίου που οργάνωσε (το 2007) η Αδελφότητα της Αθήνας

Παρουσίαση του Τόμου των Πρακτικών του Συνεδρίου που οργάνωσε (το 2007) η Αδελφότητα της Αθήνας

Τσαριτσάνη – Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων. 150 χρόνια από την κοίμησή του (1857-2007) (επιμέλεια : Δημήτριος Β. Γόνης), Πρακτικά Συνεδρίου της Αδελφότητας των εν Αθήναις Τσαριτσανιωτών και του Πολιτιστικού και Αθλητικού Οργανισμού της Διεύθυνσης Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λάρισας (Τσαριτσάνη, 21-23 Σεπτεμβρίου 2007), Αθήνα 2016, σχ. 8ο, σσ. 550.

   
     Δεκαοκτώ χρόνια μετά την έκδοση των Πρακτικών (1998) του (Α΄) Συνεδρίου (Αθήνα, 7-10-1995 και Τσαριτσάνη, 25-5-1996), το οποίο είχε οργανώσει η Αδελφότητα Τσαριτσανιωτών Αθήνας, τιμώντας τον οτρηρό τσαριτσανιώτη γόνο, πνευματικό ταγό της ορθοδοξίας και του ελληνισμού Κωνσταντίνο Οικονόμο των εξ Οικονόμων, έρχεται ως συμπλήρωση και επιστέγασμα εκείνης της προσπάθειας ο τόμος των Πρακτικών τού (Β΄) Συνεδρίου που έγινε στην γενέτειρα κωμόπολη, το τριήμερο 21-23 Σεπτεμβρίου 2007, με αφορμή την εκατονπεντηκονταετηρίδα από την εκδημία του φωτισμένου κληρικού αλλά και με πιο διευρυμένη αυτή τη φορά θεματική, περιλαμβάνοντας, εκτός από τις εισηγήσεις που αφορούσαν την ανεξάντλητη προσφορά του Οικονόμου στη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας, ανακοινώσεις σχετικές με γηγενείς επιφανείς εκκλησιαστικούς ιεράρχες, την ιστορικότητα της Τσαριτσάνης, το συνεταιριστικό πνεύμα της, το Αρχείο του θαυματουργού μοναστηριού της, τον σωζόμενο Πύργο της, την κεραμοποιḯα της, τους αντιστασιακούς αγώνες της κατά την ιταλογερμανική Κατοχή αλλά και την οργανωμένη συλλογικότητα της διασποράς της.
     Η καθυστέρηση της έκδοσης (εννέα χρόνια μετά την διεξαγωγή τού Συνεδρίου) δεν είναι άσχετη με την περιδίνηση των εξελίξεων που συντελούνται στην ελληνική κοινωνία και οι οποίες επηρεάζουν σαφέστατα την πολιτιστική δραστηριότητα των Συλλόγων, ιδίως της τσαριτσανιώτικης κοινότητας, η οποία είδε σε μια 15ετία (1997-2011) να αλλάζει το αυτοδιοικητικό καθεστώς της τέσσερις φορές. Εν τούτοις, ο παρών Τόμος (όπως και ο προηγηθείς που τυπώθηκε με χρηματοδότηση της Κοινότητας) πρέπει να καταχωριστεί στα σημαντικότερα πεπραγμένα του αθηναϊκού συλλόγου, ο οποίος κατόρθωσε να περατώσει αισίως το εγχείρημα ενός επιστημονικού Συνεδρίου με τόσο μεγάλο αριθμό εισηγητών πανελλήνιας αλλά και διεθνούς εμβέλειας. Εκτός από την υλική στήριξη της τότε Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λάρισας, τόσο η αιγίδα της Αρχιεπισκοπής Αθηνών όσο και σημαντικός αριθμός μελών ΔΕΠ του Πανεπιστημίου Αθηνών (ιδιαιτέρως της Θεολογικής Σχολής) έδωσαν το απαιτούμενο κύρος στην διοργάνωση ‒όπως και στο προηγούμενο Συνέδριο‒, απαρτίζοντας την Επιστημονική και Οργανωτική Επιτροπή της.
     Την εκδοτική επιμέλεια και συνεπώς τον έπαινο για την άψογη και καλαίσθητη παρουσία του Τόμου των Πρακτικών φέρει ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Δημήτριος Β. Γόνης, ο οποίος εκθύμως απεδέχθη ν' αναλάβει την ευθύνη αναδιανομής των εργασιών (προκειμένου να γίνει η απαιτούμενη βιβλιογραφική επικαιροποίηση), συγκέντρωσης και ενδελεχούς διόρθωσής τους για ομοιομορφία στην εμφάνιση των κειμένων, των αναγκαίων διαμεσολαβήσεων με το τυπογραφείο «Φοινίκη» της κας Νίκης Θ. Βασιλειάδου, ώστε ν' αποδοθεί το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.
           Στις 550 σελίδες των Πρακτικών προτάσσονται το Πρόγραμμα του Συνεδρίου (σσ. 5-11), η Κήρυξη της Έναρξης από τον μητροπολίτη Ελασσόνος Βασίλειο (σσ. 13-14) και οι Χαιρετισμοί του Προέδρου τής Οργανωτικής Επιτροπής κ. Δημητρίου Β. Γόνη (σσ. 15-16), της επάρχου Ελασσόνας κ. Μαρίας Μαμάρα (σσ. 17-18), του κοινοτάρχη Τσαριτσάνης κ. Νικολάου Τσιμπόλη (σ. 19), του προέδρου των εν Αθήναις Τσαριτσανιωτών κ. Δημητρίου Ν. Χατζηλέλεκα (σσ. 21-22). Ακολουθούν οι 28 τελικά εργασίες (από τις 32 που ανακοινώθηκαν στο Συνέδριο) 26 εισηγητών (από τους 30 που συμμετείχαν)[1], οι οποίοι κινήθηκαν γύρω από τους εξής τρεις βασικούς θεματικούς άξονες :

Α. Βίος, δράση, έργα, παιδεία και γλωσσική θεώρηση, συνέργειες και αντιπαραθέσεις του Κωνσταντίνου Οικονόμου με συγχρόνους του (αριθμός εργασιών δεκαεπτά)
1. Ιωάννης Δ. Μπουγάτσος, «Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων και η εποχή του» (σσ. 65-80), 2. Δημήτριος Β. Γόνης, «Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων και ο Θεόφιλος Καḯρης» (σσ. 111-139), 3. Χαρίκλεια Γ. Δημακοπούλου, «Το ζήτημα του όρκου των κληρικών και η αντιδικία Οικονόμου-Φαρμακίδη» (σσ. 141-156), 4. Σοφοκλής Γ. Δημητρακόπουλος, «Ο Βρεσθένης Θεοδώρητος και ο Κωνσταντίνος Οικονόμος» (σσ. 157-166), 5. Αθηνά Ν. Κονταλή, «Η επανάσταση στη Θεσσαλία (1808) και ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων» (σσ. 167-183), 6. Βασίλειος Α. Κύρκος, «Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων : Οι απόψεις του για την ελληνική παιδεία και γλώσσα» (σσ. 193-205), 7. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδης, «Η Ακολουθία εις τον Άγιον Αλέξανδρον Νέφσκυ, του Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων» (σσ. 207-210), 8. Κωνσταντίνος Ιω. Μανίκας, «Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων και το ζήτημα της κανονικότητας της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου» (σσ. 211-226), 9. Μαρία Μαντουβάλου, «Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων και Αλέξανδρος Στούρζας» (σσ. 227-242), 10. π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, «Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων και η διένεξη περί 'Νεοελληνικής Εκκλησίας'» (σσ. 243-256), 11. Δημήτριος Γ. Μεταλληνός, «Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων χαρακτηριζόμενος από τους συγχρόνους του» (σσ. 257-266), 12. Ιωάννης Δ. Μπουγάτσος, «Η Φιλορθόδοξος Εταιρία και ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων» (σσ. 267-343), 13. Γεώργιος Α. Ντελόπουλος, «Ιστορικογλωσσική θεώρηση της ζωής και του έργου του Κωνσταντίνου Οικονόμου (1780-1857)» (σσ. 377-401), 14. Θεόδωρος Παπακωνσταντίνου, «Κωνσταντίνος, ο φιλών τους λόγους και σπουδάζων περί παιδείαν» (σσ. 403-406), 15. Γεώργιος Θ. Πρίντζιπας, «Κωνσταντίνος Οικονόμος και Γρηγόριος ο Ε΄ : Η σχέση των δύο ανδρών και οι επιπτώσεις της στην πορεία του Γένους» (σσ. 417-423), 16. Dean Sakel, «Ο ιστορικός Κατάλογος των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως : Το πρόβλημα του συγγραφέα του έργου» (σσ. 425-430), 17. Αχιλλεύς Γ. Χαλδαιάκης, «'...Κενόσπουδα Συντάγματα...' : Διερεύνηση των αιτίων της...'Λεσβιακής δυσμουσίας'» (σσ. 493-513).

Β. Επιφανείς ιεράρχες που έλκουν την καταγωγή τους από την Τσαριτσάνη και την περιοχή της (αριθμός εργασιών τέσσερις)
1. Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας Παντελεήμων, «Μητροπολίτης Βεροίας και Ναούσης Πολύκαρπος Σακελλαρόπουλος (1878-1943)» (σσ. 105-110), 2. αρχιμ. Βασίλειος Δ. Παπανικολάου, «Άγιος Αρσένιος Ελασσώνος (1550-1626) : Βίος-έργο» (σσ. 407-415), 3. Παρασκευή Τσιολάκη, «Μητροπολίτης Πισιδίας Κύριλλος (1780-1814)» (475-483), 4. Δημήτριος Ν. Χατζηλέλεκας, «Ιωσήφ Επίσκοπος Ρωγών και Κοζύλης (1820-1826)» (σσ. 515-544).

Γ. Διαχρονία και συγχρονία της Τσαριτσάνης (αριθμός εργασιών επτά)
1. Δημήτριος Ν. Χατζηλέλεκας, «Σύντομο ιστορικό της Τσαριτσάνης του χθες» (σσ. 81-101), 2. Αναγνώστης Ευαγγ. Παπακυπαρίσσης, «Κοινοτική ταυτότητα σε μεταπολεμικές αστικές συνθήκες : Η Αδελφότητα Τσαριτσανιωτών Αθήνας 'Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων'» (σσ. 25-64), 3. Τάκης Κουσαής, «Η ιδέα του συνεταιρισμού στην Τσαριτσάνη» (σσ. 185-192), 4. Θωμάς Ι. Μπούμπας, «Το Αρχείο της Ιεράς Μονής Αγίου Δημητρίου (επιλεγόμενης Βαλέτσικο) Τσαριτσάνης (1718-1990) και η παράδοσή του : Έγγραφα και επιστολές» (σσ. 345-376), 5. Γεώργιος Χ. Σαπουνάς-Μπάκος, «Ιστορικό της κεραμοποιḯας στην Τσαριτσάνη» (σσ. 431-451), 6. Μεταξία Τριανταφύλλου, «Οι εθνικοί αγώνες στη Θεσσαλία και η συμβολή της Τσαριτσάνης την περίοδο 1941-1944» (σσ. 453-473), 7. Πάνος Τσολάκης, «Ο πύργος του Μάμτζιου στην Τσαριτσάνη» (σσ. 485-491).
   
     Ο Τόμος συνιστά έναν θησαυρό για τον Τσαριτσανιώτη αλλά και για τον κάθε ενδιαφερόμενο μελετητή της περιοχής, διότι εμπλουτίζει την σχετική βιβλιογραφία με πλήθος νέων στοιχείων, ιδιαιτέρως αποκαλυπτικών για την πολυδιάστατη προσωπικότητα τού Κωνσταντίνου Οικονόμου αλλά και για τον ιστορικό και σύγχρονο βίο της Τσαριτσάνης. Γνωρίζοντας πόσο δύσκολη και παραμελημένη υπόθεση είναι στις μέρες μας η έρευνα και μελέτη της πολιτισμικής πορείας ενός τόπου, καταλήγουμε με την ευχή τα εκδοθέντα Πρακτικά ν' αποτελέσουν στήριγμα σε μια ανάταξη που τόσο έχει ανάγκη η πατρίδα μας. Αξίζει, λοιπόν, ένα «εύγε» στον τσαριτσανιώτικο αθηναϊκό σύλλογο καθώς και σε όλους όσοι συντέλεσαν στην ολοκλήρωση της συγκεκριμένης πνευματικής πρωτοβουλίας.


                                              Αναγνώστης Ευαγγ. Παπακυπαρίσσης

[1] Εν συγκρίσει με το Α΄  Συνέδριο, στην πρώτη διεξαγωγή του στην Αθήνα (Οκτ. 1995) συμμετείχαν 10 σύνεδροι με ισάριθμες ανακοινώσεις, ενώ στην δεύτερη στην Τσαριτσάνη (Μάιος 1996) 11 σύνεδροι με αντίστοιχο αριθμό εισηγήσεων. Στα Πρακτικά (1998), τα οποία παρουσιάστηκαν στην Οικονόμειο Σχολή, την Κυριακή, 25-4-1999, από τους καθηγητές της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ Κωνσταντινίδη Εμμανουήλ, Γόνη Δημήτριο, Μανίκα Κωνσταντίνο και τον θεολόγο-φιλόλογο Μπουγάτσο Ιωάννη, αποτυπώθηκαν όλες οι εργασίες (12 εν συνόλω).

«Πάντα επίκαιρος ο Οικονόμος εξ Οικονόμων» Τονίστηκε σε εκδήλωση για την επέτειο του θανάτου του στην Τσαριτσάνη


«Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων είναι και θα παραμείνει πάντοτε επίκαιρος!» ήταν ένα από τα μηνύματα των χθεσινών λαμπρών πανηγυρικών εκδηλώσεων μνήμης της επετείου από τον θάνατο του Μεγάλου Διδασκάλου του Γένους και άξιου τέκνου της Τσαριτσάνης Κων. Οικονόμου, που διοργάνωσε ο Δήμος Ελασσόνας και η ιστορική κωμόπολη της Τσαριτσάνης.
Οι εκδηλώσεις, που έγιναν με ιδιαίτερη επισημότητα και με θρησκευτική λαμπρότητα (…όπως «προστάζει» η Κυριακή της Ορθοδοξίας), αλλά και με εξαιρετικά μεγάλη συμμετοχή κόσμου (…με «σύμμαχο» τον ανοιξιάτικο καιρό), άρχισαν με τη Θεία Λειτουργία, που τελέσθηκε στον κατάμεστο ιστορικό Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Τσαριτσάνης, όπου συλλειτούργησαν ο αρχιμανδρίτης π. Βησσαρίων Καραλάσκος και οι ιερείς της κωμόπολης π. Γεώργιος Κοντοτάσιος, π. Αλέξανδρος Νεζεργιώτης, π. Ευστάθιος Πετρίδης, και ο διάκονος π. Γαβριήλ.
Σε περίοπτη θέση υπήρχαν αναθήματα, λείψανα, η Δεσποτική Μήτρα και τα ιερά Άμφια του Κων/νου Οικονόμου, που φυλάσσονται έως και σήμερα. Αμέσως μετά, αναπέμφθηκε η καθιερωμένη επιμνημόσυνη δέηση στη μνήμη του Τσαριτσανιώτη Διδασκάλου του Γένους πρωτοπρεσβυτέρου Κων/νου Οικονόμου του εξ Οικονόμων και των αρχιερέων Κυρίλλου, Ιωσήφ, Γερμανού, Πολυκάρπου.
Στη ζωή, στο πλούσιο έργο και στην πολύπλευρη δράση του Κωνσταντίνου Οικονόμου με ιδιαίτερες αναφορές σε σταθμούς της ζωής τού Τσαριτσανιώτη Διδασκάλου του Γένους, κάνοντας λόγο για «τον υπέρμαχο - αγωνιστή της Ορθοδοξίας, τον ανυπέρβλητο πατριώτη και λαμπρό τέκνο της Τσαριτσάνης, μία προσωπικότητα που ελάμπρυνε την Εκκλησία με την ιερατική του ιδιότητα και το Έθνος με τον απαράμιλλο ενθουσιασμό του», αναφέρθηκε η εκπαιδευτικός της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Μαρία Βίτκου.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ
Χαρακτηριστικά τα όσα «αποτύπωσε», απευθυνόμενη στο εκκλησίασμα η κ. Βίτκου: «Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων δεν υπήρξε μόνο ένα άξιο τέκνο της Τσαριτσάνης, για το οποίο εύλογα καυχιόμαστε και υπερηφανευόμαστε εμείς οι Τσαριτσανιώτες αλλά και μία σημαντική προσωπικότητα του Νεοελληνικού κράτους, λόγιος, κληρικός και διδάσκαλος του Γένους, με αξιόλογους καρπούς στον διδακτικό, ποιμαντικό, πολιτικό, εκκλησιαστικό και συγγραφικό τομέα.
Δεν πρόκειται για προσωπικότητα που ανήκει αποκλειστικά στο παρελθόν και την ιστορία, αλλά για παράδειγμα προς μίμηση και στο παρόν και στο μέλλον. Αγωνίστηκε με πνεύμα θυσίας και χωρίς συμβιβασμούς, για τη διατήρηση της εθνικής μας και της ομολογιακής μας ταυτότητας, σε μια κρίσιμη για το έθνος μας εποχής, όταν οι σειρήνες των ξένων δυτικών προπαγανδών, προσπαθούσαν με τα θέλγητρά τους και τα μαγευτικά τους άσματα να αλώσουν τις ψυχές των συμπατριωτών μας και να σπείρουν στις καρδιές τους τα ζιζάνια της διασπάσεως και του διχασμού».
Ολοκληρώνοντας την ιδιαίτερα μεστή και περιεκτική ομιλία της η εκπαιδευτικός «κατέθεσε» με νόημα:
«Κατά παράδοξο τρόπο, στις μέρες μας, επανέρχονται στο προσκήνιο τα ρεύματα του ορθολογισμού, του διαφωτισμού, του υλισμού και του μηδενισμού και αγωνίζονται λυσσαλέα να γκρεμίσουν ό,τι υγιές και πολύτιμο έχει διατηρηθεί στην κοινωνία και στις ψυχές μας. Να γιατί ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων είναι και θα παραμείνει πάντοτε επίκαιρος!».
Ακολούθησε δεξίωση στην «Οικονόμειο Σχολή» για τις αρχές και τον κόσμο. Αμέσως μετά, πραγματοποιήθηκε στην κατάμεστη πλατεία της κωμόπολης η καθιερωμένη Συνάντηση Παραδοσιακών Συγκροτημάτων, που διοργανώνει κάθε χρόνο ο Σύλλογος Γυναικών Τσαριτσάνης. Εμφανίστηκαν και καταχειροκροτήθηκαν χορευτικά τμήματα του Συλλόγου Γυναικών και του Μορφωτικού Συλλόγου Τσαριτσάνης.
ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ
«Ο σημερινός εορτασμός του θριάμβου της Ορθοδοξίας είναι μια υπόμνηση σε όσους την επιβουλεύονται. Η Ορθοδοξία έχει αντιμετωπίσει στο διάβα των αιώνων πολλές σκληρές επιθέσεις και σοβαρές απειλές από ποικιλώνυμους εχθρούς. Πάντοτε, όμως, κατόρθωνε να εξέλθει από τις μάχες αυτές ενισχυμένη. Και μαζί της και ο ελληνισμός, που η ταυτότητά του είναι ταυτισμένη με την Ορθοδοξία. Αυτά τα διδάγματα της ιστορίας οφείλουν να τα έχουν καλά υπ’ όψιν τους όσοι, κατά τρόπο ανιστόρητο, επιδιώκουν να επιβάλουν σήμερα τις ιδεοληψίες και τα συμπλέγματά τους απέναντι στην Εκκλησία». Τα παραπάνω τόνισε ο εισηγητής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας, βουλευτής Λαρίσης της Νέας Δημοκρατίας, κ. Μάξιμος Χαρακόπουλος, μετά τη λειτουργία στην Τσαριτσάνη.
Ο κ. Χαρακόπουλος στη δήλωσή του υπογράμμισε ότι «δυστυχώς, κάποιοι νομίζουν ότι θα κερδίσουν σε δήθεν προοδευτικότητα βάλλοντας κατά της Εκκλησίας και της Ορθοδοξίας. Κι αυτό αποδεικνύεται στην πρόσφατη ψήφιση προς αναθεώρηση του άρθρου 3 του Συντάγματος από την παρούσα συγκυριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η λεγόμενη ουδετεροθρησκεία που προωθείται δεν προσφέρει απολύτως τίποτε στην κατοχυρωμένη θρησκευτική ελευθερία στη χώρα μας. Μοναδικό κίνητρο των εμπνευστών της απόφασης αυτής είναι η απόπειρα να πλήξουν την Εκκλησία, την Ορθοδοξία και τη διαχρονική ταυτότητα του ελληνισμού, στη διάσωση της οποίας συνέβαλαν καθοριστικά δάσκαλοι του Γένους, όπως ο Τσαριτσανιώτης Κωνσταντίνος Οικονόμου».
* «Σήμερα τιμούμε έναν δεινό ιεροκήρυκα, σοφό κληρικό και ρήτορα που “ταξίδεψε” την Ορθοδοξία και την Ελλάδα σε όλη την Ευρώπη. Τιμούμε έναν άνθρωπο, που στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης επέδειξε απαράμιλλο θάρρος, παρρησία και φιλομάθεια. Η Ελλάδα και οι Έλληνες χρωστούμε πολλά στον Κωνσταντίνο Οικονόμου τον “εξ Οικονόμων”, ο οποίος, με μοναδικό γνώμονα την αγάπη για την πατρίδα και την ελευθερία, σήκωσε την Ελλάδα μας ψηλά», δήλωσε ο αν. τομεάρχης Παιδείας της ΝΔ, βουλευτής Χρ. Κέλλας, ενώ αναφορικά με τη θρησκευτική εορτή, επισήμανε:
«Η σημερινή εορτή της Ορθοδοξίας δείχνει τον δρόμο προς την ενότητα του λαού μας, την αντίσταση και την αποκατάσταση.
Είναι στο χέρι μας να κάνουμε την επανάσταση του Ορθού Λόγου και να απαλλαγούμε από όλες εκείνες τις δυνάμεις, που επιδιώκουν την αποδόμηση του Έθνους μας, μέσα από την απαξίωση της παράδοσης, του πολιτισμού και των αξιών μας. Είναι καιρός να βάλουμε τέλος στις προσπάθειες εθνομηδενισμού και να αντισταθούμε στην οπισθοδρόμηση και τη μισαλλοδοξία, που βλέπουμε να λαμβάνουν χώρα μέσα από έναν εντεινόμενο κρατικό ολοκληρωτισμό με αριστερό προσωπείο».
* Από την πλευρά του, ο Γ. Κατσιαντώνης, δήλωσε:
«Τιμούμε σήμερα, ημέρα της Μεγάλης γιορτής της Εκκλησίας μας, τον πιστό ιεροκήρυκα και αγωνιστή της πατρίδας μας, που με τον λόγο του ανύψωσε το εθνικό φρόνημα και ξύπνησε συνειδήσεις. Το έργο του ακούραστο και καθοριστικό, στις μάχες του Έθνους μας για την ελευθερία. Κατέκτησε τη γνώση, που παραμένει ζωντανή και επίκαιρη στις νεότερες γενιές, μέσα από τους λόγους του "περί συνεισφοράς" που αποτελούν σημερινά μηνύματα για ομοψυχία και ενότητα στις κρίσιμες στιγμές της Ελλάδας μας».
Στις εκδηλώσεις της ιστορικής κωμόπολης παρευρέθηκαν:
Οι βουλευτές Μάξιμος Χαρακόπουλος, Χρήστος Κέλλας, Γιώργος Κατσιαντώνης, ο περιφερειάρχης Θεσσαλίας Κώστας Αγοραστός, εκ μέρους της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας η γενική διευθύντρια Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων Ζωή Φτίκα, ο αντιπεριφερειάρχης Θεσσαλίας Δημ. Παπαδημόπουλος, οι εντεταλμένοι περιφερειακοί σύμβουλοι Μαρία Μαμάρα και Θανάσης Παιδής, η περιφερειακή σύμβουλος Ευαγγελία Λιακούλη, ο δήμαρχος Ελασσόνας Νίκος Ευαγγέλου, αντιδήμαρχοι, δημοτικοί και κοινοτικοί σύμβουλοι, εκ μέρους της 1ης Στρατιάς ο αντισυνταγματάρχης Χρήστος Χατζής, εκ μέρους του Α.Τ.Α. ο σμήναρχος ιπτάμενος Γιώργος Τσιώτσης, ο πρώην διοικητής της 1ης Στρατιάς Δημόκριτος Ζερβάκης, ο διοικητής Πυροσβεστικών Υπηρεσιών Θεσσαλίας – αρχιπύραρχος Χρήστος Σπαθούλας, ο αστυνομικός διευθυντής Λάρισας Ιωάννης Σκριάπας, ο διοικητής Πυροσβεστικής Λάρισας Ζήσης Μπρούζας, ο διοικητής της Πυροσβεστικής Ελασσόνας Ελευθ. Μουλτσιάς, ο διοικητής του Α.Τ. Ελασσόνας Αντ. Θώμος, το μέλος της διοίκησης του Επιμελητηρίου Λάρισας Γιάννης Τόλιος, οι υποψήφιοι δήμαρχοι Ελασσόνας Νίκος Γάτσας και Δημ. Καρανίκας, ο πρ. βουλευτής Ι. Παπαδημόπουλος, ο πρ. δήμαρχος Ελασσόνας Πέτρος Χατζήνας, ο πρ. κοινοτάρχης Τσαριτσάνης Νίκος Τσιμπόλης, μέλη της Νομαρχιακής του ΣΥΡΙΖΑ, το μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της ΝΔ Ελένη Αξιόγλου, οι πολιτευτές Γιάννης Καριπίδης(ΣΥΡΙΖΑ), Στέλλα Μπίζιου(ΝΔ), Ευαγγελία Λιακούλη, Μαρία Γαλλιού(ΚΙΝΑΛ), προϊστάμενοι υπηρεσιών και σχολικών μονάδων, εκπρόσωποι φορέων και συλλόγων, τα Δ.Σ. του Μορφωτικού Συλλόγου Τσαριτσάνης, του Συλλόγου Γυναικών Τσαριτσάνης, του Εξωραϊστικού Συλλόγου, εκπαιδευτικοί, μαθητές, απόδημοι Τσαριτσανιώτες και πολύς κόσμος που κατέκλυσε το κέντρο της ιστορικής κωμόπολης.
ΕΛΑΣΣΟΝΑ (Γραφείο «Ε»)
Του Γιάννη Μουκίδη

Κωνσταντίνος Οικονόμος ο Εξ Οικονόμων


­ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ
Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος είναι μία από τις εξέχουσες εκκλησιαστικές προσωπικότητες της επαρχίας Ελασσώνος. Ο επιφανής κληρικός και θεολόγος γεννήθηκε στις 27 Αυγούστου του 1780 στην Τσαριτσάνη Ελασσώνος, πρωτότοκος υιός λογίου κληρικού του Κυριάκου Οικονόμου από τον οποίο διδάχθηκε και τά πρώτα του γράμματα. Τις σπουδές του συμπλήρωσε στην ακμάζουσα τότε Σχολή των Αμπελακίων όπου διδάχθηκε τά εγκύκλια μαθήματα. Σε ηλικία 21 ετών χειροτονήθηκε διάκονος και σε ηλικία 25 ετών πρεσβύτερος. Επειδή θεωρήθηκε ύποπτος συμμετοχής για την ανταρσία του παπα-Ευθυμίου Βλαχάβα εναντίον του Αλή πασά, ο Κωνσταντίνος φυλακίσθηκε ενώ μετά από λίγο αφέθηκε πάλι ελεύθερος. Λίγο αργότερα τον συναντούμε στην Μονή του Τιμίου Προδρόμου Σερρών ενώ το 1806 στην Θεσσαλονίκη. Εκεί υπηρέτησε ως έξαρχος και επίτροπος του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Γερασίμου ο οποίος τον καιρό εκείνο παρέμενε στην Κωνσταντινούπολη. Όταν ο Κωνσταντίνος μετέβη στην Θεσσαλονίκη, ήταν βαθύς γνώστης όχι μόνον της Ελληνικής και Λατινικής γραμματείας, της αγίας γραφής των συγγραφών και πατέρων της εκκλησίας αλλά και των κειμένων και μεταφράσεων των εβραϊκών κειμένων. Ο Κωνσταντίνος παρέμεινε στην Θεσσαλονίκη περίπου δύο χρόνια και κατά το χρονικό διάστημα της παραμονής του αγαπήθηκε από τους κατοίκους οι οποίοι τον εκτιμούσαν και σεβόταν απεριόριστα. Γι’ αυτό και λυπήθηκαν με την αποχώρησή του όταν το 1809 προσεκλήθη από τον Κούμα στην Σμύρνη για να διδάξει σε νεοσύστατον σχολή.
        Στ Σμύρνη ς διδάσκαλος κα εροκρυξ γι μία δεκαετία.(1809-1819), λλ κα μετ τν ποχώρηση το Κούμα ς σχολάρχης. ς καθηγητς Οκονόμος πρξε θνικς διδάσκαλος, πιστότατος χριστιανς ρθόδοξος μ γνήσιο λληνικ φρόνημα. Μετ τν διάλυση το Φιλολογικο Γυμνασίου διορίσθηκε Μέγας Οκονόμος τν Πατριαρχείων κα καθολικς εροκρυξ τς Μεγάλης του Χριστο κκλησίας κληθες π το Πατριάρχου Γρηγορίου ποος τιμοσε ατν διαζόντως. Μεττξέσπασμα τς παναστάσεως Οκονόμος κατέφυγε στν δησσό. κεῖ ἦταν τμεγάλο στήριγμα τν λλήνων οἱ ὁποοι βρισκόταν στν περιοχή. Στν δησσκομίστηκε κατλείψανο τοΠατριάρχου Γρηγορίου ΄ δΚωνσταντνος Οκονόμος στς 19-6-1821 κφώνησε τν περίφημο πιτάφιο λόγο στν σορτοῦ ἐθνομάρτυρος στν ερΝατς Μεταμορφώσεως τοΣωτρος.

οικονομιοσ σχολη
 Η Οικονόμειος σχολή στην Τσαριτσάνη.
Οτσάροι πένειμαν σ’ ατν παράσημα καί χρηματικς μοιβές. Κατ’ πιταγν τοτσάρου λεξάνδρου κτς τοατοκρατορικοπαρασήμου τοχορηγήθηκε σόβια σύνταξη. φήμη τοΟκονόμου ς ξαιρέτου προσωπικότητος διεδόθη γενικς. Τ1822 μετέβη στν Πετρούπολη καὶ ἐκεῖ ἀξιώθηκε κροάσεως παρτοΑτοκράτορος λεξάνδρου καὶ ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Ἀκαδημία τς πόλεως τν ξέλεξε ταρον της. Τ1832 Οκονόμος πεφάσισε νὰ ἐπιστρέψει στν πατρίδα. Καττν ναχώρησίν του γινε ντικείμενο μεγάλων τιμν. Διερχόμενος πτΒερολίνο τυχε ξαιρετικν τιμν πτν βασιλιτς Πρωσσίας Γουλιέλμο Γ΄ ὁ ὁποος πένειμε σ’ ατν τπαράσημο τοῦ ἐρυθροῦ ἀετοῦ ἡ δὲ Ἀκαδημία τοΒερολίνου τν νόμασε ντεπιστέλλον μέλον ατς. Τέλος διτς Τεργέστης πέστρεψε στν πατρώαν γτν κτώβριο το1834 καὶ ἐγκαταστάθηκε ριστικστν θήνα που δρασε καὶ ἐργάστηκε ς πιστήμων συγγραφεύς, ρήτωρ καὶ ἐν γένει ς κκλησιαστικς νήρ. Στς 8 Μαρτίου το1857 μετὰ ἀπὸ ὀλιγοήμερη σθένεια Κωνσταντνος Οκονόμος σὲ ἡλικία 77 τν κοιμήθη. κηδεία τοτελέσθηκε μεγαλοπρεπεστάτη μτν συρροὴ ἐπισήμων καλαοκατοῦ ἀπεδόθησαν τιμς ντιστρατήγου. Τσκήνωμα τοΚωνσταντίνου Οκονόμου νταφιάσθηκε στν περίβολο τς ερς Μονς σωμάτων Πετράκη.
Κωνσταντνος Οκονόμος πρξε πτος διαπρεπέστερους καπολυγραφότερους λληνες συγγραφες κατὰ ἔργα τομποτον νδιακτιθον σὲ Ἐκκλησιαστικά, ΦιλολογικκαΛόγους. Τμμα τς διαθήκης τοΟκονόμου διασώζεται σήμερα στν ερΝατς Κοιμήσεως τς Θεοτόκου Τσαριτσάνης, τς γενέτειράς του. Μεταξατν, σα διασώθηκαν πτν καταστροφικπυρκαϊτο1985, εναι ερς λειψανοθκες τὰ ἄμφια καὶ ἄλλα λειτουργικσκεύη ποδωρήθηκαν πτν διο στν ερΝαό. Τὰ ἱερατὰ ἀντικείμενα κάθε χρόνο κτίθενται τν Κυριακή της ρθοδοξίας που τελεται κατΜνημόσυνον τς μεγάλης ατς κκλησιαστικς φυσιογνωμίας τοτόπου.

Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων ο υπέρμαχος της Ρωμιοσύνης ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ (Τσαρίτσανη Ελλασώνας 1780 - Αθήνα 8-3-1857)



Μια προσωπικότητα της νεώτερης ιστορίας, που έδωσε πολλά στο έθνος και την πίστη μας, σε πολύ δύσκολες και κρίσιμες εποχές, για το μέλλον της Ρωμιοσύνης.

 Α. Γέννηση - ανατροφή:

 Η μεγάλη αυτή Εκκλησιαστική φυσιογνωμία του 19ου αιώνα σ τον χώρο της Ρωμιοσύνης γεννήθηκε στην Τσαρίτσανη της Ελασσόνας (Θεσσαλία) στις 27 Αυγούστου του 1780. Πατέρας του ήταν ο π. Κυριακός Οικονόμου και μητέρα του, η Ανθή. Ήταν ο πρωτότοκος γιος τους. Τα πρώτα γράμματα διδάχτηκε από τον πατέρα του, τον παπα-Κυριακό, που ήταν λόγιος. Έμαθε ελληνική, λατινική φιλολογία και τα ιερά γράμματα.

 Σε ηλικία δώδεκα χρονών (1792) προχειρίστηκε σε Αναγνώστη, όπου εκφώνησε από τον άμβωνα «λόγον ιδιοπόνητον»!!! Από αυτή την ηλικία ρίχνεται και στον αγώνα της «κατάκτησης της γνώσης». Παλαιά και σύγχρονα ζητήματα γίνονται αντικείμενα της μελέτης του.

 Τις σπουδές αυτές τις ανέπτυξε στη σχολή στα Αμπελάκια του Πηλίου. Εκεί δόθηκε βάρος στα εγκύκλια μαθήματα και την Γαλλική γλώσσα. Διακρίθηκε και για το ήθος του και για την επιμέλειά του. Κατά τον Ν. Βέη από την εποχή που ήταν μαθητής «περιήγε κώμας και πόλεις της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας ευαγγελιζόμενος ».



Β. Κληρικός και δάσκαλος:

 Καλείται το 1801 (σε ηλικία 21 ετών), μετά το θάνατο του πατέρα του και χειροτονείται διάκονος, αφού πρώτα παντρεύτηκε. Διδάσκει για μικρό διάστημα σε σχολείο στην Τσαρίτσανη, που πιθανολογείται ότι ίδρυσε ο πατέρας του. Το 1805 σε ηλικία 25 ετών χειροτονείται πρεσβύτερος. Ζει την ζωή της Πίστης έντονα και δεν την ξεχωρίζει από την υπεύθυνη εκκλησιαστική και ευαγγελική δραστηριότητα. Με μεγάλη ειλικρίνεια και ιερό πάθος οδηγεί τους νέους στην Εκκλησία και στα μήκη και πλάτη του Ορθοδόξου Γένους της Απέραντης Ρωμιοσύνης…

 Ήταν βέβαια άξιος λειτουργός και σπουδαίος ρήτορας του άμβωνα. Θεωρούσε όμως ότι μετά την «απόλυση» δεν αρχίζει μόνο η είσοδος στο έσω κόσμο αλλά και η έξοδος του κληρικού στην κοινωνία. Πίστευε πως μέσω και αυτής της προσφοράς και άσκησης της αγάπης, εγγίζεται η «Βασιλεία του Θεού». Γι’ αυτό ιδρύει σχολές, δημιουργεί βιβλιοθήκες. Με απλοχεριά βοηθάει του αδυνάτους. Στηρίζει το κίνημα της αποτίναξης του Τουρκικού ζυγού.



Γ. Στις μεγάλες πόλεις:

 Έτσι το 1806 (26 ετών ), θεωρήθηκε συμμέτοχος της επανάστασης του Παπα-Ευθύμιου Βλαχάβα και… ρίχνεται στις φυλακές των Ιωαννίνων. Απελευθερώθηκε, με πολλά λύτρα, αλλά πάλι συλλαμβάνεται και απελευθερώνεται αυτή τη φορά, με απαγωγή! Καταφεύγει στην Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου στις Σέρρες.

 Από εκεί πηγαίνει στην Θεσσαλονίκη το 1806, ως Έξαρχος και επίτροπος του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γερασίμου. Ήταν ήδη, σε ηλικία 26 ετών, βαθύς γνώστης και της Θεολογίας και της ελληνικής και λατινικής Γραμματείας! Έμεινε εκεί δύο χρόνια, όπου οι κάτοικοι θεώρησαν την παρουσία του ως ιδιαίτερη εύνοια της θείας Πρόνοιας!

 Το 1909 - χρονιά που γεννήθηκε στην Τσαρίτσανη ο γιος του Σοφοκλής - πάει στην Σμύρνη μετά από πρόσκληση του Κωνσταντίνου Κούμα, για να διδάξει στην νεοσύστατη εκεί δημόσια Ελληνική Σχολή, με την ονομασία «Φιλολογικό Γυμνάσιο».

 Δημιουργήθηκε μάλιστα σύγκριση με την «Ευαγγελική Σχολή» και η συνέχιση της σχολής έγινε αποδεκτή μετά από παρέμβαση του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄. Οι λόγοι του εκεί είναι εποικοδομητικοί, πανηγυρικοί αλλά και προτρεπτικοί. Μυείται στην Φιλική Εταιρεία.

 Αναδεικνύεται έτσι σιγά – σιγά σε ρωμαλέο αγωνιστή! Το 1813 (33 ετών) αναλαμβάνει Σχολάρχης, αφού αποχωρεί ο Κούμας, χωρίς ποτέ να εγκαταλείψει το κήρυγμα. Στους μαθητές εφάρμοζε την λεγόμενη εξατομικευμένη παιδαγωγική, ανάλογα με τον χαρακτήρα και την πνευματική υφή του καθενός!

 Το υπόδουλο Ορθόδοξο Γένος είναι αυτό που δεν τον αφήνει ανέμελο. Καλείται και ανταποκρίνεται, λοιπόν το 1819 (39 ετών), στην Βασιλεύουσα, αφού τότε διαλύθηκε και η σχολή του. Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄, που τον τιμούσε ιδιαίτερα, τον διορίζει Μέγα Οικονόμο των Πατριαρχείων και Καθολικό Ιεροκήρυκα της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας! Σ’ αυτό το πνευματικό αμπέλι εργάζεται δύο χρόνια, όπως και στη Μεγάλη του Γένους Σχολή.

 Κυνηγιέται από τους Τούρκους και καταφεύγει το 1821 στην Οδησσό. Μα και εκεί ανυψώνει το φρόνημα, ξυπνάει τις συνειδήσεις. Εκεί, στην Οδησσό, μετά το Πάσχα, δέχεται νεκρό τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ και εκφωνεί επιτάφιο λόγο για τον Ιερομάρτυρα στις 19/6/1821. Η φήμη του σαν ιδιαίτερη προσωπικότητα διαδίδεται σε όλη την Ευρώπη.

 Το 1822 μετέβη στην Πετρούπολη, συνοδεύοντας τα παιδιά της οικογένειας Μουρούζη. Εκεί συναντήθηκε με τον Ρώσο αυτοκράτορα Αλέξανδρο και έγινε επίσημος εταίρος της εκεί Εκκλησιαστικής Ακαδημίας! Το 1831 ήταν το πένθιμο έτος του, αφού πέθανε από χολέρα στην Βιέννη η μητέρα του, η γυναίκα του και ο αδελφός του Στέφανος…



Δ. Ταξιδεύοντας για την Ελλάδα:

 Το 1832 αποφασίζει να επιστρέψει στην πατρίδα. Η αναχώρησή του συνοδεύτηκε με πολλές τιμές από τους Ρώσους αδελφούς. Του έδωσαν το παράσημο της Αγ. Άννας, ισόβια σύνταξη 7000 ρούβλια και αποζημίωση για την βιβλιοθήκη που του κάηκε! Αποφάσισε πρώτα να περάσει από το Βερολίνο, όπου συνάντησε τον βασιλιά της Πρωσίας Γουλιέλμο Γ΄. Αυτός τον τίμησε με το παράσημο του ερυθρού αετού και η ακαδημία της πόλης τον έκανε «αντεπιστέλον» μέλος της.

 Κατόπιν πέρασε από την Ρώμη και συναντήθηκε με ευμένεια από τον Πάπα Γρηγόριο ΙΣΤ΄. Το 1834 (54 ετών) φτάνει στην Ελλάδα, μέσω Τεργέστης.



Ε. Στην πατρίδα:

 Φτάνει λοιπόν, στο Ναύπλιο, την πρωτεύουσα, αλλά το 1837 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα. Η μικρή Ελλάδα μετά από τόσους αιματηρούς αγώνες απόκτησε ανεξαρτησία. Ο φλογερός κήρυκας της Ρωμιοσύνης, ξακουστός σ’ όλη την Ευρώπη, έχει ήδη αφήσει την Ρωσία και τους εκεί πνευματικούς δεσμούς.

 Οι μεγάλες του γνωριμίες και το μεγάλο και πολύμορφο θεολογικό, εκκλησιολογικό και επιστημονικό του έργο διατίθενται για την οργάνωση του μικρού έθνους – κράτους. Με το δημοσιογραφικό του όργανο την «Ευαγγελική σάλπιγγα» αντιπαρατέθηκε στον Αρχιμ. Θεόκλητο Φαρμακίδη που είχε την εφημερίδα «Αθηνά». Την ημέρα που έγινε η ανακήρυξη του αυτοκέφαλου (Φ.Ε.Κ. 23/1 Αυγούστου 1833), την ονόμασε «αρχέκακον και αποφράδα».

 Αγωνίζεται, λοιπόν, ενάντια στα απόλυτα ορθολογιστικά, ντόπια και αλλοδαπά, ρεύματα της εποχής και φανερώνει τις ύπουλες ξένες προπαγάνδες: μισιονάριοι, προτεστάντες, διαφωτιστές της Δύσης, Κοραϊκιστές και Καϊριστές. Η γραμμή τους ήταν σε πολλά κατά βάθος καλόπιστη και έντιμη, αλλά σε πολλά σφαλερή και λίγη…



ΣΤ. Η άποψή του:

 Ο π. Κωνσταντίνος Οικονόμος αντιτίθεται στον Θ. Φαρμακίδη, γέννημα του ουμανισμού κατά τον Κωστή Μπαστιά, που ήθελε, μέσω του γνωστού πολυετούς σχίσματος, τον πλήρη χωρισμό της Ελλαδικής εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την ένωσή της με την… Πολιτεία!!!

Ο π. Κωνσταντίνος αγωνίστηκε μέχρι τέλους, αντίθετα από το Θ. Φαρμακίδη που ενδιαφερόταν περισσότερο για την θέση του στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο και την αρχιγραμματεία στην Ι. Σύνοδο, αφού δεν είχε το σθένος ούτε του αντιπάλου του, ούτε των ινδαλμάτων του, Κοραή και Καΐρη.

 Είχε σαφή άποψη πως τώρα ο κίνδυνος δεν προέρχεται από την Ανατολή, αλλά από την πλήρη παράδοση στην Δύση και τον πολιτισμό της. Ο π. Κωνσταντίνος κατενόησε άμεσα τις συνέπειες του Αυτοκεφάλου, γιατί είχε γευθεί την οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας και του Γένους.

 Σε όσους πίστευαν στο αυτοκέφαλο, τους έγραψε, ότι έσπευσαν «αποσπάσαι τους Έλληνας από της μητρός αυτών Εκκλησίας, εβάδισαν δρόμον αντεθνικόν και (κατά την Ορθοδοξίαν των Ελλήνων) αντίθρησκον». Αυτά τα γράφει γιατί είναι ο φορέας της παραδοσιακής γραμμής στην Εκκλησία και κατανοεί την ενότητα και συνεργασία όλου του ελληνισμού!!! Τελικά αυτή η ιδεολογία που εκφράζεται από τον Οικονόμο, τους Φαναριώτες, τον απλό λαό και φυσικά το Πατριαρχείο έγινε τελικά αποδεκτή το 1844 από τον Ι. Κωλλέτη στη Βουλή…

 Σήμερα, που έχουμε γίνει «Δύση» σε μεγάλο βαθμό, γνωρίζουμε τι θα είχαμε απογίνει αν είχαμε αποσχισθεί πιο πολύ από το Πατριαρχείο ως Ελλαδική Εκκλησία και είχαμε παραδοθεί πλήρως στον απόλυτο ορθολογισμό. Είχε ο φωτισμένος αυτός κληρικός την διορατικότητα να βλέπει τους καινούργιους κινδύνους και να αφήνει τους παλιούς. Τι θα έλεγε άραγε την σημερινή εποχή;

 Τώρα που η Ορθοδοξία μας και η Ορθοπραξία μας είναι βουτηγμένες σ’ ένα παράξενο μίγμα «δυτικού» ορθολογισμού και «ανατολικού» μυστικισμού και οι ενορίες – όχι βέβαια μόνο η «άθεη» κοινωνία - υποφέρουν από πνευματικότητα και αγάπη;



Ζ. Τα τέλη της ζωής του:

 Η πολιτική, η κοινωνική αλλά και η πνευματική κατάσταση στην μικρή Ελλάδα ήταν ζοφερή. Η βαυαρική διάβρωση της Ορθοδοξίας και της Ρωμιοσύνης γινόταν όλο και πιο εμφανής. Γι’ αυτό συνεχίζει τον αγώνα μέχρι να παραδώσει το πνεύμα του… Πρόλαβε να δει όμως τις πολιτικές αλλαγές μετά το κίνημα του Μακρυγιάννη. Πρόλαβε να δει την λύση του σχίσματος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, έστω με την συμβιβαστική λύση που δόθηκε, με τον Συνοδικό Τόμο του 1850. Τα βασικά σημεία της λύσης ήταν:

 α). Αναγνωρίστηκε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος ως υπέρτατη εκκλησιαστική αρχή, όπου οι αρχιερείς θα καλούνται διαδοχικά κατά τα πρεσβεία της αρχιεροσύνης τους,

 β). Πρόεδρος της Συνόδου ορίστηκε ο Αθηνών και η διοίκηση θα ασκείται με τους ιερούς κανόνες και χωρίς κοσμικές παρεμβάσεις,

 γ). Το Άγιο Μύρο θα παραλαμβάνεται από το Πατριαρχείο.

 Ο ακούραστος και χαλκέντερος Κληρικός, Θεολόγος, Ρήτορας και Πατριώτης του Γένους έφτασε στο τέλος της επίγειας ζωής του. Αυτό έγινε στις 8 Μαρτίου του 1857 (77 ετών), ύστερα από σύντομη ασθένεια. Ο θάνατός του έφερε συντριβή σε «φίλους και εχθρούς»! Η κηδεία του έγινε πάνδημη, με μεγαλοπρέπεια στον ιερό ναό της Αγίας Ειρήνης, ενώ του αποδόθηκαν τιμές αντιστράτηγου. Ενταφιάστηκε στον περίβολο της Ι. Μ. Ασωμάτων – Πετράκη…



Η. Αποσπάσματα από κείμενά του:

 α). Λόγος εις τον Γρηγόριον τον Ε΄: «…Αλλά τι λέγω; Πως, κυριευόμενος υπό του πάθους, δεν βλέπω την λάμψιν, ήτις περικυκλώνει τον ένδοξον τούτον νεκρόν; Όχι, Σεβασμιώτατε Πατριάρχα, δεν απέβαλες, αλλ’ εμεγάλυνας, αλλ’ επλάτυνας, αλλά διαιώνισας μάλιστα την δόξαν σου. Αν και δεν στολίζεις πλέον τον θρόνον τον Οικουμενικόν, αλλά παρίστασαι μετά παρρησίας εις τον Θρόνον της Μεγαλωσύνης του Υψίστου. Αν και δεν άρχεις πνευματικώς την Μεγάλην του Χριστού Εκκλησίαν, αλλά διαπρέπεις μακαριστώς εις την Ουράνιον Εκκλησίαν των Πρωτοτόκων.

 Αν και δεν σε περιστέφει πλέον η Αγιωτάτη σου Σύνοδος, αλλά περιστοιχούσι το λείψανό σου ως στελέχη φοινίκων, σεβάσμιοι Ποιμένες και Ιερείς εκ μέρους της Αγιωτάτης Συνόδου της Ρωσικής Εκκλησίας.

 Αν και δεν ενταφιάζεσαι εις την ένδοξον μεν, αλλά στενάζουσαν ήδη γην της Ελλάδος, αλλ’ ενταφιάζεσαι ενδόξως εις γην ελευθέραν, και τιμάσαι λαμπρώς υπό τε των παρόντων ομογενών σου, και υπό των γενναίων και θεοσεβών Ρώσων, των οποίων η της Πίστεως ευσέβεια, συμφωνούσα προς των νικηφόρων αυτών όπλων την ισχύν, ηξεύρει να τιμά και να υπερασπίζεται δημοσίως τα θεία και ανθρώπινα δικαιώματα…».

 β). Η αληθής παιδεία: «…Ουδεμίαν, ώ φίλοι, ωφέλειαν δεν είναι καλή να προξενήσει εις τον άνθρωπον η παιδεία χωρίς την φρόνησιν και των ηθών την χρηστότητα. Όσον τις είναι πολυμαθέστερος, τόσον κινδυνεύει να καταποντισθεί εις το πέλαγος της πολυμάθείας του, στερημένης του πηδαλίου της αρετής.

 Ο μόνος καρπός της παιδείας είναι η των ηθών ημερότης και αληθής φιλανθρωπία, χωρίς την οποίαν όστις καυχάται ότι είναι λόγιος και πεπαιδευμένος ψεύδεται, και δια τούτο μάλιστα γίνεται αξιοκατακριτώτερος.

 Ο αληθής πεπαιδευμένος γνωρίζεται από την φρόνημον διοίκησιν και οικονομίαν των περιστάσεών του, και την δυνατήν προσοχήν του, μήτε αυτός να απατηθεί, μήτε τους άλλους ποτέ του να απατήσει. Ο αληθής πεπαιδευμένος καταπατεί τας ατίμους ηδονάς, δεν νικάται ούτε από τας ευτυχίας, ούτε από τας δυστυχίας, αλλά ταύτας μεν υποφέρει γενναίως, εκείνας δε μετριοφρόνως οικονομεί, και δι’ όλης του της ζωής αγωνίζεται να διορθώνει όσον δύναται τα ελαττώματά του… »

 γ). Λόγος εις την νεολαίαν της Σμύρνης: «Οποιονδήποτε επάγγελμα και αν μέλλετε, φίλοι νέοι, να επαγγελθείτε, ή μέγα ή μικρόν, χωρίς την χαράν, την ταπείνωσιν, την αγάπην, την ειλικρίνειαν, την αγνότητα είναι αδύνατον να διαδράμητε το στάδιον εντίμως και ευτυχώς. Όλων δε τούτων των αρετών, πάλιν το επαναλαμβάνω, θεμέλιον έχετε την προς τον Θεόν ευσέβειαν…

 Χωρίς του Θεού την προστασίαν, μ’ όλα τα προτερήματά σας, είσθαι όμοιοι με άθλια ορφανά παιδία αφειμένα εις έρημον τόπον, χωρίς οδηγόν να τα κατευθύνει, χωρίς τροφόν να τα διατρέφει, χωρίς προστάτην να τα διαφυλάττει από τους φοβερούς κινδύνους, που επικρέμανται εις τας κεφαλάς αυτών… Αυτός δε ο πατήρ των οικτιρμών είθε να επιβλέπει εις υμάς με βλέμμα πατρικόν και ευμενές. Να φωτίζει υμάς εις τας σπουδάς, οδηγών και διδασκάλους και μαθητάς, εις την αληθινήν σοφίαν».

 δ). Η της Πατρίδος αγάπη: «…Λέγω πρώτον, ότι χρεωστείς, χριστιανέ, καθώς χριστιανός, να αγαπάς και να ευεργετείς την Πατρίδα. Σε προστάζει ο θείος νόμος: «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Πλησίον σου είναι βέβαια πας άνθρωπος, αλλά ποίος δύναται να είναι πλησιέστερος παρά τους συγγενείς και ομοπίστους και συμπολίτας σου; Ούτοι είναι αδελφοί σου, οίτινες συγκατοικούσι μετά σού εις μίαν και την αυτήν χώραν, ωσάν εις μίαν και την αυτήν οικίαν.

 Ούτοι έχουσι τον αυτόν και συ πατέρα, τον Θεόν, την αυτήν και συ μητέρα, την Εκκλησίαν, το αυτό γενέθλιο έδαφος, και τας αυτάς τροφάς, τους αυτούς νόμους, τους αυτούς άρχοντας και ποιμένας και διδασκάλους, τας αυτάς προς σε κοινάς και πανηγύρεις και απολαύσεις και λύπας και χαράς. …. Τόσον ιερόν και θείον δώρον είναι η Πατρίς, ώστε εν των μεγίστων σημείων της κατά των ανθρώπων δικαίας οργής του Θεού γίνεται πολλάκις η στέρησις της Πατρίδος…».



Θ. Συγγράμματα:

 Ήταν από τους διαπρεπέστερους και πολυγραφέστερους έλληνες συγγραφείς! Τα έργα του εκδόθηκαν από το γιο του Σοφοκλή Οικονόμο με τον τίτλο «Τα σωζόμενα συγγράμματα Κωνσταντίνου Οικονόμου» (τόμοι 3, Αθήνα 1862, 1864, 1866) και «Τα σωζόμενα φιλολογικά συγγράμματα Κωνσταντίνου Οικονόμου» (Α΄, Αθήνα 1871).

α). Στα Εκκλησιαστικά, περιλαμβάνονται κείμενα αναφερόμενα στην Εκκλησία της Ελλάδος, ερμηνευτικά, πρακτικά και εκκλησιαστικής ιστορίας. Σύνολο 22 έργα. Ανάμεσά τους διακρίνονται τα:

 1). «Επιστασίαι τινές εις την σταύρωσιν και τα πάθη την ανάστασιν του Σωτήρος» - Ευαγγελική Σάλπιγξ 1838.

 2). «Κατήχησις ή Ορθόδοξος διδασκαλία της χριστιανικής πίστεως» - Σμύρνη 1813 και Βιέννη 1820.

 3). «Υμνωδών ανέκδοτα. Εκ των απογράφων της βιβλιοθήκης του Μ. Σπηλαίου» - Αθήνα 1840.

 4). «Περί των τριών ιερατικών της Εκκλησίας βαθμών επιστολιμαία διατριβή, εν ή και περί της γνησιότητος των αποστολικών κανόνων» - Ναύπλιον 1835, κλπ.



 β). Στα Φιλολογικά, περιλαμβάνονται πολλά έργα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν τα:

 1). «Τέχνης ρητορικής βιβλία τρία» - Σμύρνη 1813.

 2). «Γραμματικών ή εγκυκλίων παιδευμάτων βιβλία τέσσερα» - Βιέννη 1817.

 3). «Δοκίμιον περί της πληρεστάτης συγγενείας της σλαβωνορωσικής γλώσσης προς την ελληνικήν», τόμοι 3 - Πετρούπολη 1828, κλπ.



γ). Στους λόγους, περικλείεται το βάθος της πλούσιας θεολογίας και φιλοσοφίας του. Τους εκφώνησε στις πόλεις Τσαρίτσανη, Θεσσαλονίκη, Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη, Οδησσό, Ναύπλιο και Αθήνα! Σώζονται αρκετοί.



δ). Απολεσθέντα. Μεγάλο μέρος του συγγραφικού έργου του χάθηκε στην Σμύρνη τον Δεκέμβριο του 1818 λόγω πυρκαγιάς και στην Οδησσό…



Βιβλιογραφία:

1). ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ, ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΕΡΟΥΣΗ, εκδ. ΑΣΤΗΡ, ΑΘΗΝΑ 1999.

2). ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, ΚΩΝ/ΝΟΥ Β. ΣΚΟΥΤΕΡΗ, ΑΘΗΝΑ 1971.

3). Οικονόμος Κωνσταντίνος ο εξ Οικονόμων, Ν. Τζιράκη, ΘΗΕ, 9, στ. 682-685).

4). Περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ, τ. 8-ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 1983, ΣΕΛ. 81-83.

5). ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΓΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ, Αρχ. Ανδρέα Νανάκη, εκδ. ΤΕΡΤΙΟΣ, ΚΑΤΕΡΙΝΗ 1993.

6). Πρωτ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ, ελλαδικού Αυτοκεφάλου παραλειπόμενα, ΣΕΛ. 103-134.

7). Κωνστ. Οικονόμου, Τα σωζόμενα εκκλησιαστικά συγγράμματα, Αθήναι ΙΙΙ,1862-1866 (βλ. ΕΚΚΛΗΣ. ΙΣΤ. ΑΘ. ΑΝ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ, βιβλιογραφία).

 

Ο ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΟΣ ΧΟΛΕΒΑΣ

k_ex_oikonomwn
Κάθε χρόνο στις 8 Μαρτίου η μνήμη μας στρέφεται στον μεγαλύτερο εκκλησιαστικό ρήτορα του 19ου αιώνος: Τον Κωνσταντίνο Οικονόμο τον εξ Οικονόμων, ο οποίος εκοιμήθη στις 8.3.1857. Το προσωνύμιο «εξ Οικονόμων» το προσέθεσε ο ίδιος για να δείξει  ότι πολλοί πρόγονοί του-όπως και αυτός- ήσαν έγγαμοι κληρικοί με το οφφίκιον του Οικονόμου. Ο Κωνσταντίνος γεννήθηκε στις 27.8.1780 στην Τσαριτσάνη της Θεσσαλίας, όπου και πήρε την βασική μόρφωση από τον λόγιο ιερέα πατέρα του. Σπούδασε στην ακμάζουσα τότε σχολή των Αμπελακίων όπου και διακρίθηκε για το ήθος και την ευφυία του. Σε ηλικία 21 ετών χειροτονήθηκε διάκονος και 25 ετών χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
Από τη νεαρή ηλικία του είχε τη λάμψη του πολύ μορφωμένου και του αρίστου ρήτορος. Ήδη ως μαθητής, όπως γράφει ο Νικόλαος Βέης, «περιήγε κώμας της Θεσσαλίας και Μακεδονίας ευαγγελιζόμενος». Παρέμεινε επί δύο χρόνια κηρύττοντας στη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια μετέβη στη Σμύρνη όπου υπηρέτησε ως καθηγητής και διευθυντής του Φιλολογικού Γυμνασίου.
Εκτιμώντας τις ικανότητές του ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ τον διόρισε ιεροκήρυκα του Οικουμενικού Θρόνου στην Κωνσταντινούπολη. Πολυάριθμοι ήσαν οι ακροατές του και πανελλήνια η φήμη του. Το 1821 πήγε στη Ρωσία για να συνεχίσει το έργο του μακριά από την εκδικητική μανία των Οθωμανών. Έγραψε πολλά συγγράμματα φιλολογικού και θεολογικού περιεχομένου.
Κατά τη συζήτηση για την ίδρυση Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος μετά την Απελευθέρωση τόνιζε  ότι αυτό πρέπει να γίνει μόνο με τη σύμφωνη γνώμη του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Συγκρούσθηκε με τις απόψεις του Θεοκλήτου Φαρμακίδη, ο οποίος ως κληρικός και καθηγητής μετέφερε δυτικότροπα και μη Ορθόδοξα ήθη στον εκκλησιαστικό χώρο. Όταν εκοιμήθη το 1857 ο Οικονόμος ετάφη στο προαύλιο του Ναού των Ταξιαρχών της Ιεράς Μονής Πετράκη, δίπλα στο σημερινό Συνοδικό Μέγαρο των Αθηνών.
Η συμβολή του στην ηθική στήριξη των αγωνιστών του 1821 υπήρξε πολύτιμη. Ο Πρωτοπρεσβύτερος Κωνσταντίνος Οικονόμος θεμελίωσε την Ορθόδοξη Θεολογία του Πατριωτισμού και της Απελευθερώσεως, συνδυάζοντας αριστοτεχνικά  τα διδάγματα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων, με τον υγιή και αφανάτιστο πατριωτισμό, ο οποίος εμπνέει τους ευγενείς αγώνες για την εθνική ελευθερία.
Παραθέτω χαρακτηριστικά δύο αποσπάσματα ομιλιών του. Το πρώτο από τον λόγο του με τίτλο «Η της Πατρίδος αγάπη» το αφήνω στο γλωσσικό ιδίωμα του ιδίου για να πάρουμε μία χαρακτηριστική γεύση της γραφίδος του και της ρητορείας του:
«… Λέγω πρώτον ότι χρεωστείς, χριστιανέ, καθό χριστιανός, να αγαπάς και να ευεργετής την Πατρίδα. Σε προστάζει ο θείος νόμος «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Πλησίον σου είναι βέβαια πας άνθρωπος, αλλά ποίος δύναται να είναι πλησιέστερός σου παρά τους συγγενείς και ομοπίστους και συμπολίτας σου; Ούτοι είναι αδελφοί σου, οίτινες συγκατοικούσι μετά σού εις μίαν και την αυτήν χώραν, ως εάν εις μίαν και την αυτήν οικίαν. Ούτοι έχουσιν τον αυτόν και συ πατέρα, τον Θεόν, την αυτήν και σύ μητέρα, την Εκκλησίαν, το αυτό γενέθλιον έδαφος, και τας αυτάς τροφάς, τους αυτούς νόμους, τους αυτούς άρχοντας και ποιιμένας και διδασκάλους, τας αυτάς προς τας κοινάς πανηγύρεις και απολαύσεις και λύπας και χαράς. Όσον, λοιπόν, ειλικρινέστερον αγαπάς τους συμπατριώτας και την Πατρίδα, τόσον βεβαιότερον εκπληρώνεις τον νόμον του Θεού. Και πάλιν εξ εναντίας όσον αμελείς και προδίδεις πολλάκις της Πατρίδος τα συμφέροντα, τόσον εξελέγχεσαι παραβάτης του Θείου νόμου και του πλησίον σου εχθρός χειρότερος απίστου…. Τόσον ιερόν και θείον δώρον είναι η Πατρίς ώστε εν εκ των μεγίστων σημείων της κατά των ανθρώπων δικαίας οργής του Θεού γίνεται πολλάκις η στέρησις της Πατρίδος»!
Το δεύτερο απόσπασμα προέρχεται από τον περίφημο Επιτάφιο Λόγο, τον οποίο εκφώνησε ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ενώπιον του λειψάνου του Αγίου Εθνομάρτυρος Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄, στην Οδησσό της τότε Μικράς Ρωσίας και νυν Ουκρανίας, στις 19.6.1821. Όπως γνωρίζουμε ο απαγχονισθείς Πατριάρχης ρίχτηκε στη θάλασσα από τους Τούρκους και τον περισυνέλεξε ο Κεφαλλονίτης πλοίαρχος Σκλάβος, ο οποίος μετέφερε το σεπτό λείψανο στην Οδησσσό. Θα χρησιμοποιήσω τη νεοελληνική απόδοση του Βενεδίκτου Ιερομονάχου, Αγιορείτου:
«Έφθασε η Μεγάλη Εβδομάδα και ο γενναίος Γρηγόριος ανάμεσα σε μύρια βαρβαρικά όπλα και κραυγές και σφαγές, τέλεσε με ευλάβεια την ακολουθία των Παθών υπέρ της σωτηρίας του κόσμου, θρηνώντας συγχρόνως και για τα πάθη των θλιβομένων ομοφύλων του. Φθάνει τέλος και η ένδοξη ημέρα της Αναστάσεως και συνανατέλλει μαζί με αυτήν ο φαεινότατος ήλιος της δόξας του. Αφού έψαλλε με απόλυτη γαλήνη τους ιερούς ύμνους της Αναστάσεως, λειτούργησε την τελευταία του στην γη ιερουργία και έφαγε πάνω στην αγία τράπεζα το τελευταίο Πάσχα το μυστικό… Μόλις βγήκε από την Εκκλησία, και να, οι υπηρέτες της ασεβείας τον αρπάζουν βίαια, τον βάζουν σε ένα ελεεινό πλοίο και τον κατεβάζουν σε σκοτεινή φυλακή… Εκεί βρίσκει ο Πατριάρχης την αγία του Σύνοδο δεμένη με αλυσίδες να πάσχη και αυτή για χάρι της Εκκλησίας του Χριστού».
Αιωνία η μνήμη του Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων, ευσεβούς Ορθοδόξου κληρικού, εμψυχωτού των επαναστατημένων Ελλήνων και διδασκάλου του Γένους!
Άρθρο μου στην εφημερίδα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, Τετάρτη 9.3.2016
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Κωνσταντίνου Σκουτέρη: Κείμενα του Νέου Ελληνισμού, Εκκλησία της Ελλάδος, Αθήναι 1971.
Ανωνύμου Συγγραφέως: Βίος και Πολιτεία του Αγίου Ιερομάρτυρος Γρηγορίου του Ε΄ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, απόδοσις στη Νεοελληνική υπό Βενεδίκτου Ιερομονάχου Αγιορείτου,. Εξεδόθη από τη Συνοδεία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη Αγίου Παύλου, Άγιον Όρος, α.χ.




Kωνσταντίνος Oικονόμος ο εξ Oικονόμων (1780-1857)


Κωνσταντίνος Οικονόμος
Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, επιφανής κληρικός, γεννήθηκε στην Τσαριτσάνη και διακρίθηκε κατά την προεπαναστατική και μετεπαναστατική περίοδο. Ο πατέρας του ήταν λόγιος παπα-δάσκαλος και ο πρώτος που του δίδαξε την Ελληνική γλώσσα, τα λατινικά και την Αγία Γραφή. Η μεγάλη φιλομάθειά του και το ενδιαφέρον του για τα γράμματα, ανάγκασαν τους γονείς του να τον στείλουν για περαιτέρω μάθηση στην ξακουστή και ακμάζουσα τότε Σχολή των Αμπελακίων, όπου διδάχτηκε, πέραν των άλλων και τη Γαλλική γλώσσα.
Στα είκοσί του χρόνια ο Κωνσταντίνος νυμφεύθηκε, τον επόμενο χρόνο χειροτονήθηκε διάκονος και λίγο αργότερα πρεσβύτερος. Το 1805, έλαβε τον τίτλο του Οικονόμου της επισκοπής Ελασσόνας και έκτοτε είναι γνωστός ως "Οικονόμος ο εξ Οικονόμων".

Το μικρό γεφύρι στην πλατεία της Τσαριτσάνης οδηγεί στην Οικονόμειο Σχολή. Ακόμη διακρίνονται η εκκλησία της Παναγίας και ο πύργος του Μάμτζιου
Στην Τσαριτσάνη ο Κωνσταντίνος δεν διακόνησε μόνον ως Ιερέας, αλλά υπηρέτησε και ως δάσκαλος. Με τη διδασκαλία και το ήθος του, αλλά πάνω απ' όλα με την αγάπη του προς την Εκκλησία, την πατρίδα και την ελευθερία φρόντιζε να συντηρεί το εθνικό φρόνημα των μαθητών του και των συμπατριωτών του. Αυτή του η δράση όμως εξόργισε τον Αλή Πασά και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Τσαριτσάνη και να εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη, όπου για δύο χρόνια ασχολήθηκε με το Θείο κήρυγμα. Από εκεί, κλήθηκε από τον Κωνσταντίνο Κούμα στη Σμύρνη όπου και δίδαξε επί μια δεκαετία στο νέο "Φιλολογικό Γυμνάσιο" στο οποίο το 1814 ανέλαβε καθήκοντα σχολάρχη. Με το κλείσιμο του γυμνασίου Σμύρνης το 1819, βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη προσκεκλημένος του Οικουμενικού Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄, ο οποίος, εκτιμώντας την μέχρι τότε δράση και προσφορά του στο Γένος και την Εκκλησία, εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του Έθνους και τον διόρισε ιεροκήρυκα στην Πόλη, δίνοντάς του τον μοναδικό τίτλο του "καθολικού ιεροκήρυκος της Μεγάλης Εκκλησίας και πασών των Ορθοδόξων του Ελληνικού Γένους Εκκλησιών". Λίγο πριν από την Επανάσταση του 1821, φυγαδεύθηκε στη Ρωσία και συγκεκριμένα στην Οδησσό όπου και συνέχισε τα κηρύγματά του για την Εκκλησία και την πατρίδα. Αναγνωρίζοντας την πνευματική του κατάρτιση, η Ακαδημία της Πετρούπολης τον εξέλεξε μέλος της και τον τίμησε δια του μεγάλου ρωσικού παρασήμου και ισόβιας σύνταξης 7000 ρουβλίων. Παράλληλα είχε εκλεγεί αντεπιστέλλον μέλος της ακαδημίας του Βερολίνου.
Η πίσω πλευρά της Οικονόμειου Σχολής. Μια μικρή ελιά βρίσκεται δίπλα στην είσοδο.
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα το 1834 τέθηκε επικεφαλής της συντηρητικής μερίδας της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία προ ολίγου είχε καταστεί αυτοκέφαλος και αγωνίσθηκε εναντίον κάθε φιλελεύθερης εκδήλωσης στα εκκλησιαστικά πράγματα υπερασπιζόμενος την αμετακίνητη προσήλωση στους κανόνες της Oρθοδοξίας. Και στο γλωσσικό ζήτημα, ενώ παλιότερα ήταν οπαδός της κοραϊκής "μέσης οδού", εμφανίστηκε αργότερα οπαδός του αρχαϊσμού και αντιτάχθηκε κατηγορηματικά στην πρόταση του Νεόφυτου Βάμβα να μεταφραστεί η Αγία Γραφή στην ομιλούμενη γλώσσα. Ιδιαίτερα πολέμησε τις απόψεις του δεινού επίσης Θεόκλητου Φαρμακίδου.

Ο Κων/νος Οικονόμου
ο εξ' Οικονόμων
Προτομή στην πλατεία
της Τσαριτσάνης
Έγραψε εκκλησιαστικά και φιλολογικά έργα τα οποία τον παρουσιάζουν συγγραφέα με σπάνια πολυμάθεια ενώ ο όγκος των συγγραμμάτων του προκαλεί κατάπληξη. Μεταξύ των φιλολογικών του πραγματειών περιλαμβάνονται και τα εξής : "Τέχνη ρητορικής βιβλία τρία", "Γραμματικών ή εγκυκλίων παιδευμάτων βιβλία τέσσερα", "Δοκίμιο περί της πληρεστάτης συγγενείας της σλαβονορωσικής γλώσσας προς την Ελληνική" κ.α. Το 1857 απεβίωσε και ετάφη στο προαύλιο της Ιεράς Μονής Πετράκη, αφήνοντας με τη διαθήκη του σεβαστά χρηματικά ποσά στη Θεολογική Σχολή Χάλκης, στην Πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη, στο Αμαλίειο ορφανοτροφείο και στο Σχολείο της ιδιαίτερης πατρίδας του Τσαριτσάνης.