Τρίτη 24 Μαΐου 2016

Η κοινή προσευχή ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ


ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
Ήταν το βράδυ  του μεγάλου και Μυστικού Δείπνου και των κατά σάρκα Παθών του Κυρίου. Ενώ λοιπόν ετελείτο μεγαλοπρεπώς ή Ακολουθία των Παθών στην Μεγίστη Λαύρα κατά την συνήθεια, και ο Γρηγόριος συμμετείχε στην πανηγύρι και στους ύμνους μαζί με τους πρόκριτους των μοναχών, και συμπαραστεκόταν σ’ αυτούς, στολίζοντας, θα έλεγε κανείς, εκείνη την σύναξη με την παρουσία του. Αλλά, όπως συμβαίνει συχνά, μερικοί από τους συμπαριστάμενους σαν να λησμόνησαν τα τελούμενα, τις μεγάλες εκείνες και θαυμάσιες ωδές, καθώς και το σκοπό της συναθροίσεως, εκτράπηκαν σε μάταιες ομιλίες και μάλιστα πέρα από το μέτρο και υπερβολικά, αν μπορεί να μιλήσει κανείς για μέτρο σε τέτοια ζητήματα. Δυσανασχετεί γι’ αυτό ο άνθρωπος του Θεού, όπως είναι φυσικό· αλλά επειδή δεν θεωρούσε σωστό να παρατηρήσει σ’ εκείνους να σταματήσουν την ομιλία, αφού απομάκρυνε τον νου συγχρόνως και από εκείνους και από την υμνωδία, τον στρέφει προς τον εαυτό του, όπως συνήθιζε, και διά του εαυτού του προς το Θεό· και αμέσως τον περιλάμπει από πάνω θείο φως, και αφού φωτίσθηκαν από τις ακτίνες εκείνες οι οφθαλμοί τόσο του σώματος όσο και της ψυχής, βλέπει καθαρά σαν να είναι στο παρόν αυτό που επρόκειτο να συμβεί μετά πολλά χρόνια.
Φάνηκε δηλαδή ο τότε ηγούμενος της Λαύρας Μακάριος, που στεκόταν στα δεξιά του, να μη φέρει το συνηθισμένο σχήμα, αλλά έδειχνε να ανήκει στην τάξη των αρχιερέων. Αυτό εμείς το είδαμε έπειτα να εκπληρώνεται στην πράξη, μετά από έντεκα χρόνια, οπότε ο μακάριος αυτός μετά την ηγουμενία και προστασία της Λαύρας ανέβηκε στον αρχιερατικό θρόνο της Θεσσαλονίκης , κι εκεί μαζί με την εξουσία τελείωσε και τη ζωή.
Αλλά και αργότερα στη Θεσσαλονίκη, επειδή δεν είχε κοντά του τη φίλη του ερημία και την αδιατάρακτη αναχώρηση από τους ανθρώπους, κατασκεύασε ο Άγιος για τον εαυτό του ένα κελλάκι στο βάθος, ώστε να είναι ανενόχλητος, και εκεί αναχωρούσε από όλα και απολάμβανε, όσο ήταν δυνατόν, νύκτα και ήμερα τα αγαθά της ερημίας. Κάποια μέρα λοιπόν είχε καθίσει ησυχάζοντας εκεί και προσευχόταν μυστικά στο Θεό. Οι μαθητές και συνασκητές και ομότροποί του ήταν όλοι μαζί στον θαυμαστό Ισίδωρο, που τελούσαν αγρυπνία ψάλλοντας και πανηγυρίζοντας όπως έπρεπε τον Αντώνιο, τον κοινό καθηγητή και πατέρα των μοναχών. Ήταν το βράδυ, της καθιερωμένης κοινής ετήσιας πανηγύρεως του αγίου αυτού, από την οποία δεν έλειπε ούτε ο ίδιος ο μέγας Αντώνιος, ω του θαύματος, αλλά παρευρισκόταν λαμπρός, με την μορφή μοναχού, μεσολαβώντας δίκαια μεταξύ των δύο μερών.
Ενώ δηλαδή ο Γρηγόριος προσευχόταν εκεί ησυχαστικά, όπως είπα, έρχεται και λάμπει γύρω του θείο φως -όπως συχνά συνέβαινε-, στο άπλετο δε αυτό φως μέσα φαινόταν και ο μέγας Αντώνιος· αυτός είπε στο Γρηγόριο, εμπρός στον οποίο στάθηκε: «Καλή βέβαια είναι και η προσευχή του νου στην ησυχία, επειδή καθαρίζει το οπτικό της ψυχής και το καταξιώνει της αποκαλύψεως και θέας των απορρήτων μυστηρίων αλλά μερικές φορές είναι αναγκαίο να συντροφεύει κανείς τους ομότροπους αδελφούς και να συμμετέχει μαζί τους στην προσευχή και τη ψαλμωδία και στις άλλες πνευματικές επιδόσεις· πρέπει λοιπόν και τώρα να μεταβείς προς εκείνους που αγρυπνούν και ψάλλουν, οι όποιοι χρειάζονται πολύ την επιστασία σου».
Και εκείνος μεν, αφού δίδαξε αυτά το φίλο απήλθε προς τον εαυτό του, ο δε Γρηγόριος εξεπλήρωσε αμέσως την εντολή· αφήνοντας την ησυχία και το κελλί του, έρχεται με πολλή χαρά στους χαίροντες φίλους του και τελεί την εορτή άγρυπνος μαζί μ’ εκείνους όλη την ιερή εκείνη νύχτα.
(«Ο κόσμος της Προσευχής» -εκδ. Κάλαμος)

Σάββατο 7 Μαΐου 2016

ΥΜΝΟΙ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΘΩΜΑ ΑΝΤΙΠΑΣΧΑ ΠΑΙΚΟΠΟΥΛΟΣ

Απολυτίκιο Κυριακής του Θωμά

Κυριακή του Θωμά: Απιστία και θεία συγκατάβαση


Ακριβώς μια εβδομάδα μετά το Πάσχα είναι η Κυριακή του Θωμά του απίστου και για τη σημερινή μέρα υπάρχει ένα πάντα επίκαιρο και εμπεριστατωμένο κείμενο του καθηγητή Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ και Πρωτοπρεσβυτέρου, Βασιλείου Ι. Καλλιακμάνη:



α) Η θεία συγκατάβαση ως συνέχεια του μυστηρίου της θείας κένωσης δεν περιορίζεται στον Σταυρό και την ταφή. Συνεχίζεται και μετά την Ανάσταση. Ο αναστάς Κύριος δεν ήλθε να επιβάλει βιαίως το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως στους ανθρώπους. Ούτε τους υποχρέ-σε να το ασπασθούν απροϋπόθετα. Αποδέχεται και ως δοξασμένος Κύριος να γίνει αντικείμενο έρευνας. Αναγνωρίζει στον Θωμά τη λογική αδυναμία να πιστέψει και συγκαταβαίνει για μια ακόμη φορά στην ανθρώπινη αμφισβήτηση.

β) Ας δούμε όμως συνοπτικά το περιεχόμενο του σημερινού ευαγγελίου, όπως περιγράφεται από τον ευαγγελιστή Ιωάννη (Ιωάν. 20.19-29). Μετά τη σταύρωση και την ταφή του Ιησού οι μαθητές σκορπίστηκαν και φόβος κατέλαβε τις ψυχές τους. Ο διδάσκαλός τους είχε θανατωθεί με ατιμωτικό θάνατο. Και οι ίδιοι κινδύνευαν από τη μήνη των γραμματέων και Φαρισαίων. Συγχρόνως με δυσπιστία άκουγαν τις διαβεβαιώσεις των μυροφόρων γυναικών, ότι είδαν τον αναστημένο Κύριο.

γ) Κι ενώ οι μαθητές το εσπέρας της Κυριακής ήταν συναγμένοι στο υπερώο «διά τον φόβον των Ιουδαίων», και παρότι οι πόρτες ήταν κλειστές, παρουσιάστηκε ο Κύριος και τους λέγει: «Η ειρήνη να είναι μαζί σας». Ταυτόχρονα τους έδειξε τα χέρια και την πλευρά του. Οι μαθητές χάρηκαν που είδαν τον Κύριο. Στη συνέχεια φύ-ση-ξε στα πρόσωπά τους λέγοντας: «Λάβετε Πνεύμα άγιον, εάν συγχωρήσετε τις αμαρτίες κάποιου του είναι συγχωρημένες• αν δεν τις συγχωρήσετε, θα μείνουν ασυγχώρητες». Ο Θωμάς δεν ήταν μαζί τους όταν ήλθε ο Ιησούς. Του είπαν οι άλλοι μαθητές: «Είδαμε τον Κύριο». Εκείνος απαντά: «Εάν δεν δω στα χέρια του το σημάδι από τα καρφιά και δεν βάλω το δάκτυλό μου σε αυτά και δεν βάλω το χέρι μου στην πλευρά του, δεν θα πιστέψω».

δ) Ύστερα από οκτώ ημέρες ήταν πάλι οι μαθητές συναγμένοι στο σπίτι και ο Θωμάς μαζί τους. Έρχεται ο Χριστός, κι ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές, στάθηκε στο μέσον και τους είπε: «Η ειρήνη να είναι μαζί σας». Έπειτα λέγει στον Θωμά: «Φέρε το δάκτυλό σου εδώ και κοίταξε τα χέρια μου και φέρε το χέρι σου και βάλε το στην πλευρά μου και μη γίνου άπιστος αλλά πιστός». Ο Θωμάς αποκρίθηκε: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου».

ε) Το πρώτο μέρος του ευαγγελίου, που αναφέρεται στην εμφάνιση στους μαθητές εκτός του Θωμά, αναγινώσκεται σε διάφορες γλώσσες στον εσπερινό της Αγάπης του Πάσχα. Όταν κάποιος ζει το μυστήριο της ορθοδόξου πίστεως και η καρδιά του γεύεται τη σταυροαναστάσιμη εμπειρία αισθάνεται την ανάγκη να την εκφράσει και προς τους έξω. Έτσι το φως της λαμπρής εκχέεται και σε άλλους λαούς, φυλές και γλώσσες. Τηρείται, έστω συμβολικά με τον τρόπο αυτό, η εντολή του Χριστού προς τους μαθητές να κηρύξουν την Ανάσταση «εις πάντα τα έθνη». Η βεβαιότητα για την αλήθεια καθιστά αναγκαία τη μαρτυρία της προς κάθε άνθρωπο καλής προαίρεσης. Στα λειτουργικά βιβλία περιλαμβάνεται το σημερινό ευαγγέλιο και στα τουρκικά και απαγγέλλονταν εμμελώς στα μέρη της Μ. Ασίας, όπου προφανώς έρχονταν και το άκουγαν Τούρκοι αλλά και κρυπτοχριστιανοί.

στ) Ο απόστολος Θωμάς αποτέλεσε στο διάβα των αιώνων το σύμβολο του «απίστου». Όμως, ο Θωμάς δεν ήταν άπιστος. Ήταν ειλικρινής αναζητητής της αλήθειας. Η αμφισβήτησή του ήταν γνήσια. Δεν είχε ιδεολογικό υπόβαθρο και αντιχριστιανικό πνεύμα. Γι' αυτό και ο Χριστός ανταποκρίνεται και διαλύει τις αμφιβολίες του. Φανερώνεται και δεν αρνείται να ψηλαφηθεί από τον «άπιστο» μαθητή του. Τα λειτουργικά κείμενα κάνουν λόγο για «καλή απιστία» του Θωμά, διότι αυτή γέννησε τη βέβαιη πίστη. Στο τέλος του ευαγγελίου φαίνεται ο Κύριος να επιτιμά τον Θωμά. «Επειδή με είδες, πίστεψες», του λέει. «Μακάριοι εκείνοι που δεν με είδαν και όμως πίστεψαν». Έτσι μακαρίζονται οι χριστιανοί όλων των αιώνων, που αποδέχονται και βιώνουν το κήρυγμα της Αναστάσεως.

ζ) Ίσως κάποιος αναρωτηθεί: Γιατί ο αναστημένος Χριστός επέλεξε να εμφανισθεί στους μαθητές, τον Θωμά και τις μυροφόρες και δεν παρουσιάσθηκε κατευθείαν στους σταυρωτές του, για να πιστέψουν και εκείνοι; Στο ερώτημα αυτό απαντά ο ιερός Χρυσόστομος: «Αν υπήρχε ελπίδα να τους ελκύσει στην πίστη, δεν θα αμελούσε να φανερωθεί σε όλους. Κι αυτό το απέδειξε η ανάσταση του Λαζάρου, που ήταν τέσσερις μέρες νεκρός και τον ανέστησε μπροστά στα μάτια όλων. Παρά ταύτα, όχι μόνο δεν ελκύσθηκαν στην πίστη, μα εξαγριώθηκαν εναντίον του Χριστού, ώστε ήθελαν να σκοτώσουν και αυτόν και τον Λάζαρο». Τέλος, το γεγονός ότι ο «άπιστος» μαθητής θυσίασε μαρτυρικά τη ζωή του, για να μεταφέρει το ελπιδοφόρο αναστάσιμο μήνυμα στα βάθη της Ανατολής, αποτελεί μια ακόμη μαρτυρία της Ανάστασης και δικαιώνει τη θεία συγκατάβαση.

Paterikiorthodoxia.com

Read more: http://www.newsbomb.gr/bombplus/blogs/story/437945/kyriaki-toy-thoma-apistia-kai-theia-sygkatavasi#ixzz47xYmPq7F


Θεολογικά σχόλια στην Κυριακή του Θωμά (Ιω. 20,19-31) Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου




Όποιος μελετήσει με αντικειμενικότητα τα Ευαγγέλια θα διαπιστώσει ότι λένε πάντα την αλήθεια! Δεν αναφέρουν λ.χ. οι ευαγγελιστές πότε ακριβώς ο Κύριος αναστήθηκε (αφού δεν το γνωρίζουν), αλλά αναφέρονται μόνο στον κενό τάφο και τις εμφανίσεις του αναστάντος επί 40 ημέρες, σε συγκεκριμένους ανθρώπους-μαθητές του Χριστού, σε συγκεκριμένες τοποθεσίες, όλες τις ώρες της ημέρας, και χωρίς να χρησιμοποιούν συναισθηματικά φορτισμένα και ωραιοποιημένα λογοτεχνικά σχήματα. Οι διηγήσεις τους παρουσιάζονται απλές, λιτές και όχι εκδικητικές (γι’ αυτούς που συνέργησαν στο φόνο του Ιησού). Ο Χριστιανισμός, σύμφωνα και με τον Ρενάν, στηρίζεται πάνω σε έναν άδειο τάφο! Απέμεινε λοιπόν κενός ο τάφος; Άρα κάποιος πράγματι ετάφη πρωτύτερα εκεί! Ιστορικό γεγονός λοιπόν η ανάσταση και επαληθεύεται από τις μαρτυρίες πολλών αυτοπτών μαρτύρων (όπως και κάθε ιστορικό γεγονός), που είδαν τον αναστάντα, σε 11 περιπτώσεις που αυτός εμφανίστηκε –σε μια απ’ αυτές εμφανίστηκε σε περισσότερους από 500 πιστούς συγχρόνως- σύμφωνα με τον άλλοτε διώκτη των χριστιανών και μετέπειτα απόστολο των εθνών Παύλο.

Το βράδυ της πρώτης ημέρας της αναστάσεως εμφανίστηκε ο Ιησούς στους συγκεντρωμένους, λυπημένους και φοβισμένους μαθητές, στο σπίτι του ευαγγελιστή Μάρκου, στο υπερώο του Μυστικού Δείπνου, ‘των θυρών κεκλεισμένων’. Στάθηκε στη μέση και τους είπε «Ειρήνη σ’ εσάς». Η Παράδοση και η Γραφή της Εκκλησίας μιλούν για ανάσταση του Κυρίου με το δικό Του σώμα και όχι ότι χρησιμοποίησε άλλο πνευματικό δήθεν σώμα: «Δείτε τα χέρια μου και τα πόδια μου. ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ Ο ΙΔΙΟΣ. Ψηλαφίστε με και δείτε: Ένα φάντασμα δεν έχει σάρκα και οστά, όπως βλέπετε να έχω εγώ». Άλλωστε έφαγε μπροστά τους ένα κομμάτι από ψητό ψάρι και κηρύθρα από μέλι (Λουκ. 24,38-43). Ο απ. Πέτρος μάλιστα λέγει ότι ο βασιλιάς Δαυίδ «μίλησε προφητικά για την ανάσταση του Χριστού, ο οποίος, ούτε εγκαταλείφθηκε στον άδη, ούτε ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ γνώρισε φθορά» (Ψλμ. 15,8). ΑΥΤΟΝ τον Ιησού τον ανέστησε ο Θεός (ως Θεάνθρωπο: Ιω. 1,1 & 1,14), και για το γεγονός αυτό ΟΛΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΑΡΤΥΡΕΣ» (Πράξ. 2,29-32). Ακόμη, πώς τον ονομάζει ο ευαγγελιστής Ιωάννης «πρωτότοκον εκ των νεκρών» (Αποκ. 1,5), αν ο Χριστός δεν έχει αναστηθεί με το δικό Του σώμα και αν δεν αποτελεί η δική Του σωματική ανάσταση τον τύπο της δικής μας, κατά την Δευτέρα Παρουσία, ανάστασης; 

Τους είπε πάλι ο Ιησούς «ΕΙΡΗΝΗ ΥΜΙΝ» και τους κάλεσε να δουν ότι είναι ο ίδιος και όχι, όπως είπαμε, κανένα φάντασμα. Οι μαθητές φοβήθηκαν στην αρχή, αλλά αμέσως μετά χάρηκαν όλοι. «Την ειρήνη σας αφήνω. Την δική μου ειρήνη σας δίνω», λέγει σε άλλο σημείο ο Ιησούς (Ιω. 14,27). Η ειρήνη αυτή του Χριστού, που σχετίζεται με τη νίκη του πάνω στο κοσμικό φρόνημα, στο θάνατο και την εξουσία πάνω στην αμαρτία (Ιω. 20,19-23), είναι πνευματικό αγαθό και έχει ουράνια προέλευση, αποκατέστησε δε δι’ αυτής την ένωση Ουρανού και γης. Δεν προέρχεται από την εκδούλευση στα πάθη, αλλά είναι δώρο του Παρακλήτου στα υιοθετημένα, δια του σταυρικού αίματος του Χριστού, παιδιά του Θεού (βλ. και Κολ. 1,20 & Ιω. 16,33), εν τη ενότητι του Σώματός Του και του Ταμείου του Πνεύματος, που είναι η Εκκλησία. Η τελική βέβαια και μόνιμη ειρήνη του Θεού, η ειρήνη του Πάσχα, θα λάμψει κατά την Εσχάτη Ημέρα της Έλευσης του Χριστού, οπότε θα κρίνει ζώντες και νεκρούς και θα αποκαταστήσει τη βασιλεία του Θεού. 

Στη συνέχεια ο Ιησούς, αφού φύσηξε στα πρόσωπά τους, τους λέγει: Λάβετε Πνεύμα Άγιο. Σε όποιους συγχωρήσετε τις αμαρτίες, θα τους είναι συγχωρημένες. Σε όποιους τις κρατήσετε ασυγχώρητες, θα κρατηθούν έτσι» (Ιω. 20,22-23). Δια του μυστηρίου επομένως της ιερωσύνης, χορήγησε ο Θεάνθρωπος ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΦΕΣΕΩΣ των αμαρτιών στους αποστόλους Του (και δι’ αυτών στους επισκόπους και ιερείς), δηλαδή στους ποιμένες της Εκκλησίας, και όχι γενικά στο ποίμνιο. Το ίδιο βλέπουμε να γίνεται και στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο: «Σας βεβαιώνω, λέγει ο Χριστός, πως ότι κρατήσετε ασυγχώρητο στη γη, θα είναι ασυγχώρητο και στον ουρανό. Και ό,τι συγχωρήσετε στη γη, θα είναι συγχωρημένο και στον ουρανό» (18,18). Δια της μετανοίας-εξομολογήσεως δηλαδή διαφαίνεται η έννοια της Εκκλησίας ως πνευματικού νοσοκομείου και όχι ιδεολογίας και ότι μέσω της μετανοίας επανευρίσκεται η χαμένη κοινωνικότητα του ανθρώπου.   

Ο ΘΩΜΑΣ, ένας από τους δώδεκα αποστόλους, απουσίαζε κατά την πρώτη συνάντηση του Ιησού με τους μαθητές, και όταν του είπαν ότι τους εμφανίστηκε έδειξε δυσπιστία και είπε ότι, αν δεν το δει με τα μάτια του και δεν ελέγξει τις πληγές Του, δεν θα το πιστέψει πως αναστήθηκε. Την επόμενη Κυριακή εμφανίστηκε με τον ίδιο τρόπο ο αναστημένος Ιησούς και κάλεσε αυτή τη φορά τον Θωμά να ψηλαφίσει τις πληγές Του, για να δει ότι είναι πράγματι ο ίδιος. «Μην αμφιβάλεις και πίστεψε», του λέγει. Ο Θωμάς απέβαλε τον αρχικό σκόπελο της πτωτικής λογικής και με δάκρυα στα μάτια, και γονατίζοντας μπροστά Του, ξεσπά με τα θαυμάσια λόγια: «ΕΙΣΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΜΟΥ» (Ιω. 20,28). Αυτή ήταν και είναι η πίστη της Εκκλησίας για τον Χριστό, όπως πολύ ωραία το γράφει η Α΄ Ιωάννου: «Είμαστε ενωμένοι με τον αληθινό Θεό μέσω του Υιού Του, του Ιησού Χριστού. Αυτός είναι ο αληθινός Θεός, αυτός είναι η αιώνια ζωή. Παιδιά μου, φυλαχθείτε από τους ψεύτικους θεούς» (5,20).  

Η Ανάσταση του Κυρίου είναι πνευματική ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ εμπειρία και όχι ιδεολογική σύλληψη. Οι εμφανίσεις του αναστάντος πραγματοποιήθηκαν στην εκκλησιαστική κοινότητα και όχι κατά μόνας, δεν αποτελούν δηλαδή ατομικές εμπειρίες. Ο Θωμάς είναι ο άνθρωπος που έχει ανάγκη την προσωπική συνάντηση με τον Χριστό και την εμπειρική επαλήθευση των όσων πιστεύει. Ο Χριστός το αναγνωρίζει αυτό, αρνείται εξάλλου την ιδεολογική πίστη, γι’ αυτό και δεν ‘μαλώνει’ τον Θωμά. Τον διορθώνει όμως όταν του λέγει ότι ανώτερη από δω και πέρα θα είναι η καρδιακή πίστη και η εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν, ακόμη κι όταν δεν θα είναι πια ορατά κοντά τους. Αρκεί πλέον, είναι σαν να του λέγει, η Παράδοση και εμπειρία της Εκκλησίας για να πιστέψει κανείς. Δεν χρειάζονται τόσο τα προσωπικά θαύματα και η ορθολογιστική αυτοψία, αφού αυτά είναι αναγκαία στους αδύναμους ως προς την πίστη και προς το κήρυγμα της Εκκλησίας. Εξάλλου με τη Θεία Ευχαριστία, ο Κύριος ζει μέσα στους πιστούς, δια του Αγίου Πνεύματος και καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας.

Η ευαγγελική περικοπή καταλήγει γράφοντας πως «Ο Ιησούς έκανε βέβαια και άλλα θαύματα μπροστά στους μαθητές Του, ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΓΡΑΜΜΕΝΑ σ’ αυτό εδώ το βιβλίο. Αυτά όμως γράφτηκαν για να πιστέψετε πως ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, και πιστεύοντας να έχετε δι’ αυτού τη ζωή» (Ιω. 20,30-31).  Οι απόστολοι επομένως μετέδωσαν πολύ περισσότερα δια στόματος απ’ όσα καταγράφτηκαν στα Ευαγγέλια. Αυτό λέγεται ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗ και έχει το ίδιο κύρος στην Ορθοδοξία με την Αγία Γραφή. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης, στη δεύτερη (και στην Γ΄) επιστολή του γράφει: «Έχω πολλά ακόμα να σας γράψω. Δεν θέλησα όμως να το κάνω με χαρτί και μελάνι. Ελπίζω να σας επισκεφθώ και να τα πούμε από κοντά…» (στίχ. 12 & Γ΄ Ιω. στίχ. 13,14). Πολλές αλήθειες λοιπόν διασώθηκαν προφορικά, μέσω της λειτουργικής ζωής, του αρχικού κηρύγματος και αργότερα καταγράφτηκαν από τους Πατέρες και αγίους της Εκκλησίας και έμειναν ως απαραίτητο πνευματικό κτήμα της Εκκλησίας. Το γεγονός επισημαίνει ο απόστολος Παύλος, όταν λέγει: «Σας παραγγέλλουμε …. να αποφεύγετε κάθε αδελφό που είναι αργόσχολος και δε ζει σύμφωνα με την ΠΑΡΑΔΟΣΗ που ΠΑΡΕΛΑΒΕ ΑΠΟ ΜΑΣ» (Θεσσαλ. Β΄, 3,6). Σε άλλο σημείο ο Παύλος γράφει στους Κορινθίους: «Σας υπενθυμίζω αδελφοί το ευαγγέλιο που σας κήρυξα, το οποίο και παραλάβατε, στο οποίο και στέκεστε, δια του οποίου και σώζεστε, αν το κρατάτε στερεά, όπως σας το κήρυξα, εκτός αν μάταια πιστέψατε» (Α΄ Κορ. 15,1-2). Περί ποίου μηνύματος σωτηρίας ομιλεί ο Παύλος, αφού δεν είχε γραφεί ακόμη κανένα Ευαγγέλιο; Ακόμη: Μήπως καταγράφτηκαν κάπου οι διδασκαλίες και νουθεσίες του προς τους πρεσβυτέρους της Εφέσου, τους οποίους νυχθημερόν με δάκρυα στα μάτια ΔΙΔΑΣΚΕ ΓΙΑ ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ; (Πράξ. 20,31). Όχι βέβαια! Μετεδόθησαν στην πρώτη Εκκλησία προφορικά, και πολλά άλλωστε από τα λόγια του Χριστού και των αποστόλων χάθηκαν. Διότι την Εκκλησία και τους πιστούς πρωτίστως ενδιέφερε να ζήσουν εμπειρικά το θείο μήνυμα και τις ζωηφόρες εντολές του Χριστού, τους ενδιέφερε η άμεση πνευματική κοινωνία με το Θεό, ενώ για λόγους ανάγκης (διδαχής αλλά και αντιαιρετικής προστασίας των πιστών) κατεγράφησαν αργότερα τα σπουδαιότερα σημεία της ζωής και του έργου του Κυρίου.

Σαφώς λοιπόν πρόκειται για προφορικές αλήθειες-διδαχές, που μετέδιδαν οι απόστολοι περί του Θεού και της σωτηρίας μας –ιδιαίτερα για τον σταυρό και την ανάσταση του Κυρίου- και που ονομάστηκε αγία Παράδοση. Αργότερα το κήρυγμα των αποστόλων καταγράφτηκε, όπως προείπαμε, για πρακτικούς, απολογητικούς, ποιμαντικούς και κατηχητικούς λόγους. Υπενθυμίζουμε την κατάληξη σχεδόν της αποχαιρετιστήριας ομιλίας του αποστόλου των εθνών προς τους πρεσβυτέρους της Εφέσου, όταν αναφέρει πως πρέπει να ενθυμούνται τα λόγια του Κυρίου Ιησού «ΠΟΥ ΕΙΠΕ ΑΥΤΟΣ Ο ΙΔΙΟΣ: “ΕΙΝΑΙ ΕΥΤΥΧΕΣΤΕΡΟ ΝΑ ΔΙΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΠΑΙΡΝΕΙ” (Πράξ. 20,35). Τα συγκεκριμένα λόγια του Ιησού δεν βρίσκονται πουθενά καταχωρημένα στα Ευαγγέλια. Άρα αντλεί ο Παύλος από την προφορική παράδοση της Εκκλησίας. Μην ξεχνάμε ακόμη: (α) ότι ο Χριστός «παρουσιάστηκε ζωντανός μετά τον θάνατό Του σ’ αυτούς (τους μαθητές Του) με πολλές αποδείξεις. ΓΙΑ 40 ΗΜΕΡΕΣ τούς εμφανιζόταν ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΙΛΟΥΣΕ σχετικά με τη βασιλεία του Θεού» (Πράξ. 1,3), χωρίς να έχει καταγραφεί στην Καινή Διαθήκη το παραμικρό από το περιεχόμενο των λόγων Του (το οποίο βεβαίως έγινε πνευματικό κτήμα των αποστόλων), και (β) τα λόγια του ευαγγελιστή Ιωάννη, όταν λέει: «Υπάρχουν κι άλλα πολλά που έκανε ο Ιησούς, που αν γραφτούν ένα προς ένα, ΟΥΤΕ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΟΛΟΚΛΗΡΟΣ δε θα χωρούσε νομίζω τα βιβλία που θα ‘πρεπε να γραφτούν» (Ιω. 21,25).



Επισημαίνουμε ακόμη και τα εξής:

Η ζωή πολλών ανθρώπων κινείται μεταξύ πίστεως και απιστίας, αποδοχής των μυστηρίων του Θεού και αμφιβολίας. Η ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ από μόνη της δεν αποτελεί πάντα κάτι το αρνητικό. Αν είναι γόνιμη τότε προβληματίζει θετικά τον άνθρωπο και, αντιμετωπιζόμενη εκκλησιοκεντρικά και μυστηριακά, μπορεί να οδηγήσει στη βαθειά πίστη και κατά χάριν γνωριμία με τον Θεάνθρωπο, όπως έγινε με τον Θωμά. Διαφορετικά, όταν η αμφιβολία αυτονομείται από την Κοινότητα των πιστών, οδηγεί στην απόρριψη και την απιστία. Ο Θωμάς εμπιστεύτηκε την αλήθεια της Εκκλησίας, των άλλων μαθητών και την αποκάλυψη του Θεού, γι’ αυτό αξιώθηκε να γευτεί και την προσωπική αποκάλυψη ότι ο Χριστός είναι Θεός και Κύριος. Τόσο ο Πέτρος (που τον αρνήθηκε τρεις φορές), όσο και ο Θωμάς (που φάνηκε δύσπιστος στην Ανάστασή Του) είχαν το θάρρος να μείνουν εν μετανοία στο ποίμνιο του Χριστού και μετείχαν και πάλι της Θείας Χάριτος όπως οι υπόλοιποι μαθητές [και οι άλλοι μαθητές επίσης δεν πίστεψαν εξαρχής. Δεν ήσαν πιο πιστοί από τον Θωμά, όπως φαίνεται στα ιερά κείμενα]. Ταπεινώθηκαν και καταστάθηκαν σκεύη εκλογής. Αντίθετα, ο Ιούδας προτίμησε την απομόνωση, την διανοητική αίρεση, την απομάκρυνση από τη θεία λατρεία και φυσικά από τη Θεία Χάρη.

   Εκεί που θεραπεύονται, με την εμφάνιση και τη Χάρη του Αναστημένου, η αρχική ολιγοπιστία, ο φόβος, η δειλία –αισθήματα που παίδευαν τους αποστόλους μετά τον θάνατο του Ιησού- εκεί τα γεγονότα είναι αληθινά και δεν χωρούν παραισθήσεις. Ο αναστάς Κύριος εμφανίζεται και δίνει παρηγοριά και θάρρος, φυγαδεύει την προσωπική αποτυχία, τα αισθήματα εγκατάλειψης, επουλώνει τραύματα, εγκαινιάζει τη νέα ζωή των εσχάτων, πάντοτε ιστορικά, υπαρξιακά και πνευματικά, όχι μυθιστορηματικά, γεγονός που φανερώνει η μετέπειτα ΠΛΗΡΩΣ ΑΛΛΑΓΜΕΝΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΤΟΥ, όπως φαίνεται στις Πράξεις των Αποστόλων. Ο Χριστός άλλωστε, που είναι η Αυτοζωή, είχε αναστήσει τον τετραήμερο νεκρό Λάζαρο και με την Μεταμόρφωσή Του οδήγησε την Πρώτη Εκκλησία Του στο νόημα της χριστιανικής ζωής: «Θαρσείτε. Ο Κύριος ζει!» Το νόημα της ζωής βρίσκεται: Στην προσωπική και πνευματική αναγέννηση, στην Χριστοκεντρική ερμηνεία της καθημερινότητάς μας, στην έλευση του Παρακλήτου ώστε να φωτίσει τις σκοτεινές πτυχές και να διώξει τους μύχιους φόβους μας, στην μυστηριακή ένωση με τον Κύριο, στο ξεπέρασμα του θανάτου και τη χαρά της αναστάσεώς μας, και τέλος, στην προσμονή της αιώνιας ζωής και την χαρισματική ένωση των εν μετανοία και εν καθάρσει ζώντων πιστών με τον αναστάντα Θεάνθρωπο.

Τέλος, το θάρρος, η επιμονή, η υπομονή, και η μετάνοια είναι που σώζουν τον άνθρωπο. Η απιστία στα δύσκολα δείχνει δειλία και ανευθυνότητα. Ο Χριστός αναζητεί φίλους, αδελφούς, αλλά και αγωνιστές στο όνομά Του: «Όποιος με απαρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, θα τον απαρνηθώ κι εγώ μπροστά στον ουράνιο Πατέρα μου» (Ματθ. 10,33). Η βοήθειά Του στα δύσκολα χρόνια που ζούμε παραμένει, από τότε, αμείωτη: «Θα είμαι μαζί σας πάντα, μέχρι τη συντέλεια του κόσμου» (Ματθ. 28,20), αναφέρει ο ίδιος. Η ζωντανή πίστη είναι καθημερινός αγώνας. Σκέπη και θεία αρωγή παραμένει όμως ο αναστάς Θεάνθρωπος: «Όπου δύο ή τρεις είναι ΣΥΝΑΓΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ, εκεί είμαι κι εγώ ανάμεσά τους» (Ματθ. 18,20). Συναγμένοι πού; Στο Σώμα Του φυσικά, δηλαδή στην Εκκλησία, όχι στην απομόνωση, όχι στον ατομικό διαλογισμό, αλλά στην μεταμορφωμένη δια της αγάπης και των μυστηρίων καθημερινή ζωή των πιστών.



{Τα κεφαλαία γράμματα σε όλα τα αγιογραφικά κείμενα που χρησιμοποιήθηκαν είναι δικά μας}



Βοηθήματα

‘Η Ψευδώνυμος Γνώσις’, Μιχαήλ Γ. Χούλη, Στερέωμα, Θεσσαλονίκη

‘Λεξικό Βιβλικής Θεολογίας’, λήμμα ‘Ειρήνη’, Άρτος Ζωής, Αθ. 1980

‘Κήρυγμα και Θεολογία’, τόμ. β΄, Γεωργίου Πατρώνου, Αποστολική Διακονία, 2003

‘Κυριακοδρόμιο’, Άρτος Ζωής, Αθ. 2011

‘Ο Χριστός και ο καινούριος κόσμος του Θεού’, Νικολάου Νευράκη, Αθ. 1989



Εικόνα, από: xristianos.gr

Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

Ο μοναχός που δέχτηκε το χαστούκι και νίκησε τον διάβολο!

1
Ἡ ταπεινοφροσύνη στολίζει τὸν ἄνθρωπο. Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος ὅπου καὶ ἂν σταθεῖ, ὅπου καὶ ἂν βρεθεῖ, σκορπάει μία κατὰ κάποιο τρόπο μυστηριώδη χάρη καὶ γίνεται ἀγαπητὸς καὶ προσφιλής.

Τὴν ταπείνωσιν οἱ δαίμονες τὴν τρέμουν, ὅπως ἀκριβῶς συνέβη καὶ μὲ ἕνανὑποτακτικόν: Ἕνας Χριστιανὸς εἶχε μία κόρη δαιμονισμένη καὶ τὴν ἐπῆγε σὲπολλοὺς γιατροὺς ἀλλὰ δὲν βρῆκε τὴν θεραπεία της. Αὐτὸς ὁ Χριστιανὸς εἶχε ἕναφίλο, πνευματικὸ ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος εἶχε σχέση μὲ τοὺς μοναχούς, καὶ λέγοντάςτου τὸ παράπονο, τὸν πόνο του γιὰ τὸ κορίτσι του, τοῦ λέγει ἐκείνος• «Τὸ παιδίσου θὰ βρεῖ θεραπεία μόνον ὅταν καλέσεις ἕνα μοναχό, ὑποτακτικό, καὶ ἔλθει στὸσπίτι σου καὶ κάνει μίαν εὐχούλα, θὰ ἰδεῖς ἀμέσως τὸ παιδί σου θὰ γίνει καλά.
— Καὶ ποῦ θὰ τὸν βρῶ ἐγὼ αὐτὸν τὸν μοναχό;
— Νά! Κάτω στὴν ἀγορὰ κατεβαίνουν, λέγει, ἀπὸ τὴν ἔρημο νεώτεροιὑποτακτικοὶ μοναχοὶ καὶ πωλοῦν διάφορα ἐργόχειρα. Σ’ ἕνα τέτοιο μοναχὸ πὲς του• «Ἔλα στὸ σπίτι νὰ σοῦ πληρώσω τὰ ἐργόχειρα, διότι τώρα ἐπάνω μου δὲνἔχω χρήματα». Καὶ πές του νὰ σοῦ κάνει μία εὐχὴ καὶ θὰ δεῖς ὅτι τὸ παιδί σου θὰγίνει καλά.
Αὐτὸς ἀμέσως τὸ πρωὶ κατεβαίνει στὴν ἀγορὰ• βλέπει ἕνα νέο μοναχὸ νὰ πωλεῖδιάφορα, ἐκεῖ, ἐργόχειρα.
Τοῦ λέει: Πάτερ, πόσο τὰ δίνεται αὐτά;
— Τόσο. Εἶπε ὁ μοναχός.
— Μπορεῖς νὰ ἔλθεις μέχρι τὸ σπίτι νὰ σὲ πληρώσω, γιατί ἐπάνω μου δὲν ἔχω χρήματα;
— Ἔρχομαι, λέγει.
Καὶ ἀφοῦ προχωροῦσαν πρὸς τὸ σπίτι καὶ πλησίαζαν, ὁ διάβολος μυρίστηκε τὸπράγμα, ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα του νὰ πάρει τὸ ἐξιτήριό του καὶ νὰ φύγει ἀπὸ τὸνἄνθρωπο, ἑτοιμάστηκε καὶ αὐτός. Καὶ μπαίνοντας ὁ μοναχὸς μέσα στὸ σπίτι, τὸνἀπαντᾶ ἡ κόρη καὶ σηκώνει τὸ χέρι καὶ τοῦ δίνει ἕνα ράπισμα, τοῦ μονάχου. Αὐτός, ὁ μοναχός, γύρισε καὶ τὴν ἄλλη πλευρὰ τοῦ προσώπου καὶ τοῦ δίνει καὶἀπ’ ἐκεῖ ἕνα ράπισμα, καὶ ἀμέσως ἡ κόρη ἔπεσε κάτω καὶ ἔβγαζε ἀφρούς. Καὶ στὸτέλος, φεύγοντας τὸ δαιμόνιο εἶπε, ὅτι ἡ ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ μὲ βγάζει καὶ μὲδιώχνει. Καὶ ἀμέσως τὸ παιδὶ ἔγινε καλά.
Ὁ ὑποτακτικὸς αὐτός, ἀπὸ τὴν πράξη αὐτὴ φαίνεται ὅτι ἦταν ἕνας προοδευμένος, ἕνας πετυχημένος μοναχὸς ὁ ὁποῖος ὁπωσδήποτε θὰ εἶχεἐξασκηθεῖ στὴν παιδεία καὶ στὴ θεραπεία τῆς ψυχῆς του.
Στὴν προσευχή μας πάντοτε νὰ παρακαλοῦμε καὶ νὰ δεόμεθα τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶςἁπαλλάττη ἀπ’ αὐτὸ τὸ θηρίο, τὸν ἐγωισμόν, καὶ νὰ μᾶς χαρίζη τὴν ἁγίανταπείνωσιν τῆς ψυχῆς.

Πηγή Ιστολόγιο : Με παρρησία

Σάββατο 2 Μαΐου 2015

Ερμηνευτική ανάλυση της αποστολικής περικοπής της Κυριακής του Παραλύτου. - Ερμηνευτικά Σχόλια στις Πράξεις των Αποστόλων (8ον) - (Αρχιμ. Παύλου Δημητρακόπουλου)

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
Ερμηνευτική ανάλυση της αποστολικής περικοπής της Κυριακής του Παραλύτου.
Εν Πειραιεί τη 2α Μαΐου 2015.
(8ον)
Συνεχίζοντες την ερμηνευτικήανάλυση της αποστολικής περικοπής της Κυριακής του Παραλύτου και σαν συνέχεια των όσων εσημειώσαμε στην προηγούμενη δημοσίευση, προχωρούμε στην ερμηνεία των επομένων στίχων της περικοπής.

«Εγένετο δε εν ταις ημέραις εκείναις ασθενήσασαν αυτήν αποθανείν. Λούσαντες δε αυτήν έθηκαν εν υπερώω» (37). Συνέβη δε κατά τις ημέρες εκείνες που ο Πέτρος ήταν στη Λύδδα, η Δορκάς να αρρωστήσει. Και λέγουν οι Πατέρες, ότι οι χριστιανοί της Ιόππης δεν έστειλαν αμέσως άνθρωπο να καλέσουν από την Λύδδα τον Πέτρο να έλθει να θεραπεύσει την Δορκάδα, για να μην τον ανακόψουν από το ιεραποστολικό του έργο, το οποίο είναι σοβαρό, έχει μια προτεραιότητα και αξίζει πάνω από την σωματική υγεία και από κάθε άλλη προσφορά. Ωστόσο μετά την ασθένειά της η Ταβιθά πέθανε και αφού την έλουσαν την έβαλαν στο υπερώο. Το να λούζουν τον νεκρό ήταν συνήθεια των ελλήνων. Οι Εβραίοι δεν είχαν τέτοια συνήθεια, διότι δεν το βλέπουμε πουθενά στην Παλαιά Διαθήκη. Φρόντιζαν να θάβουν αμέσως μετά τον θάνατο το νεκρό, όπως στην περίπτωση του Ανανία και την Σαπφείρας, αλλά εδώ στην προκειμένη περίπτωση τήρησαν το ελληνικό έθιμο, που ίσως να το συνήθιζαν στα μέρη αυτά. Και αφού την έλουσαν, την έβαλαν στο υπερώο δηλαδή στην ταράτσα του σπιτιού. Εκεί συνήθιζαν λόγω της ευρυχωρίας να συγκεντρώνονται, για να κάνουν τις προσευχές τους, τις εορτές τους κ.λ.π. Την έβαλαν δε στην ταράτσα και δεν την έθαψαν αμέσως, διότι σκέφθηκαν να καλέσουν τον Πέτρο. Αυτή η απόφασή τους κρύβει την θερμή πίστη τους προς τον Χριστό και την πεποίθησή τους, ότι ο Πέτρος μπορεί με την δύναμη του Χριστού να την αναστήσει.
   «Εγγύς δε ούσης Λύδδης τη  Ιόππῃ οι μαθηταί ακούσαντες, ότι Πετρος εστίν εν αυτή, απέστειλαν δύο άνδρας προς αυτόν παρακαλούντες μη οκνήσαι διελθείν έως αυτών (38).Αναστάς δε Πέτρος συνήλθεν αυτοίς, ον παραγενόμενον ανήγαγον εις το υπερώον, και παρέστησαν αυτώ πάσαι αι χήραι κλαίουσαι και επιδεικνύμεναι χιτώνας και ιμάτια όσα εποίει μετ  αυτών ούσα η Δορκάς» (39). Επειδή δε η Λύδδα ήταν κοντά στην Ιόππη, (απείχε μόλις 15 χιλιόμετρα), έστειλαν δύο άνδρες να τον παρακαλέσουν να μην αμελήσει, να μην καθυστερήσει, να έλθει μέχρις αυτών. Ήταν ανάγκη να έλθει αμέσως, διότι αν όλες οι υποθέσεις σηκώνουν αναμονή, το πτώμα δεν σηκώνει αναμονή. Σε λίγο θα αρχίσει να αποσυντίθεται και να μυρίζει με αφόρητη δυσοσμία. Πράγματι δε ο Πέτρος δεν αμέλησε αλλά αμέσως σηκώθηκε και ήρθε στην Ιόππη, συνοδευόμενος από τους δύο αυτούς άνδρες. Και όταν έφθασε τον οδήγησαν στο υπερώο, όπου βρισκόταν το σκήνωμα της Δορκάδος. Εκεί βρέθηκε μπροστά σ’ ένα πλήθος πιστών, ανάμεσα στους οποίους ήταν πολλές χήρες, προφανώς μέλη της τοπικής εκκλησίας της Ιόππης, οι οποίες έκλαιγαν, όχι βέβαια με απαρηγόρητο κλάμα, όπως κλαίνε σήμερα πολλοί άπιστοι και άθεοι, «οι μη έχοντες ελπίδα» (Α΄ Θεσαλ. 4,13), όταν χάσουν τα αγαπητά τους πρόσωπα. Ήταν  ένα κλάμα αγάπης και ευγνωμοσύνης, διότι αποχωρίσθηκαν, έστω πρόσκαιρα, από ένα πρόσωπο που ήταν αγαπητό σ’ αυτές, και γενικότερα σ’ όλη την τοπική εκκλησία της Ιόππης. Και ήταν αγαπητό διότι, όπως λέγει παρά κάτω, έδειχναν στον Πέτρο χιτώνες και ιμάτια, που κατασκεύαζε η Δορκάδα και τα χάριζε στις φτωχές αυτές γυναίκες. Βέβαια τα ρούχα αυτά δεν τα κρατούσαν στα χέρια τους, αλλά τα φορούσαν στο σώμα τους. Ο χιτώνας, είναι το εσωτερικό ένδυμα που φορούσαν την εποχή εκείνη, ενώ το ιμάτιο, το εξωτερικό. Η Δορκάδα λοιπόν ήταν ένας άνθρωπος, που είχε το χάρισμα της έμπρακτης αγάπης και φιλανθρωπίας. Είχε ευεργετήσει πολλούς ανθρώπους και με πολλούς τρόπους, είτε προσφέροντας χρήματα, είτε είδη ρουχισμού, είτε είδη διατροφής, ιδιαίτερα όμως φρόντιζε τις χήρες και τα ορφανά, διότι αυτές έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Οι ταπεινές αυτές γυναίκες τόσο με το κλάμα τους όσο και με τα ιμάτια που δείχνουν, διαλαλούν με τον καλύτερο τρόπο τον πλούτο της αγάπης της Δορκάδος, και εκφωνούν τον καλύτερο επικήδειο λόγο προς αυτήν. Τα καλά έργα που κάνουμε εμείς, δεν πρέπει να τα διαλαλούμε, επιβάλλεται όμως να μιλούμε για τα καλά έργα και τις ευεργεσίες των άλλων, διότι έτσι οικοδομείται ο πιστός λαός του Θεού. Τα πρόσωπα αυτά γίνονται παράδειγμα προς μίμηση για όλους μας.
 «Εκβαλών δε έξω πάντας ο Πέτρος θεις τα γόνατα προσηύξατο, και επιστρέψας προς το σώμα είπε, Ταβιθά, ανάστηθι. Η δε ήνοιξε τους οφθαλμούς αυτής και ιδούσα τον Πέτρονανεκάθισε» (40). Ο Πέτρος τους έβγαλε όλους έξω από το υπερώο. Γιατί άραγε; Όπως ερμηνεύουν οι Πατέρες, πρώτον μεν για να μιμηθεί τον Κύριο, ο οποίος σε παρόμοια περίπτωση, στην ανάσταση της θυγατρός του Ιαείρου, έκαμε το ίδιο. Επίσης διότι ήθελε να αφοσιωθεί στην προσευχή, να επικοινωνήσει απερίσπαστα με τον Θεό. Χρειαζόταν ένα ήσυχο χώρο, μακρυά από τα κλάματα και τις φωνές, προκειμένου να ζητήσει από τον Κύριο την επέμβασή του. Η ανάσταση δεν είναι έργο του Πέτρου, αλλά του Χριστού. Ο Πέτρος ενεργεί όχι αυτόνομα, αλλά κατευθυνόμενος και εξαρτώμενος από τον Κύριο και ό,τι κάνει, το κάνει με την δύναμη του Κυρίου. «Θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο». Προσεύχεται γονατιστός, μιμούμενος και εδώ τον Κύριο, ο οποίος στον κήπο της Γεθσημανή, ολίγον πρό του πάθους, προσευχήθηκε γονατιστός στον Πατέρα του. Και ο απ. Παύλος πολλές φορές προσευχόταν γονατιστός, όπως αναφέρει στις επιστολές του. Η γονυκλισία είναι η ωραιότερη και ιερότερη στάση προσευχής. Η στάση αυτή μας βοηθάει να συγκεντρωθούμε καλύτερα και να αφοσιωθούμε απερίσπαστα στα λόγια της προσευχής. Στη συνάφεια αυτή καλό είναι, να πούμε λίγα λόγια για το θέμα της γονυκλισίας στη Θεία Λειτουργία της Κυριακής. Υπάρχουν Ιεροί κανόνες (20ος της Α΄ και 90ος της Πενθέκτης), που λέγουν ότι δεν επιτρέπεται η γονυκλισία κατά την ημέρα της Κυριακής. Το ορθό είναι λοιπόν, να μην γονατίζουμε στα «σα εκ των σών», εκτός αν γίνεται χειροτονία κληρικού, ή στον εσπερινό της Πεντηκοστής. «Καὶ επιστρέψαςπρὸςτὸ σώμα…». Αφού τελείωσε την προσευχή, με την βεβαιότητα ότι ο Κύριος θα κάνει το θαύμα, επιστρέφει στο νεκρό σώμα και λέγει «Ταβιθά ανάστηθι». Και αμέσως έγινε το θαύμα. Όπως γυρίζουμε  τον διακόπτη και αμέσως έρχεται το ρεύμα, έτσι ήρθε η ψυχή της Ταβιθά πίσω στο σώμα της και επανήλθαν όλες οι λειτουργίες της ζωής στο σώμα της. Άνοιξε τα μάτια της σαν να βρισκόταν σε κατάσταση ύπνου και αφού είδε τον Πέτρο ανεκάθισε.
«Δους δε αυτή χείρα ανέστησεν αυτήν, φωνήσας δε τους αγίους και τας χήρας παρέστησεν αυτήν ζώσαν (41). Γνωστόν δε εγένετο καθ  όλης της  Ιόππης, και πολλοί επίστευσαν επί τον Κύριον» (42). Στη συνέχεια ο Πέτρος της έδωσε το χέρι και την ανέστησε, δηλαδή την σήκωσε όρθια. Βέβαια μπορούσε να σηκωθεί και μόνη της, αλλά εδώ της έδωσε το χέρι για να την καλωσορίσει στη ζωή, για να την χαιρετίσει, όπως εμείς χαιρετούμε κάποιον που έρχεται από ένα μακρυνό τόπο. Στη συνέχεια φώναξε όλους τους αγίους, δηλαδή τους πιστούς και ιδιαίτερα τις χήρες, για να χαρούν όλοι το χαρμόσυνο γεγονός. Το θαύμα, όπως ήταν φυσικό, διαδόθηκε ταχύτατα σ’ όλη την Ιόππη και τα περίχωρα από στόμα σε στόμα. Έγινε δε αφορμή να πιστεύσουν στο  Χριστό πολλοί Εβραίοι, που κατοικούσαν στην περιοχή αυτή. Αυτός άλλωστε ήταν ο σκοπός του θαύματος και γενικά όλων των θαυμάτων, που έκαναν οι απόστολοι. Την εποχή εκείνη υπήρχε ανάγκη να γίνονται πολλά τέτοια θαύματα, για να βοηθηθούν οι άνθρωποι να πιστεύσουν στο Χριστό. Σήμερα δεν γίνονται παρόμοια θαύματα, τουλάχιστον όπως την εποχή εκείνη, παρά μόνον σε σπάνιες περιπτώσεις από οριμένους χαρισματούχους και αγίους γέροντες. Και τούτο διότι δεν υπάρχει ανάγκη θαυμάτων. Σήμερα κάθε καλοπροαίρετος άνθρωπος μπορεί να οδηγηθεί στην πίστη, έχοντας υπ’ όψη του όλα τα προηγηθέντα μέχρι σήμερα θαύματα, αλλά και το θαύμα της διαδόσεως και επεκτάσεως του Χριστιανισμού σ’ όλο τον κόσμο επί 2000 χρόνια, παρά τους μεγάλους διωγμούς και τους φοβερούς πόλεμους, που συνάντησε από τους εχθρούς της.