Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

Ελευθερία και τρόπος ύπαρξης στην Ορθοδοξία Πρωτ. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου 5η παιδαγωγική Ομιλία περί «Ορθόδοξης Ελευθερίας»


Ο π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος διετέλεσε επί πολλά έτη υπεύθυνος του γραφείου εξωτερικής ιεραποστολής της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το παρακάτω κείμενο από την ομιλία του, διασώζει την εγγύτητα του προφορικού λόγου, αλλά παράλληλα, όπως θα παρατηρήσετε, διατυπώνει τις σκέψεις του με τρόπο κάπως ασυνήθιστο για γραπτό κείμενο. Διαβάζοντάς το λοιπόν, θα πρέπει να έχετε στο μυαλό σας ότι πρόκειται για ΟΜΙΛΙΑ, και έτσι να το εννοήσετε, ώστε να γίνει καλύτερα κατανοητό.

Γενικά - ο ρόλος της Θεολογίας

Θυμάστε όλοι πως η ανάλυση που κάναμε φέτος, έχει αυτόν τον γενικό τίτλο -που φαίνεται και παράξενος καμιά φορά, και πολύ ιδεαλιστικός-, αλλά για τον χώρο της ζωής μας, (δεν λέω απλώς μόνο για τον χώρο της Ορθοδοξίας), το θέμα της ελευθερίας είναι πάρα πολύ μεγάλο γιατί η διεστραμμένη αντίληψη της ελευθερίας μπορεί να οδηγήσει σε δεκάδες παρενέργειες, και προσωπικές και κοινωνικές.
Και εξάλλου δεν υπάρχει θρησκεία του κόσμου ή ιδεολογία ή φιλοσοφία που να μην ασχολήθηκε έτσι ή αλλιώς με το θέμα της ελευθερίας. Άλλοι έγειραν προς την απόλυτη άναρχη ελευθερία, άλλοι έγειραν προς την δέσμευση της ελευθερίας. Και η Ορθοδοξία έχει τις λεπτεπίλεπτες ισορροπίες οι οποίες, σε τελική ανάλυση, δεν είναι απλώς θεολογικοί προσδιορισμοί. Κι αυτά που αναλύω εδώ δεν είναι απλώς θεολογικοί προσδιορισμοί.
Προσπαθώ όπως θα καταλάβετε, εξ’ άλλου, να γίνομαι τελείως πρακτικός, προσεγγίζοντας μερικά θέματα και σε πρακτικές εκφράσεις. Παρ’ όλο που κάτι πρακτικό από μόνο του, και πρακτικές απαντήσεις να δώσεις, αν δεν έχει θεολογία δεν θα έχει απαντήσεις. Έτσι και μια θεολογία  που δεν έχει μια πρακτική εφαρμογή δεν είναι θεολογία. Πάντοτε η πράξη καταυγάζεται από μια θεολογία -μην σας «φοβίζει» η λέξη- και πάντα η θεολογία έχει αποτέλεσμα μια πράξη. Γι’ αυτό μελετούμε και σπουδάζουμε την θεολογία, και γι’ αυτό οι Πατέρες της Εκκλησίας έδωσαν τόση πολλή έμφαση στις θεολογικές διεργασίες επισήμως, όχι σαν ένα κουλτουριάρικο μέγεθος με το οποίο ασχολήθηκαν «έτσι», για να κάνουν και αυτοί κάτι μέσα στον χώρο της Εκκλησίας και να μην πουν ότι είναι αφιλοσόφητοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Δηλαδή δεν επηρεάστηκαν από το παράλληλο των Πυθαγορείων «μηδείς αγεωμέτρητος εισείτω», που σημαίνει ότι αν κάποιος δεν ήξερε γεωμετρία, δεν εισερχόταν στον χώρο της Πυθαγορείου φιλοσοφίας. Και δεν προσπάθησαν οι Πατέρες, απλώς, για  να αποκτήσουν και αυτοί κάποια αίγλη ανθρώπινης σκέψης, και οιωνοί, δηλαδή φιλοσοφίας, να πούνε ότι «και μεις ασχολούμαστε με τέτοια πράγματα». Είναι ανάγκη ζωής, και αυτή η ανάγκη ζωής έχει αποτέλεσμα για τα πάντα στη ζωή μας.
Γι’ αυτό, ό,τι γίνεται στη ζωή μας, στην πράξη της ζωής μας, ουσιαστικά πρέπει να έχει από πίσω ένα θεολογικό υπόβαθρο. Και ό,τι γίνεται σε γενικές διεργασίες μέσα στον χώρο της Εκκλησίας του κόσμου, αν δεν έχει θεολογικές ρίζες, οι απαντήσεις είναι λανθασμένες, και στα καθημερινά επίσης προβλήματα, σε ο,τιδήποτε βλέπετε ότι συναντούν οι άνθρωποι.
Έχω κάνει κάποιες προσεγγίσεις παλιότερα, ακόμη και γι’ αυτό το θέμα της λεγομένης «διαμάχης» των δύο Εκκλησιών, Φανάρι κ.τ.λ.. Χωρίς θεολογικές προϋποθέσεις -με νομικές, οποιεσδήποτε κοινωνικές σκέψεις- λύσεις δεν δίνει στα προβλήματα. Σε οποιαδήποτε προβλήματα.
Έτσι λοιπόν αυτό που κάνω εδώ είναι να μελετήσω βαθειά την θεολογία και να δίνω απαντήσεις πρακτικές. Θέλω μπαίνοντας σε αυτήν την σειρά των μαθημάτων να μπω σε μια πιο βαθειά και ενδελεχή  ανάλυση της ελευθερίας. Και πάλι, θα είναι μια πρακτική εφαρμογή.
 

Οι επιβολές στην ελευθερία του ατόμου

Να ξεκινήσω ανάποδα. Ζώντας μέσα σε μια κοινωνία, σε μια οποιαδήποτε κοινωνία, την ελλαδική κοινωνία, την ευρωπαϊκή κοινωνία, σε οποιαδήποτε άλλη κοινωνία αν ζούσαμε -ασιατικής μορφής, αφρικανικής μορφής, ή σε οποιοδήποτε άλλο επίπεδο-, οποιοσδήποτε κάτοικος ή συμμέτοχος της κοινωνίας αυτής ή χώρας, έχει πάνω του κάποιες επιβολές, την ώρα που γεννιέται. Μερικοί, μάλιστα, αντιδρούν με αυτές τις προϋπάρχουσες επιβολές.
Υπάρχουν οι κοινωνικές επιβολές, δηλαδή κάποια κοινωνικά ήθη και έθιμα. Όταν ζει κανείς μέσα στον χώρο του πρέπει να δεχτεί τέτοιες επιβολές. Μπορεί να είναι λανθασμένες, μπορεί να είναι σωστές. Μπορεί να είναι καλές αλλά μπορεί να μην είναι καλές. Αλλά υπάρχουν επιβολές, είναι δεδομένο. Υπάρχουνε, επίσης, οι νομικές επιβολές, οι αναφερόμενες στο νόμο. Καλές ή κακές αυτές οι επιβολές, πολλές δε φορές με καλές διαθέσεις. Και τέλος υπάρχουν και οι ηθικές επιβολές. Αυτό που λέμε «ηθική τάξη», «ηθικός νόμος». Και τα τρία, έτσι όπως τα καθορίζουμε για τα κοινωνικά δρώμενα, αποτελούν μια τραγικότητα. Γιατί είναι επιβολές!
Εκ προοιμίου, δηλαδή, ο άνθρωπος γεννιέται σε μια κοινωνία που έχει επιβολές και περιορισμούς. Φυσικά, τολμώ να πω -και το ξέρετε κι εσείς-, πως αν δεν υπήρχε η πτώση του ανθρώπου, δεν θα χρειαζόταν καμιά κοινωνική επιβολή, καμιά ηθική επιβολή, καμιά νομική επιβολή, ο άνθρωπος θα ήταν ελεύθερος εκ προοιμίου, όπως γεννήθηκε, όπως υπάρχει. Αλλά τώρα υπάρχουν αυτές οι επιβολές.
Εγώ όμως, σαν Ορθόδοξος, δεν μπορώ να τις θεωρήσω σαν δεδομένο κάλλος, το οποίο μπορεί να κρατήσει ισορροπίες στη ζωή μου. Και όχι μόνο δεν είναι κάλλος, αλλά καμιά φορά φέρνουν και αντίστροφα μεγέθη στην ζωή μου. Και φέρνουν και μερικές αντιδράσεις. Ηθικές λοιπόν, νομικές επιβολές, κοινωνικές επιβολές, που κατ’ ανάγκη «κάτι» συγκρατούν αλλά, κατά την σχετικότητα των λόγων του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, που λέει:
«Αυτό που λέτε εσείς καλό με ποιο μέτρο το μετράτε και το λέτε καλό; Μπορεί να’ ναι κακό. Και αυτό που λέτε εσείς κακό, με ποιο μέτρο το μετράτε και το λέτε κακό; Γιατί, μπορεί να είναι καλό».
Και θέτει ο Μάξιμος ο Ομολογητής θέμα μέτρου. Γιατί, όλες αυτές οι επιβολές -ηθικές, νομικές, κοινωνικές-, με ποιο μέτρο μετρούν το καλό και το κακό; Τι σημαίνει «ηθική»; Με ποιο μέτρο μετράνε την ηθική; Τι είναι η ηθική, δηλαδή; Ο νόμος με ποιο μέτρο μετράει το καλό; Έχει πολύ μεγάλη σημασία.
Ο Μάξιμος ο Ομολογητής το τινάζει στον αέρα αυτό το θέμα. Και θέτει προβληματισμό: για το «τι είναι καλό» και «τι είναι κακό». Αν δεν έχει καλό μέτρο και μου πείτε ότι, «δεν έχω καλό, παρά μίσος», είναι ανόητο. Και όλες αυτές οι επιβολές έχουν καταπίεση και μάλιστα, το λέει ο Μάξιμος ο Ομολογητής με άλλες λέξεις αλλά με γενικότερη Πατερική σκέψη: θέτει την τραγικότητα μιας τέταρτης επιβολής. Ανέφερα: ηθικής, νομικής, και κοινωνικής επιβολής. Θέτουν οι Πατέρες της Εκκλησίας έντονα, την τραγικότητα μάλιστα μια άλλης επιβολής, που λέγεται θρησκευτική επιβολή. Μπορεί μια θρησκεία να σου καθορίσει την ζωή σου. Και αναδύεται, εκεί πέρα, η τραγικότητα της θρησκείας.
Βλέπετε, τώρα, θέτω προβληματισμούς. Τινάζω δηλαδή, από την αρχή, βασικά θεμέλια της κοινωνίας μας, η ηθική, η νομική, το κοινωνικό και τινάζω στον αέρα, ακόμη, λέγοντας «τραγικότητα» τη λέξη «θρησκεία». Γιατί είναι επιβληθείσα σαν βία, πάνω σου, μια θρησκεία, και σου καθορίζει την ζωή. Δεν είσαι ελεύθερος. Και πάρα πολλοί σκεπτόμενοι άνθρωποι, ερχόμενοι σε μια αναζήτηση θρησκευτική, πολλές φορές τη θρησκεία την καταλαβαίνουν σαν περιορισμό της ελευθερίας τους. Και έχουνε δίκιο! Τότε τι έχουμε εμείς σαν Ορθόδοξοι; Ακουστέ τώρα πώς θα προσπαθήσω να ξεπεράσω αυτό το αδιέξοδο.
 

Ο τρόπος υπάρξεως ως αγάπη και έκφραση ελευθερίας στη πατερική Θεολογία

Η Ορθοδοξία δεν πιάνει το μέγεθος, αν είναι καλό, δηλαδή, αυτό που λέει η επιβολή ή όχι. Δεν λέει στην μητέρα, «καλό είναι αυτό που κάνεις στο παιδί σου, του επιβάλλεις κάτι για να το προστατεύσεις από μια παρενέργεια». Επειδή καταυγάζεσαι από ένα σύστημα σκέψης και η ηθική και η νομική και η κοινωνική επιβολή, είναι ένα σύστημα από το οποίο δέχεσαι τις προϋποθέσεις του. Και η θρησκευτική επιβολή το ίδιο πράγμα είναι.
Ακούστε πώς θα προσπαθήσω να προσεγγίσω το θέμα Ορθοδόξως. Έχει πολύ μεγάλη σημασία να καταλάβετε την απάντηση. Είναι απάντηση ζωής. Είναι καίρια η απάντηση. Και μας βγάζει από αυτό το αδιέξοδο που ήρθαν πολλές κοινωνίες, όταν έζησαν μάλιστα Χριστιανισμό ηθικό, νομικό, κοινωνιστικό ή επιβαλλόμενο -με το ζόρι- θρησκευτικό. Όλες οι  μορφές της κοινωνίας που πέρασαν από τέτοιο Χριστιανισμό, έχουν σήμερα παραλλαγμένο Χριστιανισμό. Και έχουν έναν, θα έλεγα, πεπτωκότα Χριστιανισμό. Ή έχουν ένα εξάμβλωμα του Χριστιανισμού.
Ακούστε την πορεία προς την λύση -τα έλεγα αυτά σαν «πρόλογο». Κοιτάξτε: ένα καίριο θέμα για την Ορθόδοξη θεολογία, είναι ο τρόπος της υπάρξεως του ανθρώπου. Οι Πατέρες το ονομάζουν, το «είναι του». Έχει πολύ μεγάλη σημασία αυτό.
Να σας δώσω ένα πιο «ψιλό» παράδειγμα για να το καταλάβετε: να καταλάβετε τι είναι ο Θεός, είναι κάτι δύσκολο και απρόσιτο. Ποιος είναι ο τρόπος υπάρξεώς Του; Είναι απρόσιτος. Επειδή είναι καίριο, όμως, για την ζωή μας, έρχεται ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος και λέει ότι «ο Θεός αγάπη εστί» (Α΄ Ιω. δ΄/4, 8). Δεν ορίζει το Θεό εκείνη την ώρα, στην πρώτη επιστολή του, όταν λέει ότι «ο Θεός αγάπη εστί». Λέει τον τρόπο της υπάρξεώς Του. Ότι υπάρχει ως αγάπη.
Προσέξτε αυτόν τον τρόπο της υπάρξεως: ως ΤΙ υπάρχεις. Μπορεί να πει κάποιος ότι ο τρόπος της υπάρξεώς μου είναι αποτέλεσμα της κοινωνίας δύο γονέων. Δεν είναι αυτό η έννοια! Αυτό εξηγεί το «πώς» υπάρχει η φυσική μου ύπαρξη. Πώς υπάρχω τώρα, πώς γεννήθηκα εδώ, σ’ αυτόν τον κόσμο. Υπ’ αυτήν την έννοια κανείς δεν μπορεί να απαντήσει στο «πώς υπάρχει ο Θεός;», που είναι προαιώνιος και είναι ακατασκεύαστος. Και όμως, η Ορθόδοξη θεολογία μιλάει για τον τρόπο υπάρξεως του Θεού. Και λέει: ο τρόπος του είναι αγάπη. Προσέξτε την λέξη «τρόπος». Είναι, λένε οι Πατέρες, ένα πλήρωμα τριαδικής προσωπικής κοινωνίας. Αυτή είναι η αγάπη: πλήρωμα τριαδικής και προσωπικής κοινωνίας η οποία κινείται μέσα από την ελευθερία της αγάπης. Έτσι είναι ο τρόπος του Θεού.
Αν, λοιπόν, ψάχνω τον τρόπο της υπάρξεως του ανθρώπου, τότε αυτό είναι το μεγάλο μου ερώτημα, το «πώς υπάρχει ο άνθρωπος». Δεν μπορώ παρά, αφού ο Θεός φτιάχνει τον άνθρωπο κατ’ εικόνα Του, να μπω στον αντίκτυπο αυτής της εικόνας και να πω ταυτόχρονα, χωρίς να παραλογίζομαι -και μόνο ορθοδόξως μιλώντας μπορώ να το πω πια-, πως ο τρόπος υπάρξεως του ανθρώπου, εφ’ όσον είναι κατ’ εικόνα του Θεού, αυτό είναι τότε και το «είναι του»: ότι είναι αγάπη. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Αφού τον κάνει κατ’ εικόνα Του ο Θεός, δεν θα βάλει πάνω του το κατ’ εξοχήν στοιχείο της υπάρξεώς Του; Ο άνθρωπος, δηλαδή, υπάρχει σαν αγάπη. Τίποτα άλλο. Γι’ αυτό βλέπετε, λέει ο Μάξιμος ο Ομολογητής, σ’ ένα παράλληλο χωρίο απ’ αυτό που σας είπα πριν: «Ούτε κακόν ούτε αγαθόν η θεότης. Ταύτα γαρ πάθη έχει». Λέει ότι, ο Θεός δεν είναι καλός, ούτε κακός. Βλέπετε, μια πανέμορφη έκφραση ξεπεράσματος της τραγωδίας του καλού και του κακού! Γιατί και τα δύο έχουν μέσα τους πάθη. Και το καλό μπορεί να μην είναι τέλειο και το κακό μπορεί να μην είναι τόσο κακό -είναι στο Περί θείων ονομάτων, ένα καταπληκτικό έργο του Αγίου Μαξίμου.
Είναι ο τρόπος υπάρξεως του ανθρώπου. Ο άνθρωπος είναι πλασμένος για να γίνει μέτοχος σ’ αυτήν την ελευθερία της αγάπης του Θεού. Όπως ο Θεός είναι ελεύθερος, αφού δεν υπάρχει κάτι που να Τον καθορίζει, ακριβώς έτσι και ο άνθρωπος -αυτό πρέπει να ο καταλάβουμε-, λόγω του ότι είναι εικόνα του Θεού, έχει κατά χάριν ελευθερία. Γι’ αυτό βλέπετε, το πόσο δύσκολα είναι για να κατανοηθούν τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, ότι η «αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιω. η΄/8, 32) και «ότι επ’ ελευθερία εκλήθημεν αδερφοί». Κι ακούμε να λένε, «κι ως προς τι η ελευθερία, δηλαδή; Εγώ τώρα υποτάσσομαι εδώ πέρα στο Χριστό και εσύ το λες “ελευθερία”;». Πιθανώς να αρχίζετε να προσεγγίζετε τις έννοιες. Μπαίνεις σε ένα χώρο που σου ανοίγει την ελευθερία. Αλλά αν τον ζήσεις, αν ζήσεις αυτόν τον τρόπο της υπάρξεως ελεύθερος, που σημαίνει, αν ζήσεις κατά το Θεό που είναι αυτή η τριαδική έκφραση του πληρώματος της αγάπης, τότε καταλήγεις στην ελευθερία.
Ακούστε την πρόκληση περί ελευθερίας. Λες: «Πού είμαι ελεύθερος; Μου λες να κάνω αυτό κι αυτό κι αυτό». Προσέξτε, γιατί και «πώς το λες» έχει σημασία. Αν το πεις ηθικιστικά, αν το πεις καθ’ επιβολήν, αν το πεις τιμωρητικά, αν το πεις με κολασμένες προοπτικές και διαστάσεις, τότε ακόμη στο ξεκίνημά σου δεν άφησες την προοπτική της ελευθερίας. Ένας ο οποίος απειλείται πως «αν δεν κάνει αυτά που λέει ο Θεός  θα πάει στην κόλαση», χωρίς να αναιρέσει την Γραφή - έχει σημασία πώς θα το πεις αυτό, με ποιο τρόπο-, τότε αυτός καθορίστηκε από ένα φόβο, ένα τέλειο φόβο και τότε δεν πήρε μυρωδιά έστω αισθητηριακά από την έννοια της ελευθερίας. Ποιας ελευθερίας; Του λες «αν δεν το κάνεις θα πας στην κόλαση», και εγώ, υποτίθεται, επειδή φοβάμαι να πάω στην κόλαση, θα το κάνω. Αλλά δεν είμαι ελεύθερος να κάνω κάτι άλλο!
Πιθανώς μέσα από αυτήν την προβληματική των Πατέρων που σας βάζω σήμερα, να μπορείτε λίγο, στοιχειωδώς, να προσεγγίσετε το ερώτημα πολλών ανθρώπων. «Δεν είμαι ελεύθερος να κάνω το ένα και το άλλο, γιατί θα πάω στην κόλαση», λέει κάποιος. Ο τρόπος που δίνεται αυτό, όντας αρνητικός, ότι «αν δεν το κάνεις θα πας στην κόλαση», είναι επιβολή. Είναι θρησκευτική επιβολή που δεν αφορά τον Χριστιανισμό, την Ορθοδοξία. Αφορά άλλα μεγέθη του Χριστιανισμού.
Ο άνθρωπος, λοιπόν, ξεκινάει με αυτήν την προϋπόθεση. Την προϋπόθεση του ότι είναι φτιαγμένος από αγάπη, και μόνο αν ζήσει αυτό το πλήρωμα της αγάπης γίνεται ελεύθερος. Κι επειδή ζώντας αυτό το πλήρωμα της αγάπης ομοιάζει το Θεό, όπως ο Θεός είναι ελεύθερος, είναι και ο άνθρωπος ελεύθερος. Ποιος θα τον περιορίσει; Γιατί είναι φτιαγμένος να είναι αγάπη! Και κανείς, την αγάπη, δεν μπορεί να την περιορίσει! Ο Θεός θα  την περιορίσει, που είναι ο Ίδιος αγάπη; Πρέπει να βρεθεί μια άλλη απάντηση. Δεν σου λέω από τώρα, ότι, «τώρα, αν μπεις στον Χριστιανισμό είσαι ελεύθερος». Είσαι γεμάτος από πάθη! Ξεπερνώντας τα πάθη σου, αν καταλήξεις να ομοιωθείς με το Θεό, κατά τα μέτρα του πληρώματος της αγάπης, θα γίνεις ελεύθερος. Δηλαδή, γίνεται μια πάλη για την ελευθερία. Δηλαδή μια πάλη με τον εαυτό μας τελικά, όχι με το Θεό. Χωρίς το Θεό δεν υπάρχει ούτε αγάπη, ούτε ελευθερία. Δηλαδή, χωρίς το Θεό δεν μπορώ να πω «τι είναι αγάπη». Αδυνατώ να μιλήσω για την αγάπη προς το Θεό, και για την ελευθερία. Είναι έννοιες τελείως σχετικές και φθαρμένες.
 

Η «ελευθερία» στα κοινωνικά συστήματα

Όλα τα συστήματα ιδεολογικά, φιλοσοφικά και θρησκευτικά, που μιλούν για αγάπη και ελευθερία χωρίς το Θεό, δεν ξέρουν για τι πράγμα μιλούν. Αν πιάσω αυτές τις απόψεις και τις μελετήσω μία προς μία, θα δω πως έχουν τρομερά κενά μέσα. Τι είναι αυτό που λένε «αγάπη»; Σε άλλα συστήματα δεν υπάρχει η λέξη «αγάπη». Να χρησιμοποιήσω ένα παράδειγμα, για να το καταλάβετε καλύτερα: θεωρώ ότι σε όλο το θρησκευτικό οικοδόμημα του Ισλάμ δεν υπάρχει η λέξη «αγάπη». Δεν μπορεί να χωρέσει η λέξη «αγάπη». Γιατί έχουν Θεό ένα και όχι τριαδικό. Ο τριαδικός Θεός είναι περιχώρηση. Περιχώρηση προσώπων. Ο ένας, όμως, δεν έχει να περιχωρήσει με τίποτα. Είναι ένας αφέντης και δεν έχει να αγαπήσει τίποτα, παρά να παραχωρήσει, κατά χάρη, μερικές, κάποιες δυνατότητες στον άνθρωπο να αναπνέει και να ανασαίνει. Και βλέπετε, η διαστροφή του Ισλάμ ολόκληρου που δεν μπορεί να ζήσει αυτό που είναι αγάπη, αδυνατώντας να καταλάβει τον τριαδικό Θεό, βάζει σαν καίρια αρετή του την δικαιοσύνη. Η οποία δικαιοσύνη μπορεί να καταλήξει σε μία καταστροφή. Ένας π.χ. φανατικός μουσουλμάνος για να επιβάλει δικαιοσύνη, μπορεί να σκοτώσει πολλές χιλιάδες ανθρώπους. Είναι μια διεστραμμένη έννοια της δικαιοσύνης γιατί δεν καταλαβαίνει την αγάπη.
Δεν υπάρχει λοιπόν χωρίς αυτόν τον Τριαδικό Θεό αγάπη, και ούτε ελευθερία. Γιατί αν ο Θεός δεν είναι αγάπη, αν δεν μπορεί να αγαπήσει ο Θεός, ούτε ο ίδιος δεν είναι ελεύθερος. Γιατί η ελευθερία πού κρίνεται; Στο κατά πόσον αγαπάς. Κατά πόσο μπορείς να περιχωρήσεις. Δεν είναι η ελευθερία του «κάνω ό,τι θέλω», μα η ελευθερία να «μπορώ να αγαπήσω». Μπορώ -άμα θέλω- και το «δεν μπορώ να αγαπήσω». Εδώ κρίνεται ένα πολύ μεγάλο πράγμα.
Άρα, η λέξη αγάπη και ελευθερία, είναι άδεια χωρίς το Θεό. Μπορώ να κάνω δεκάδες προεκτάσεις στο θέμα. Τινάζεται στον αέρα οποιοσδήποτε λόγος περί ελευθερίας σε οποιοδήποτε δημοκρατικό σύστημα δήθεν «ελευθερίας». Και μπορώ πια, κάθετα, να πω ότι οποιοιδήποτε κοινωνικό σύστημα δεν έχει ελευθερία, αν δεν γνωρίσει το Θεό. Ή θα είναι ψευτοφιλελεύθερο και θα φέρνει άλλες διαστροφές, ή δεν θα έχει καθόλου ελευθερία μέσα και θα είναι κάθετο, εγκάθετο ολοκληρωτικό σύστημα ή θα παίζει με την λέξη «ελευθερία». Βλέπετε, τα φιλελεύθερα συστήματα των δυτικών κοινωνιών, πολλές φορές είναι η καταστροφή της κοινωνίας γιατί μιλούν για «κάποια» φιλελεύθερα συστήματα. Ας πούμε, το φιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο, είναι μοντέλο που καταπιέζει αυτούς που δεν είναι οικονομικά δυνατοί. Αμέσως αναιρείται η λέξη ελευθερία. Τινάζεται στον αέρα τελείως. Ή οποιαδήποτε πρόσκληση ελευθερίας μέσα από μια βία -γιατί ξέρω ότι σ’ αυτήν την κοινωνία πολλοί κάνουν λάθος-, περιορίζοντας, δηλαδή, λίγο την ελευθερία τους για να τους προστατεύσω. Ήδη είναι καταστροφή!
Ήταν το μοντέλο της χούντας εδώ. Ο λεγόμενος «γύψος Παπαδόπουλου». «Θα καθίσετε για λίγο στο γύψο, και θα είστε υγιείς μετά». Μα ήδη, ο «γύψος» είναι η ελευθερία. Αυτή είναι η παγίδα των ολοκληρωτικών συστημάτων. Επαγγέλουν όλοι «ελευθερία»! Οι μεν φιλελεύθεροι ελευθερία που δεν αφορά όλους και είναι ελευθερία κατακτήσεως και εκμεταλλεύσεως του άλλου, οι δε άλλοι μια μελλοντική «ελευθερία». Όλο το μοντέλο, το κοινωνικό μοντέλο του Μαρξισμού, είναι η «μελλόμενη ελευθερία». Είναι μια μελλοντική κοινωνία η οποία θα οδηγηθεί σε μια απόλυτη ελευθερία μπαίνοντας τώρα σε ένα «γύψο». Αυτός ο «γύψος» τώρα υπάρχει σε πάρα πολλά μεγέθη -αλλά  πιστεύω να καταλαβαίνετε τι λέω-. Και η λέξη «αγάπη» άλλο τόσο περισσότερο. Χωρίς να υπάρχει η έννοια του Τριαδικού Θεού δεν υπάρχει αγάπη. Βλέπετε, αγάπη-φιλία-έρωτας. Πώς θα λειτουργήσει αυτό το σχήμα; Από τι θα καταυγάζει; Ποιο είναι το μοντέλο; Μιλάμε για τρόπο υπάρξεως. Τόσο πολύ το έψαξαν αυτό οι Γερμανοί Φιλόσοφοι και έκαναν φιλοσοφία για το «zein», και ποτέ δεν ακούμπησαν αυτό το θέμα  -τον "τρόπο υπάρξεως"-, τον έψαχναν, αλλά γύρω-γύρω γυρνούσαν. Μετά από λίγο οι υπαρξιστές στην Γαλλία πήγαν παρακάτω, αλλά δεν θα ασχοληθώ προς το παρόν με την θέση τους. Αυτό, λοιπόν, το μέγεθος της Τριάδας όχι απλώς ισχύει, αλλά και περιχώρηση δεν υπάρχει, αν δεν υπάρχει αγάπη και ελευθερία.
 

Αυτονόμηση, η διάσπαση της εικόνας του Θεού ως αποδέσμευση σώματος και ψυχής

Κοιτάξτε τώρα και κάτι άλλο πολύ σπουδαίο εδώ. Έχει γίνει, πολλές φορές, ένας παραλογισμός στην κατανόηση μερικών πραγμάτων στην Ορθοδοξία. Λέμε ότι ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού. Προσέξτε όμως: ο άνθρωπος είναι ολόκληρος άνθρωπος. Είναι σώμα και ψυχή. Που σημαίνει ότι η εικόνα είναι και στα δύο. Δεν είναι μονάχα μια πνευματική εικόνα. Δεν είναι η ψυχή που έχει πάνω την εικόνα και το σώμα δεν εικονίζει το Θεό -προσέξτε, μην πέφτετε σε λάθη. Δεν συνεικονιζόμαστε με τα χέρια, με τα μάτια, κ.τ.λ., δεν εικονίζουμε, δηλαδή, το Θεό πάνω μας με χέρια και μάτια. Υπό την έννοια των αισθήσεων, λέει, ο Θεός «είδε», ο Θεός «ακούμπησε», ο Θεός «περπάτησε». Είναι φράσεις ανθρωποπαθείς, και ο άνθρωπος, επειδή ο Θεός είναι πρόσωπο, και μιλάει και ακουμπάει και ακούει. Αλλά η εικόνα είναι για το σώμα και για την ψυχή.
Δεν μπορώ να αυτονομήσω μέρος του εαυτού μου και να το πάρω χωριστά. Γιατί, αν πω ότι το σώμα δεν ανήκει στο χώρο της εικόνας, θα πρέπει να ζήσει με θείο τρόπο, με τρόπο αγαπητικό και το σώμα. Σας είπα τι είναι. Ο τρόπος υπάρξεως χαρακτηρίζει τον άνθρωπο και το Θεό. Αν πω ότι δεν ανήκει αυτό στο σώμα, το θέμα του τρόπου υπάρξεως, θα πω πως το σώμα δεν μπορεί να αγαπήσει πια, αλλά αγαπάει μόνο η ψυχή. Και βάζω, έτσι, το σώμα να αυτονομηθεί. Κάνω μια πνευματική εργασία πάνω μου, τύπου «γκουρουδίστικου», και το σώμα το αυτονομώ. Τρομερό λάθος που έγινε σε όλα τα μεγέθη του δυτικού Χριστιανισμού! Και μερικές φορές από μερικές δικές μας ηθικιστικές και πιεστικές επιδράσεις από το εξωτερικό στο χώρο το δικό μας -δεν θέλω να πω καν ορθόδοξο, αφού ορθόδοξοι είναι οι άνθρωποι- πέρασε αυτή η έννοια, πως είναι ένα ψυχικό-ψυχολογικό μέγεθος, ένα πνευματικό μέγεθος η εικόνα, και κατά τα άλλα, το σώμα είναι «εντάξει» («είναι κατ’ ανάγκη αμαρτωλό», «θα παρασυρθεί», «κάτι πρέπει να γίνει, θα χρειαστεί να το χαλιναγωγήσουμε με την νηστεία», κ.τ.λ.).
Μα πρέπει και το σώμα ολόκληρο να εικονίζει. Τι; Τον τρόπο υπάρξεως! Όταν λέμε «αγαπώ», τι «αγαπώ» δηλαδή; Πνευματικά μόνο αγαπώ; Αγαπώ με όλη μου την ύπαρξη! Διαφορετικά αμέσως αυτονομώ το σώμα και το βγάζω έξω. Και τότε αρχίζει -προσέξτε- η αυτονομημένη επιβίωση. Η διατροφή, η διαιώνιση, η αυτοσυντήρηση. Αν αυτά δεν είναι μέσα στον χώρο του τρόπου υπάρξεως, που σας είπα, που είναι η περιχώρηση και η αγάπη, αυτονομούνται (η διατροφή, η διαιώνιση και η αυτοσυντήρηση) και γίνονται πάθη. Γι’ αυτό εμείς οι χριστιανοί ζώντας μέσα στην Εκκλησία συνεχίζουμε να έχουμε πάθη. Γιατί αυτονομήσαμε τα μεγέθη αυτά. Κι αναρωτιόμαστε: «δεν πρέπει να ζήσω;», «δεν πρέπει να υπάρξω;» ,«δεν πρέπει να αυτοσυντηρηθώ;». Και μόνο που τα χωρίζω από το μέγεθος της αγάπης, τότε λοιπόν, τα αυτονόμησα.
Βλέπετε το δυτικό Χριστιανισμό; Είναι ο θεμελιωτής του Καπιταλισμού. Τραγικό, αιρετικό μέγεθος το οποίο διατηρείται από το αίσθημα της αυτοσυντηρήσεως. Δηλαδή, δεν μπορεί να μην υπάρξεις σε μια κοινωνία που να είναι Καπιταλιστική, με τίποτα. Οι άλλοι μπορεί να το ζήσουν, αλλά εμείς δεν μπορούμε να το δεχτούμε αυτό, ότι το κριτήριο μας είναι, απλώς, το πόσο θα αυτοσυντηρηθούμε. Είναι μια τραγικότητα, δεν μπορεί να συνδυαστεί καν τέτοια έκφραση συστήματος οικονομικού, το ξέρουν όλοι, είναι αδύνατο. Η έμφαση εδώ είναι στην «αυτοσυντήρηση».
Κοιτάξτε κάτι πολύ συγκλονιστικά αληθινό που είπε ο Ζαν Πωλ Σαρτρ. Καμιά φορά οι χριστιανοί ακούμε Σαρτρ και λένε, «είναι δαιμονικός τύπος». Άσχετα το αν πίστευε ή δεν πίστευε στο Θεό, και άσχετα το πώς κατέληξε να πιστεύει ή να μην πιστεύει ως παιδί μιας διεστραμμένης δυτικής κοινωνίας από τέτοια πράγματα -όπου βλέπεις τον άλλον με άλλο μάτι-, μέσα στην αγωνία του είπε συγκλονιστικά πράγματα. Ακούστε μια φράση του: «Το προπατορικό μου αμάρτημα είναι η ύπαρξη του άλλου». Λέει μια συγκλονιστική αλήθεια! Πού βάζει το προπατορικό; Στην αυτονόμηση. Η αυτονόμηση είναι, βλέπετε. Ποιο είναι το προπατορικό, λέει; Το ότι αυτονομούμαι. Και αυτό είναι το αμάρτημά μου. Η ύπαρξη του άλλου, μου είναι πια εμπόδιο, πειρασμός, κ.τ.λ.. Και είναι σωστός! Δεν ξέρω αν ήξερε τι λέει ή δε λέει... αλλά μπαίνει στα βάθη της θεολογίας του Μαξίμου του Ομολογητού, της «οποιασδήποτε αυτονόμησης». Είναι συγκλονιστικό αυτό! Βλέπετε, σπάζει η αυτονόμηση του σώματος από τα πνευματικά και οποιαδήποτε δική μου αυτονόμηση είναι μια επίταση του προπατορικού αμαρτήματος. Αυτό δεν έκαναν οι εκπεσόντες άγγελοι; Σήμερα γιορτάζουμε την μνήμη, την γιορτή των Αρχαγγέλων. 
 Μικρή παρένθεση για να γελάσετε. Κάθε χρόνο γίνεται αυτό το λάθος...! Πάντα, μια κυρία, φέρνει κόλλυβα την ημέρα των Αρχαγγέλων. Τη ρωτάω: «πέθαναν;». Και λέει, «των Αγίων κάνουμε κόλλυβα, γιατί είναι η μνήμη τους, τους τιμούμε, κι επειδή είναι Άγιοι και δεν τους βάζουμε κόλλυβα, να τους κάνουμε τρισάγιο και να διαβάζουμε τα κόλλυβά τους». «Μα δεν πέθαναν, λέω, γιαγιά!». Κάθε χρόνο γίνεται τούτο... Το περίμενα και σήμερα, άνοιξα την πόρτα, μπήκε και με ρωτούσε...
 

Η αυτονόμηση μέσα στην εκκλησία και η ανάγκη της Θεολογίας στη πράξη

Βλέπετε, η αυτονόμηση ήταν η πτώση των Αγγέλων. Η αυτονόμηση είναι η πτώση του ανθρώπου. Η οποιαδήποτε αυτονόμηση. Και πάλι μικρή παρένθεση αν επιτρέπετε. Όχι για να γελάσουμε, πιθανώς και για να κλάψουμε.
Σ’ όλο αυτό το μοντέλο της διαμάχης των δύο Εκκλησιών, Ελλαδικής και Φαναρίου, κρύβεται μέσα ένας επιπολάζων πειρασμός πλειωτέρας αυτονομήσεως. Εγώ αυτό φοβάμαι. Ξέρετε, αυτά τα θέματα δεν λύνονται με «νομικά»: «νόμος ερμηνείας βούλεται...», «αρχής βουλομένης...» κ.τ.λ. δεν λέει τίποτα. Ούτε λύνονται αυτά τα θέματα με «λεβεντιές», με «παλληκαρισμούς». Ούτε καν με βαθιές νομοκανονικές σκέψεις -που είναι πολύ όμορφες. Τα νομοκανονικά είναι οι Κανόνες της Εκκλησίας. Αλλά αυτά έχουν μια θεολογία μέσα τους. Δεν έρχονται μόνα τους, από κάπου.
Θα πει ίσως κάποιος, «νομοκανονικό... σιγά το σπουδαίο πράγμα...!». Ό,τι κάνει η Εκκλησία, ως πράξη ζωής, ως διοίκηση, πρέπει να είναι αποτέλεσμα θεολογίας. Δηλαδή, στην ρίζα πάντα πρέπει να σταθούμε, όπως π.χ. στους νόμους, στην ερμηνεία τους, στο Συμβούλιο Επικρατείας, κ.τ.λ.. Να βρούμε την διάθεση των Πατέρων της Εκκλησίας που έβαλαν όρους και Κανόνες. Και η κρυμμένη τους διάθεση είναι πάντα η θεολογία. Εκεί θα πηγαίνουν πάντα. Τόσο καιρό ακούω ένα σωρό ερμηνευτικές προσεγγίσεις, και δεν άκουσα την βαθειά θεολογική προσέγγιση, την ρίζα, από κανέναν -πιστέψτε με. Κανείς δεν μπήκε σ’ αυτόν τον τρόπο υπάρξεως της περιχωρήσεως και -προσέξτε- της αυτονομήσεως. Και εκεί είναι ο κίνδυνος, ότι «ευθαρσώς και εν παρρησία λαλώ». Εδώ είναι το λάθος της καθ’ ημών τοπικής, καθ’ όλα σεβαστής, Ελλαδικής  Εκκλησίας: η περισσότερη αυτονόμηση. Η τραγωδία των πρωτογενών μεγεθών. Αυτό είναι η «θεολογία»... Και αν δεν μιλήσει η θεολογία τότε τι θα πούμε; Βλέπετε, τι απαντήσεις δίνονται; «Το προπατορικό μου αμάρτημα είναι η ύπαρξη του άλλου». Του «άλλου» της άλλης γειτονιάς ή και της άλλης τοπικής Εκκλησίας, αν θέλετε.
Παρακαλώ, όταν θέλετε να μιλήσετε για τέτοια πράγματα δε χωρούν ούτε ενθουσιασμοί, ούτε παραταξιακές γνωριμιακές σχέσεις που να μπορούν να κρατήσουν τα πράγματα. Ο φίλος μου, ο φίλος σου είναι ξέχωρα από τη σκέψη μου. Κάνουνε λ.χ. γκάλοπ και ρωτάνε «ποιος έχει δίκιο». Δείχνει ανόητο. Αυτά τα θέματα δεν είναι «τα μεγάλα». Και να πω και κάτι τολμηρό; Ούτε με ψηφοφορίες δεν λύνονται. Για τόσο μεγάλα θέματα, αν γίνονται ψηφοφορίες χωρίς την θεολογία, δεν έχουν νόημα. Είναι ψευτοδημοκρατικά μεγέθη. Δεν μου αρκεί η ψηφοφορία. Δεν μου αρκεί η δημοκρατία. Σ’ αυτό το χώρο δεχόμαστε την δημοκρατία αν έχει θεολογικά σπέρματα μέσα της.
Μα πρέπει να λέμε την αλήθεια! Γιατί μιλάμε για το κάλλος της ζωής! Και το κάλλος της ζωής είναι αυτό που προήλθε απ’ το Χριστό μας! Και οι Πατέρες το εφάρμοσαν ως ζωή πάνω μας, όχι απλώς ως νομοκανονικές διατάξεις και θεσμικά μεγέθη. Και ακόμη, λέμε να τηρηθούν οι θεσμοί, ο δε άλλος το λέει «θεσμοί, σιγά το πράγμα. Οι θεσμοί αλλάζουν». Μα είναι δογματικοί θεσμοί, Τριαδολογικοί θεσμοί, είναι η εφαρμογή των δογμάτων πάνω στην πράξη και, όμως, αυτοί το λένε «θεσμοί»... Είναι όμως θεολογικοί θεσμοί! Να το λέμε έτσι, με την αλήθεια! Και έτσι, τολμώ πάντα να μιλήσω αληθινά, γιατί μπορώ να πω την οποιαδήποτε σκέψη μου. Και τονίζω και φωνάζω, ότι η ιστορία ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ να λυθούν τα θέματα με ψηφοφορίες. Ευκαίρως, ακαίρως, κάνουμε ψηφοφορίες για να αποκτήσουμε το κάλλος ότι έχουμε την αλήθεια αλλά δημιουργούν διχασμούς. Και τι είναι διχασμός; Η κατάλυση του τρόπου υπάρξεώς μας. Σε τέτοια θέματα πρέπει να είμαστε πάρα πολύ δύσκολοι. Η Εκκλησία, σε μικροαποφάσεις που αφορούσανε πρακτικά θέματα για να λειτουργεί εύκολα, έπαιρνε πάντα αποφάσεις πλειοψηφικά σε μικρομεγέθη. Όχι τόσο μεγάλα μεγέθη που κρίνουνε θεολογικές δομές. Δεν μπορεί η Εκκλησία να αποφασίζει έτσι, παρά να λειτουργεί τα του πατερικού ήθους της ομοφρόνου ομοθυμαδόν εκφράσεως, δια μακροχρονίου προσευχής. Αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία.
Παρακάλεσα την περασμένη Κυριακή το βράδυ, που είχα δει τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη μας πριν αρχίσει αυτή η ιεραρχία, τόλμησα να του πω και εγώ μια γνώμη μου -αφού είμαι ιερέας πρέπει να πω την γνώμη στον Επίσκοπό μου, γιατί αυτό που κάνει ο Επίσκοπος είναι να μεταφέρει τις γνώμες του ποιμνίου του στην οποιαδήποτε ιεραρχική έκφραση-. Του είπα, «Σεβασμιότατε, τολμώ να προτείνω μια λύση για το ζήτημα της Ιεραρχίας που θα αρχίσει μετά από μια δυο μέρες (χωρίς να ξέρω πόσο μπορεί να πιάσει τόπο η σκέψη ή η φωνή μου). Τολμώ να πω το εξής: παρακαλέστε, αν έχετε φωνή εκεί, να σας ακούσει κάποιος, να μην τολμήσουν να αποφασίσουν τώρα -να ψηφήσουν δηλαδή κάτι-, αλλά να πουν κάτι σπουδαίο, ότι “εμείς θα προσευχηθούμε για αρκετό καιρό και μετά θα δούμε τι θα γίνει”. Εκεί θα αναπαυτεί ο λαός.
Ήδη αρχίζουμε να μπαίνουμε στην θεολογία. Γιατί να προσευχηθούμε; Για να φωτιστεί ο νους μας. Πέρα από αγωνίες να λύσουμε το θέμα ή να καταξιωθούμε στο δίκαιο, να φωτίσει το νου μας το Άγιο Πνεύμα και να μπούμε σε μια θεολογία. Αυτή είναι η θεολογία. Έληξα απ’ αυτή τη διαμάχη. Όχι γιατί το λέω εγώ, αλλά προκαλώ. Γι’ αυτό το προκαλώ. Και ΕΚΕΙ είναι η πράξη της Εκκλησίας μας. Και το είπα με την παρρησία που έχω στο Επίσκοπό μου. Μα αν δεν το πω εγώ ποιος θα του πει κάτι; Αυτός είναι η σχέση η εκκλησιαστική. Εγώ δεν είμαι αρμόδιος να μπω στην Ιεραρχία, δεν μπορώ να είμαι επαναστάτης. Αλλά την φωνή μου μπορώ να την μεταφέρω με αυτόν τον άδηλο τρόπο. Κι αυτό είναι το δικαίωμα των ορθοδόξων, η ελευθερία των ορθοδόξων. Αγαπητικά και ετερολογικά να καταθέτω με ελευθερία την γνώμη μου. Και δη όταν είναι μια θεολογική γνώμη.
 

Η απουσία αγάπης οδηγεί στην αυτονόμηση

Ο Νοστογιέφσκι, λέει κάπου κάτι συγκλονιστικό: «κόλαση είναι το μαρτύριο του να μην αγαπάει κανείς» (Αδελφοί Καραμαζώφ). Βαθειά θεολογική σκέψη, αντίστοιχη με τον Σάρτρ. Ο μεν Ντοστογιέφσκι καθοδηγούμενος μέσα στα νάματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ο δε Σάρτρ καθοδηγούμενος από την αντίδραση στην αθεολόγητη, ανορθόδοξη δυτική θεολογία. Συναντιούνται σ’ αυτό το πράγμα ακριβώς. Βλέπετε; Μέσα από τον Σάρτρ υπάρχει σπερματικός λόγος που βγαίνει από επανάσταση και από αντίδραση.
Βλέπετε -μικρή παρένθεση και πάλι- πόσο πρέπει καμιά φορά, έστω τα σπερματικά λόγια κάποιων ανθρώπων που δεν μας πολυαρέσουν, να τα ακούμε. Δεν μπορούν να πουν όλοι ολόκληρη την αλήθεια. Η αλήθεια είναι ο Χριστός. Αλλά σπερματικά λόγια κάποιων που δεν μας αρέσουν, συμβαίνει να τα ακούμε! Ο χριστιανός μπορεί να ακούει Σαρτρ και να τρέμει ολόκληρος. Μπορεί να λέει δεκάδες πράγματα αντιχριστιανικά. Ή και να αντιδρά στον Χριστιανισμό. Αλλά ας κρατήσουμε τα σπερματικά στοιχεία και για μια αγαπητική προσέγγιση όλων αυτών των κοινωνιών.  Πιθανώς, αυτά τα σπερματικά στοιχεία να αποτελέσουν το μοναδικό έναυσμα προσεγγίσεως μαζί τους. Είναι ένα σημείο ακριβώς που είχα βρει με μια μαθήτρια του Σαρτρ, που είχα συναντηθεί και κουβέντιαζα κάποια φορά. Γιατί φαινόταν ότι ήμασταν δυο κόσμοι διαφορετικοί, ενώ δεν είμαστε από διαφορετικό κόσμο. Και δεν μπορούσα να αρχίσω από την κουβέντα, «ξέρεις, ο δάσκαλός σου  που τον έζησες και ήσουνα βοηθός στην έδρα του, ήταν μη χριστιανός και έβριζε τον Χριστιανισμό». Έπρεπε να ξεκινήσω από αυτά τα σημεία, το σπερματικό λόγο. Έχει μεγάλη σημασία αυτός ο σπερματικός ο λόγος!
 Προσέξτε: αμαρτία -κρατήστε αυτόν τον ορισμό- είναι η ατομικότητα. Αυτό είναι η αμαρτία. Η αδυναμία αυτού του τρόπου υπάρξεως που σας είπα. Η αυτονόμηση. Η οποιαδήποτε αυτονόμηση, έχει μέσα της αμαρτία. Η οποιαδήποτε αυτονόμηση. Να επανέρθω στον Μάξιμο τον Ομολογητή, στο έργο του, πάλι «Περί θείων ονομάτων». Λέει: «αμαρτία το παρά τον σκοπόν βάλλον». Αυτό που με βγάζει έξω από τον σκοπό μου, λέει. Ποιος είναι ο σκοπός μου; Το «υπάρχειν». Ο αγαπητικός τύπος «ο Θεός αγάπη εστίν», είναι ο τρόπος υπάρξεώς Του και εγώ, ο τόπος υπάρξεώς μου, είναι η «αγάπη», που σημαίνει, πια, όχι αυτονόμηση! Προσέξτε αυτή την «αγάπη»! «Όχι αυτονόμηση».
Η αγάπη δεν σημαίνει ότι «σ’ αγαπώ». Θα εκφραστεί, αγάπη, σε μια μακροχρόνια σχέση όπου δεν θα αυτονομηθείς από αυτόν που αγαπάς. Αν αυτονομηθείς δεν υπάρχει αγάπη. Υπήρχε συμφέρον, υπήρχε κέρδος, υπήρχε ηδονή, υπήρχε  χρησιμοποίηση, υπήρχε καταπάτηση, υπήρχαν χίλια πράγματα... Αλλά πρέπει να υπάρχει μέσα «αυτό» το στοιχείο: η έλλειψη της αυτονόμησης. Γι’ αυτό, βλέπετε, η Εκκλησία θεωρεί στην πρακτική έκφραση τραγικό π.χ. το διαζύγιο. Πιο τραγικό, όμως, από τα τραγικά, είναι η αυτονόμηση. Μέσα στα ίδια πλαίσια -επίσης τραγικό- το ξέρετε, ανήκει αυτό το τελείως ηθηκιστικό χρησιμοποιούμενο, προγαμιαίο σεξ. Είναι αυτονόμηση! Είναι η διατήρηση των αναγκών του σώματος.
Δεν είναι, απλώς, ηθική αυτό που κάνει η Εκκλησία μας. Κάνει βαθειά θεολογία! Αλίμονο, την ίδια ηθική την λέει και ένας ρωμαιοκαθολικός θεολόγος. Είναι άλλο αυτό που κρύβεται από πίσω! Δεν είναι ότι παραβαίνω το θέλημα του Θεού και την εντολή του Θεού. Και ρωτούν μερικοί, «πού το λέει η Αγία Γραφή αυτό;» Και, παρ’ όλο που το λέει, ακούς να λένε, ότι «...δεν με νοιάζει και αν δεν το’ λεγε». Γιατί, ακριβώς, επειδή όλη η Αγία Γραφή είναι «ο Θεός αγάπη εστί», το λέει κυριαρχικά, παντού! Ο Σταυρός του Χριστού, των Αποστόλων, των Μαρτύρων της Εκκλησίας ήταν αυτή η έκφραση, του τρόπου υπάρξεως της αγάπης! Αυτό είναι. Τι θα πει «πού το λέει;». Βλέπεις πού το λέει νομικώς, «Το λέει; Αν δεν το λέει δεν το πιστεύω!». Μα ΟΛΟ το Ευαγγέλιο, ΟΛΗ η Αγία Γραφή είναι αυτή που το λέει! Είναι ο τρόπος υπάρξεως!
Όταν ο Μωυσής λέει στο Θεό «τι είσαι;», ζητάει τον τρόπο υπάρξεώς Του, και λέει ο Θεός, «εγώ είμαι  ο Ών» (Έξ. γ΄/3, 14-15). Του δίνει τρόπο υπάρξεως! Και είναι πολύ συγκλονιστική λέξη, αυτό το «Ών». Η ύπαρξη, το «Ών», είναι κάτι το οποίο αγαπάει και αγαπιέται, πολύ βαθειά. Μάλιστα η μετάφραση των Πατέρων αλλά και η προσέγγισή στο εβραϊκό πρωτότυπο, είχε πολύ μεγάλη σημασία στου Εβραίους, το «γίγνεσθαι», και στα εβραϊκά λέγεται «γιαχι βαγια χι» -«είμαι αυτός που είμαι»-. Και στα ελληνικά, φοβερά πετυχημένα, οι Ο΄ Μεταφραστές λένε, «εγώ ειμί ο Ών», προσεγγίζοντας την οντολογία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Και προσέξτε: εκεί μιλούσαν για το «όν», και εδώ λέει «εγώ είμαι ο Ών». Φοβερή, συγκλονιστική η προσέγγισή των Εβδομήκοντα! Και μάλιστα, θα έλεγα, προφητική προσέγγιση. Η μετάφραση των Εβδομήκοντα γίνεται χρόνια πριν από την Καινή Διαθήκη. Και λέγοντας «ο Ών» σπάζει όλη την φιλοσοφία της αρχαίας Ελληνικής σκέψης που ήτανε «το όν», η λεγόμενη οντολογία. Και είναι αυτό που με κάνει να επιτείνω και να φωνάζω πως ακόμη και η μετάφραση είναι θεόπνευστη. Παρ’ όλο που δεν έχει σημασία τώρα για σας, ότι μερικοί διαφωνούν γι’ αυτό το πράγμα τώρα -και ερευνητές και καθηγητές. Δεν έχει σημασία. Η μετάφραση έχει θεόπνευστες προοπτικές κινήσεις στο ίδιο το κείμενο. Και είναι μετάφραση που τόλμησε να ξεφύγει από το κείμενο. Αλλάζει λέξεις, βρίσκει πλουραλισμό στην Ελληνική γλώσσα, και μεταφράζει θεοπνεύστως.
Έτσι λοιπόν, αμαρτία είναι να φύγεις από το σκοπό του να είσαι αγάπη, να είσαι ο τρόπος υπάρξεως. Γι’ αυτό, ο Θεός κρίνει όχι επειδή τιμωρεί, αλλά επειδή είναι αυτό που είναι. Αν δείτε έναν άνθρωπο, έναν αγιασμένο Γέροντα και -σκεφτείτε- τον δείτε φωτοφόρο, και δείτε τις αμαρτίες σας και αναλογιστείτε, θα κριθείτε οι ίδιοι. Σας έκρινε; Όχι! Φτωχό το παράδειγμά μου. Κριθήκατε οι ίδιοι μπροστά σ’ αυτόν. Και όπου, μάλιστα, μπορείς να συναντήσεις έναν τέτοιο Γέροντα και αν ακόμα τον καταλάβεις, γιατί τα μάτια σου θα είναι θολωμένα. Έχουμε μερικές περιγραφές από τους Αγίους, λ.χ. αυτή η γνωστή περιγραφή που έχουμε από τον Άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ, όπου κάθεται ο άλλος πλάι του και δεν του λέει και σπουδαία πράγματα, αλλά συγκλονιζόταν από αυτό που ήταν ο άλλος, το είναι, τον τρόπο υπάρξεως, που καθόταν πλάι του αγαπώντας τον. Κι ο άλλος συγκλονίστηκε! Γιατί καθόταν πλάι του αγαπώντας τον! Δεν του έλεγε «σ’ αγαπώ», ήταν «αγαπώντας τον»! Αυτό είναι ο τρόπος υπάρξεως. Ο Θεός λοιπόν δεν τιμωρεί, είναι «αυτό που είναι».
 

Το «καλό» και το «κακό»

 Γι’ αυτό στο Χριστό δεν υπάρχει επιλογή μεταξύ καλού και κακού. Είναι αρχαιοελληνική φιλοσοφία αυτή. Στον Χριστιανισμό δεν διαλέγουμε μεταξύ καλού και κακού -πόσες φορές τα λένε αυτά στα κατηχητικά οι καθηγητές... είναι συγκλονιστικό-. Διαλέγουμε μεταξύ ζωής και θανάτου. Λέει ο Μάξιμος ο Ομολογητής, «Το απλώς λεγόμενον κακόν, ου πάντως κακόν, και το απλώς λεγόμενον καλόν, ου πάντως καλόν», στο «Περί Διαφόρων Αποριών», που προανέφερα. Δεν είναι η σύγκριση καλού και κακού, η ιστορία του Ηρακλή που διαλέγει, δηλαδή, τον δρόμο του «καλού» ή της «κακίας». Δεν μας λέει τίποτα αυτό. Δεν μου λέει τίποτα η λέξη «καλός» ή «κακός». Δεν μου λέει τίποτα καλό η λέξη «ηθικός». Με ενδιαφέρει να υπάρχει ο τρόπος ζωής.
Στις Διδαχές των Δώδεκα  Αποστόλων, ένα μεταγενέστερο έργο που φέρει όλη την διδασκαλία των Αποστόλων σε ένα κείμενο, λέει «οδοί δύο εισί». Βλέπετε: «οδοί». Μία της ζωής και μία του θανάτου. Δεν είναι πια το «καλό» και το «κακό», είναι τι δρόμο διαλέγεις. Η Εκκλησία ελευθερώνει τον άνθρωπο από αυτές τις συμβατικές ηθικές, που έχουν μέσα τους αυτό το «πώς βλέπεις το Θεό», «πώς τον καταλαβαίνεις», «πώς σε κρίνει ο Θεός». Δεν μας ενδιαφέρει η βελτίωση των ηθών αλλά η αποκατάσταση του ανθρώπου στο πλήρωμα της ζωής, δηλαδή, στην αγάπη. Αυτό μας ενδιαφέρει! Δεν με ενδιαφέρει ένας άνθρωπος να γίνει καλύτερος. Δεν με νοιάζει να γίνει καλύτερος! Γιατί το καλό είναι τόσο φθαρτό! Ποιο είναι το καλό; Με ενδιαφέρει, ο άνθρωπος, να μπει στο πλήρωμα του Θεού, να μπορεί να αγαπάει δηλαδή. Αυτό είναι τρόπος υπάρξεως, αυτό είναι η δική σας ζωή, δηλαδή. Τι σημαίνει «αυτός είναι καλός»; Δεν μου λέει τίποτα αυτό. Και στη δική σας πορεία, την πνευματική, εκεί θα προχωρήσετε. Μην αναζητείτε «ποιο είναι το καλό» και «ποιο το κακό». Να μπείτε σ’ αυτόν τον τρόπο υπάρξεως. Πρέπει, δηλαδή, να γίνει μέσα μας μια υπαρκτή αλλαγή, στον τρόπο υπάρξεώς μας. Εδώ είναι η κατάργηση της ατομικότητας, εδώ είναι η ιστορία της μετάνοιάς μας. Ακόμη και όταν εξομολογείστε δεν απαριθμείτε αμαρτήματα που τα κάνετε και λυπάστε  γι’ αυτά.
Πρέπει να γίνει μια αλλαγή στον τρόπο υπάρξεως. Γιατί αμαρτήσατε και αμαρτήσαμε; Γιατί λειτουργήσαμε ατομικά! Και πρέπει να αλλάξει αυτός ο τρόπος υπάρξεως και να καταργηθεί η ζωή αυτής της ατομικότητας και να γίνει ζωή αγάπης!
 

Η εσφαλμένη Δυτική αντίληψη της θεραπείας της αυτονόμησης

 Εκεί πια καταλαβαίνω τον Φρόιντ, που δεν γνώρισε αυτό το μέγεθος. Και ο Φρόιντ, περνάει μια ολόκληρη διδασκαλία και μια κριτική στην Εκκλησία, στον Χριστιανισμό, με την έννοια ότι η Εκκλησία τον φορτώνει ενοχές. Έχει δίκιο! Μα έχει απόλυτο δίκιο. Απλώς εκείνος στηρίζει την θεραπευτική του στην απαλλαγή από αυτές τις ενοχές, με άλλη μεθοδολογία. Αν η προσέγγιση στο Θεό σε φορτώνει ενοχές, δεν κάνεις τίποτα. Η ιστορία δεν είναι να φορτωθείς, η ιστορία είναι να αλλάξεις τον τρόπο υπάρξεώς σου. Τον τρόπο της αυτονομήσεως και της ατομικότητας. Και ο Φρόιντ, ενώ κάνει πάλι μια πανέμορφη, σωστή, σπερματική αλήθεια και διαπίστωση, επειδή δεν έχει στο πλαίσιο που ζει -δεν ξέρω τι θα ήταν αν είχε γνωρίσει την Ορθοδοξία, αγνοώ-. Εβραίος ών, γνώρισε έναν Δυτικό Χριστιανισμό. Δεν ξέρω τι θα’ τανε διαφορετικά. Αλλά είναι αυτό που ήτανε. Και με αδυναμία να προσεγγίσει αυτό που λέω θεραπευτική, ως τρόπο υπάρξεως, προσπαθεί να απαλλάξει τον άλλον άνθρωπο από τις ενοχές. Και με ποιο τρόπο; Προσέξτε: με τον τραγικό τρόπο που τον κλείνει σε μια ατομικότητα. Ότι η ίδια θεραπεία είναι μια ατομικότητα, ένα ατομικό κλείσιμο και μια έρευνα του εαυτού μου. Ό,τι πιο τραγικότερο για να θεραπεύσεις τον αρρωστημένο άνθρωπο. Γιατί στο βάθος αρρώστησε από αυτήν την έκφραση της ατομικότητας και της αυτονομήσεως και πάει να τον θεραπεύσει αυτονομώντας τον. Βλέπετε την τραγικότητα του πράγματος;
Είναι ένα από τα συγκλονιστικά στοιχεία που κάνει την Ορθοδοξία ασύμβατη με οποιαδήποτε τέτοια θεραπευτική μέθοδο. Ασύμβατη. Και ας λένε ότι λένε οι άλλοι. «Ναι, συνδυάζεται,... να πάρουμε στοιχεία από εδώ, από εκεί...» Μα τι λέτε;! Συγκλονιζόμαστε μ’ αυτά που ακούμε! Δεν έχουμε τίποτα με κανέναν κλάδο, με καμία ειδικότητα, αλλά αυτό είναι «άλλο κοίταγμα»! Εδώ μιλούμε για τρόπο υπάρξεως. Κι ενώ εμείς προτείνουμε το υπαρκτικό, το αγαπητικό εσύ λες «στο απομονωμένο», «το αυτονομημένο»...! Ίδια η θεραπεία είναι αυτονόμηση και κλείσιμο πιο πολύ στον εαυτό σου, η αναδρομή στο παρελθόν, το σταμάτημα της υπάρξεώς σου. Είναι μια άλλη αναζήτηση τύπου διαλογισμού με άλλα μέτρα και με άλλες συντεταγμένες. Αυτά πρέπει να τα «πιάνουμε»! Και όλοι αυτοί οι χριστιανοί που μιλάνε και λένε ότι «έχουμε την δυνατότητα να πάρουμε μερικά στοιχεία από αυτές τις μεθόδους...», αντίθετα δεν έχουμε να πάρουμε τίποτε! Τι θα πάρεις δηλαδή; Η  μεθοδολογία η ίδια, είναι αναιρετική του τρόπου υπάρξεως, για τον οποίο μιλάμε. Δεν μπορείς να πάρεις κάτι από έναν χώρο που μιλάει με -τελείως- διαφορετική γλώσσα.
Αλλά μίλησα για σπερματικό λόγο. Δεν αρνούμαι την ύπαρξη σπερματικού λόγου σε, πολλά τέτοια μεγέθη. Και ο άλλος βάζει π.χ. στο κίνητρο της ψυχασθένειας τον εγωισμό. Σπερματικός λόγος είναι! Αλλά ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ. Βλέπετε; Δεν αρνούμαι τον σπερματικό το λόγο σε όλους αυτούς του χώρους. Αλλά σαν καθολική έκφραση θεραπείας αδυνατώ να τον προσεγγίσω, να τον ακουμπήσω, και να κάνω συνδυαστικές μεθόδους. Και αυτό ήταν μια μικρή παρένθεση, αλλά βλέπετε, αυτή είναι η ζωή μας, αυτά τα ζούμε κάθε μέρα. Νά, η πράξη!
 Η Δύση, ταύτισε την αμαρτία, στην δυτική θεολογία, με τη νομική παράβαση: λένε «είναι μια νομική παράβαση», «παρέβης το νόμο του Θεού». Και τώρα καταλαβαίνω περισσότερο τον Φρόιντ, που λέει ότι «η Εκκλησία με φόρτωσε, με φορτώνει με ψυχολογικά συμπλέγματα». Αλήθεια λέει και εδώ πέρα. Ότι η Εκκλησία, στο χώρο που το’ βλεπε, φόρτωνε τους ανθρώπους με ψυχολογικά συμπλέγματα. Πάρα πολύ σωστός! Και δεν είχε άλλη διέξοδο. Και πάλι διερωτώμαι αν ο Φρόιντ είχε διαβάσει π.χ. Πατέρες της Εκκλησιάς, τι θα γινόταν... δεν το ξέρω. Άρα ούτε τον Φρόιντ μπορώ να κατηγορήσω, αλλά να τον δούμε στο πλαίσιό του. Εμένα με ενδιαφέρει αυτό που ζω εδώ πέρα, πώς θα βιωθεί και αν μπορώ να μεταφέρω τέτοια πράγματα πάνω στη ζωή μου. Έτσι λοιπόν, στη Δύση, είδαν μόνο την νομική παράβαση. Κι έρχεται η κατάσταση αυτή μετά από όλη αυτή την ιστορία του Ανσέλμου, της τραγικότητας του νομικισμού. Και δεν μπορώ, εγώ, στον χώρο αυτό τον ορθόδοξο, να μιλάω νομικά για ΚΑΝΕΝΑ θέμα. Γι’ αυτό πριν από λίγο, κάνοντας αυτήν την συγκριτική θεολογία της διαμάχη Φαναρίου και Εκκλησίας της Ελλάδος, αναίρεσα την νομική αναζήτηση του θέματος. Δεν μας ενδιαφέρει. Γιατί θα πέσουμε σε νομικισμό. Μας ενδιαφέρει εμάς πια όχι να φορτωθεί κάποιος από την Εκκλησία με ψυχολογικά συμπλέγματα, μας ενδιαφέρει να μετανοιώσει, που είναι αλλαγή τρόπου υπάρξεως. Στην Εκκλησία ο φόβος και η ενοχή, μεταμορφώνονται σε αγάπη για το Χριστό.
 

Η υπεροχή της αγάπης απέναντι στη συμβατική ηθική

Ακούστε ένα μέρος αυτού του τροπαρίου, που όλοι το ξέρετε, του Τροπαρίου της Κασσιανής, αλλά κοιτάξτε μια τρομερή πτυχή. Λέει στο τέλος:
«αμαρτιών  μου τα πλήθη και κριμάτων Σου, Θεέ μου, αβύσσους, τίς εξιχνιάσει ψυχοσώστα Σωτήρ μου;».
Λέει λοιπόν, «οι αμαρτίες μου είναι πλήθη, αλλά και τα κρίματά Σου (δηλαδή, το πώς σκέπτεσαι για μένα, πώς φέρεσαι για μένα -αυτό είναι το κρίμα-), είναι άβυσσος. Ποιος θα εξιχνιάσει και τα δύο;»
Από τη μια πλευρά το κατανοητό, του ανεξιχνίαστου της αβύσσου της αγάπης του Θεού. Και βάζει στο ίδιο μέγεθος, από την άλλη, τα πλήθη των αμαρτιών του ανεξερεύνητου. Και κάνει μια συγκλονιστική ερμηνευτική προσέγγιση, αυτής της συγκριτικής, στο γνωστό έργο Δόκτωρ Ζιβάγκο, που ο Μπορίς Πάστερνακ θεολογεί και κάνει μια ερμηνεία αυτή της πτυχής του τροπαρίου. Λέει το εξής: «Τι  συγκλονιστικό! Βάζει, σε μια γραμμή, σε μία ισότητα, το Θεό και την ζωή, το Θεό και την προσωπικότητα, το Θεό και τη γυναίκα. Ότι όσο άβυσσος είναι ο Θεός, ανεξιχνίαστος, άλλο τόσο ανεξιχνίαστα είναι και τα αμαρτήματα μας. Και ο ανεξιχνίαστος Θεός, καταλαβαίνει τον άνθρωπο, γιατί είναι ανεξιχνίαστος».
Αυτό που λέει ο Πάστερνακ είναι συγκλονιστικό πράγμα, πέρα από το περιεχόμενο του βιβλίου του που ήταν πολιτικό, ερωτικό -δεν ψάχνουμε αυτή τη στιγμή, δεν με ενδιαφέρει κιόλας-. Πώς έπιασε να βάλει την συγκριτική αυτού του τροπαρίου; Ανεπανάληπτη αυτή η συγκριτική! Ανεξιχνίαστο! Είναι ο τρόπος υπάρξεως, γιατί η αγάπη είναι ανεξιχνίαστη και δεν μπορεί να εκφραστεί. Άρα, η ηθική που λέμε, η οποιαδήποτε ηθική, είναι η απομόνωση. Γι’ αυτό η λέξη «ηθική» δεν υπάρχει μέσα στην Καινή Διαθήκη. Ούτε μια φορά. Υπάρχει το Ευαγγέλιο. Ακόμη και η Παλαιά Διαθήκη, δεν είναι ηθική. Όλοι οι νόμοι που λέει δεν είναι ηθικοί. Είναι φανέρωση του Θεού. Δεν υπάρχει ηθική μέσα στην Παλαιά Διαθήκη. Γι’ αυτό, ο Θεός, απαντάει στον Μωυσή -«ο Ών»- όταν ζητάει το όνομα Του.
Η τήρησις των νόμων της Παλαιάς Διαθήκης δεν απέβλεπε στην ατομική δικαίωση. Δηλαδή, ένας Εβραίος, όταν άκουγε τους νόμους αυτούς, δεν ήθελε να δικαιωθεί ατομικά. Ποιος ήταν αυτός ο σκοπός; Να μείνει μέσα στον περιούσιο λαό. Να σωθεί εν τη κοινωνία της αγάπης του Θεού. Λένε μερικοί: «η Παλαιά Διαθήκη ήταν νόμοι κ.τ.λ., κι ο κάθε Εβραίος είχε μια ηθική». Αυτός, όμως, ήταν ο Φαρισαίος, που ξεχώρισε από την κοινωνία τον εαυτό του και θέλει να είναι ηθικός άνθρωπος. Βλέπετε; Δεν υπάρχει ηθική στην Παλαιά Διαθήκη. Προτείνεται ο κάθε Εβραίος να κρατήσει αυτές τις αλήθειες του Θεού, την φανέρωση της αγάπης του Θεού, για να μείνει μέσα στην κοινωνία του περιουσίου λαού.
 Η πληρότητα του νόμου της αγάπης, λέει ο Απόστολος Παύλος, είναι η αγάπη. Και όχι μια συμβατική ηθική. Και λέει ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος στα Ασκητικά του: «η αγάπη σκοπεύει στην ενότητα, ήτοι, σκέφτεται διδάσκαλον την Αγία Τριάδα». Η αγάπη, λέει, έχει σκοπό την ενότητα η οποία έχει δάσκαλό της την Αγία Τριάδα. Αγάπη-ενότητα-Αγία Τριάδα. Ο Εβραίος-ενότητα-περιούσιος λαός, μέσα από την αγάπη της Αγία Τριάδας. Και ο Χριστιανός, αυτό που είπα: τρόπος υπάρξεως. Και θυμηθείτε τα γνωστά περί ενότητας του Χριστού μας, εκείνο το συγκλονιστικό, στο Ιωάν. ιζ΄/17, 21: «ίνα πάντες εν ώσιν». Η ενότητα δεν εκφράζεται, όπως είπα πριν, με πλειοψηφίες και μειοψηφίες. Προηγείται η ενότητα και μετά οι αποφάσεις. Δεν μας ενδιαφέρουν οι αποφάσεις εμάς. Αν σπάσει μια ενότητα, τι να την κάνω την απόφαση; Δεν μου χρειάζεται! Δηλαδή, η απόφαση η χθεσινή, η προχθεσινή, δεν με ενδιαφέρει εμένα. Είμαι κληρικός, ζω στην Ορθόδοξη Εκκλησία και ζω μια διαμάχη. Δεν με νοιάζει η απόφαση γιατί είναι αποτέλεσμα της πλειοψηφίας των «51» χωρίς να υπάρχει ενότητα. Αν δεν με καταλάβατε θα σκανδαλιστείτε. Αλλά δεν με νοιάζει. Και δεν μου λέει τίποτα η θριαμβολογία «νίκησε το συνοδικό σύστημα». Όχι. Νίκησε μια φθαρτή δημοκρατία, τίποτα άλλο. Μια φθαρτή δημοκρατία. Και δεν μου λέει τίποτα! Το «50» δεν μου λέει τίποτα, ενώ δεν υπάρχει ενότητα. Αν υπάρχει αγαπητική ενότητα, μπορούμε να τη δεχτούμε.
 Ο Χριστός είναι στην Αγία Τριάδα, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα, αλλά είναι ομοούσια ταυτόχρονα! Θα μπορούσε, βεβαίως, να εκφραστεί ως αυτονομημένη μονάδα, έχοντας σπάσει την ομοουσιότητα; Δεν θα ήταν δυνατό. Τι θα ήταν; Τίποτα δεν θα ήταν για μας. Θα έλεγε τίποτα ένας Χριστός ο οποίος δεν υπακούει στον Πατέρα; Λέει τίποτε μια απόφαση που δεν έχει ενότητα; Δεν μου λέει τίποτα. Θα πείτε, ίσως, «δημοκρατία». Ποια Δημοκρατία; Κανένας θρίαμβος συνοδικότητας. Αλλά θρίαμβος της ανορθοδόξου αθεολόγητης σκέψης! Το πολύ να έχει μέσα της πολιτικολογία. Και παίρνουμε τα δημοκρατικά μοντέλα, τα μεταφέρουμε στον λαό μας για να τον πείσουμε. Για να λέμε, «Είδατε; Το “τόσο” τοις εκατό ψήφισε». Μα δεν είναι το φθαρμένο σύστημα της δημοκρατίας εδώ πέρα, είναι Εκκλησία εδώ.
Παιδιά, πρέπει να είμαστε όχι ξύπνιοι, αλλά βαθείς θεολόγοι. Σε οποιεσδήποτε εποχές. Γι’ αυτό ήρθα να σας μιλήσω εγώ εδώ πέρα. Όχι να κρίνω τίποτε, μα για το κάλλος αυτών των γεγονότων που χαρακτηρίζουν την ζωή μας, γιατί αν αυτά τα χάσουμε τι με νοιάζουν όλα τ’ άλλα, τι με νοιάζει το «51»; Τι θα μ’ ένοιαζε το «74 προς 1»; Ούτε αυτό θα μου έλεγε τίποτε, αν δεν υπήρχε ενότητα. Γιατί ξέρετε, ενότητα εξασφαλίζεις πολύ εύκολα. Αλλά θεολογία πώς θα εξασφαλίσεις; Εδώ είναι το μεγάλο ερώτημά μου.
 

Ο τρόπος υπάρξεως στη ζωή των Αγίων: η γνήσια έκφραση Θεολογίας

Να τελειώσω ενθυμούμενος τρεις Πατέρες της Εκκλησίας. Τον Μακάριο τον Αιγύπτιο, τον Ευστάθιο Καισαρείας και τον Νίκωνα τον Σιναΐτη. Και οι τρεις είχαν στην ζωή τους, ακριβώς το ίδιο περιστατικό. Και οι τρεις κατηγορήθηκαν πως πόρνευσαν με γυναίκα, και μάλιστα είχε παιδί αυτή η γυναίκα. Και οι τρεις γυναίκες οι οποίες κατηγορήθηκαν έφεραν τα παιδία και είπαν «εσύ είσαι!» Και τους ρεζίλεψαν σε όλη την κοινωνία. Προσέξτε: Μακάριος ο Αιγύπτιος, υψηλή μορφή! Και δεν είπαν τίποτα. Και έκατσαν, σε μεγάλο μέρος της ζωής τους, και έδιναν χρήματα για να διατραφεί το μη δικό τους παιδί, φυσικά. Δεν τους ένοιαζε. Τους ένοιαζε η τριαδική περιχώρηση, ο τρόπος υπάρξεως. Συγκλονιστικό δεν είναι; Και -επίλογος-, μετά αποκαλύφτηκαν και στους τρεις, ότι ήταν ψέματα. Οι ίδιες οι γυναίκες τα ομολόγησαν μετά από πολλά χρόνια όταν δεν άντεξαν αυτήν την καταλυτική έκφραση του τρόπου υπάρξεως του Τριαδικού. Αυτά με τους Πατέρες. Θέλει δουλειά αυτή η ιστορία.
Και να τελειώσω, σαν επίλογο, με δύο μορφές που μπορεί μη τις ακούσατε ποτέ. Αναφέρονται σε κάποιες διηγήσεις -Γεροντικο νομίζω- σε κάποιον Ιωάννη τον Εφέσιο για κάποιες μορφές που έζησαν τον 6ο αιώνα. Ένα ζευγάρι αρραβωνιασμένων, δύο νέα παιδιά, ο Θεόφιλος και η Μαρία. Ποτέ δεν τους ακούσατε. Ήταν αρραβωνιασμένοι και κυκλοφορούσαν στους δρόμους. Ο μεν Θεόφιλος εκινείτο ως γελωτοποιός, τρελός γελωτοποιός, η δε Μαρία [υποκρινόμενη] ως πόρνη. Ήταν πάντα μαζί. Μια ολόκληρη ζωή. Ποτέ δεν παντρεύτηκαν. Και αντιδρούσανε, απ’ ότι λέει ο βίος τους (ούτε Άγιοι δεν ξέρω αν έχουν γίνει ποτέ -δεν έχω βρει συναξάρια- αλλά η ζωή τους είναι γραμμένη από τον Ιωάννη τον Εφέσιο), στη συμβατικότητα του τρόπου εκφράσεως των Χριστιανών, που είχαν γίνει ηθικολόγοι και δεν είχαν γύρω τους καμία αγάπη. Μέχρι να πεθάνουν! Μετά απεκαλύφθη η αρετή τους. Θυμηθείτε αυτά τα ονόματα τους.
Ήταν ο τρόπος υπάρξεως! Και υπήρχαν έτσι και ταυτόχρονα μια απέραντη αγάπη που ήταν μη αποκαλυμμένη, κεκρυμμένη.
 Βλέπετε, η Εκκλησία έχει άλλα μέτρα. Και κρατήστε από όλη αυτή την ομιλία αυτό που είπα: τρόπος υπάρξεως. Όλα τα άλλα είναι φιλοσοφία. Η ψυχολογία, η επιβολή κανόνων, κ.τ.λ.. Όλα είναι όμορφα, οι νηστείες, οι μετάνοιες, οι αγρυπνίες, οι προσευχές. Πανέμορφα είναι, θεραπευτικά φάρμακα κορυφαία, αλλά χωρίς αυτόν τον τρόπο υπάρξεως, γιατί νηστεύεις; Γιατί προσεύχεσαι; Πού είναι όλα αυτά που κάνεις, τι είναι όλα αυτά που κάνεις, τι είναι όλα αυτά που διαβάζεις; Τι είναι τα κομποσκοίνια που κάνεις; Πού είναι ο τρόπος υπάρξεως αυτής της αγαπητικής περιχωρήσεως που δεν αυτονομεί τον άνθρωπο; Και αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα μας: η καθημερινή μας στάση και αυτονόμηση. 
Αυτά ήθελα να πω, μέσα σε αυτήν την πορεία για τα θέματα της ελευθερίας, και βλέπετε ένα θέμα έθεσα φέτος. Αλλά το προσεγγίζω όσο μπορώ, προσπαθώντας να γίνω και πρακτικός. Και το τονίζω: η θεολογία είναι πάνω από όλα. Έχετε ελεύθερη γνώμη να αντιταχθείτε σε αυτά που είπα, δεν με πειράζει. Αλλά να έχετε λίγο θεολογία στον νου σας. Και να σκέφτεστε όχι παραεκκλησιαστικά, όχι απλώς κομματικά, όχι με φιλίες, αλλά πρώτα θεολογικά. Και δεν υπάρχει φιλία χωρίς θεολογία. Δεν υπάρχει «ημέτερος» χωρίς θεολογία.
 

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Ερώτηση: Θέλω να πω ότι, όλα όσα μας είπατε μου άρεσαν πάρα πολύ, ξεκαθάρισαν μέσα μου αρκετές σκέψεις, αλλά θέλω να κάνω ένα ερώτημα σχετικά με τον Μάξιμο. Μιλήσατε για αυτονόμηση. Θέλω να ρωτήσω μήπως αυτή η αυτονόμηση είναι μια αναγκαιότητα, μια προϋπόθεση που παίρνει ο άνθρωπος ή και η ομάδα για να οδηγηθεί στην αυτονομία. Το λέω αυτό γιατί πιστεύω ότι ο άνθρωπος πρέπει να βγάλει από μέσα του όλες τις αντιλήψεις που έχει δεχτεί, όπως τις είπατε, κοινωνικές, θρησκευτικές, νομικές και να μείνει ελεύθερος -να μην φοβηθεί δηλαδή ότι έμεινε ελεύθερος- και να μην ψάχνεται να βρει στηρίγματα αλλά συνειδητά να επιλέξει το δρόμο που θέλει να ακολουθήσει.
Απάντηση: Δεν θα κάνει τίποτα, γιατί τα έκανε όλα, και δεν μπορεί να αγαπήσει. Αυτό έλεγα. Την ώρα που τους στήνεις όλους για να κάνεις μια επανάσταση, ήδη η επανάσταση κατέρρευσε, πριν να αρχίσει ακόμα. Και την ώρα που φτύνεις και τους εχθρούς σου για να κάνεις μια επανάσταση, ήδη η επανάσταση απέτυχε, και αν ακόμη κοσμικά πετύχει. Αυτή είναι η μεγάλη ιστορία. Και πάντοτε, τα αποτελέσματα μιας αυτονομήσεως, είναι συνέχεια τραγικά, ανεπανάληπτα τραγικά. Σ’ όλα τα επίπεδα. Και προπάντων για την ζωή μας. Αν θυμηθήκατε καθόλου το Ευαγγέλιο, του Λαζάρου και του πλουσίου, θα δείτε ότι αυτό ήταν το πρόβλημα: της αυτονομήσεως. Το πρόβλημα του κολασμένου πλουσίου ήταν η αυτονόμησή του. Δεν ήταν πρόβλημα που ήταν πλούσιος. Μπορεί να ήταν πλούσιος γι’ αυτό και μόνο, γιατί αυτονομήθηκε και δεν έδινε και σε άλλους. Αλλά αυτό ήταν η αυτονόμησή του. Ή το πρόβλημα του άφρονος πλουσίου, «ψυχή φάε, πίε, ευφραίνου». Ήταν αυτονόμηση, σκέφτονταν μόνο τον εαυτό του. Δεν υπάρχει Ευαγγελική διήγηση που αναφέρεται σε τέτοια θέματα και να μην βάζει μέσα τον πυρήνα της αυτονομήσεως. Η τραγωδία του Ιούδα είναι αυτονόμηση. Δεν υπάρχει ρίζα που να μην κρύβεται η αυτονόμηση αυτή που σας είπα, ή να χάνεται αυτός ο τρόπος υπάρξεως, που είναι ο Θεός, ο Θεός της αγάπης. Άλλο τίποτε δεν υπάρχει.
Ερ.: Βοηθά, η εκκλησία, μέσα από τη λειτουργία, αυτούς που δεν βιώνουν στην κοινωνία την ελευθερία στη καθημερινότητα;
Απ.: Μα πάντοτε, οι έννοιες «κρυβόμαστε», κρύβουν μέσα τους τον πειρασμό της αυτονομήσεως.  Δηλαδή, οι έννοιες αυτές, αν σου φάνηκε ότι δεν μπορείς να ακουμπήσεις κάτι από τον άλλον, δεν έχει νόημα, δηλαδή. Και η δε Εκκλησία όλο αυτό το «σπάζει». Όταν η Εκκλησία μας βάζει ένα κοινοτικό μέγεθος -κοινωνικό-, όταν λειτουργεί, όταν κάνει προσευχή, σε βγάζει από την αυτονόμηση, και όταν Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει, ότι «η προσευχή εν τη κοινωνία της Εκκλησίας είναι πολύ πιο μεγάλη από την προσευχή που κάνεις στο ταμείο σου», δεν κάνει ζύγι των προσευχών. Το κοινωνικό, θέλει να πει, το μη αυτονομημένο, έχει ακριβώς τρόπο υπάρξεως. Φωνάζει κάτι άλλο. Δεν σε απαγορεύει να κάνεις μια ευχή στο σπίτι σου, αλλά να το κάνεις γιατί δεν μπορείς να είσαι σε κοινωνία. Απέτυχες.
Μα δεκάδες χωρία, ολόκληρη η Γραφή είναι στηριγμένη σε αυτή τη θεολογία της αυτονομήσεως! Η πτώση μας εκεί οφείλεται. «Ο καλεσμένος στην αυτονόμηση»! Αυτονόμηση! Είπα, θα τον κρίνει η αγάπη του Θεού!
Ερ.: Έχω ακούσει πολλές φορές ότι θα μπορούσε η Ορθοδοξία να καταλήξει αιρετική.
Απ.: Είναι αντιφατικά μεγέθη. Δεν θα ήταν πια Ορθοδοξία.
Ερ.: Θα μπορούσατε ιστορικά να μας το εξηγήσετε αυτό;
Απ. Δεν θα ήταν πια Ορθοδοξία, θα είχε άλλο όνομα. Να την πεις αλλιώτικα. Πες το όπως θέλεις. Ορθοδοξία ως έκφραση της αγάπης του Θεού και της αληθείας δεν θα ήταν. Δεν θα πει Ορθοδοξία. Η αυτονόμηση πάντα οδηγεί σε μια αποστασία. Αλλά βλέπετε, ακόμη και μια κατάσταση ενός αιρετικού κρίνεται διαχρονικά, όχι σε μια στιγμή.
Πτώσεις όλοι έχουμε, δεν είναι έτσι; Ακόμη υπάρχουν και Πατέρες της Εκκλησίας που σε μερικές διδαχές τους λένε πράγματα μη Ορθόδοξα. Δεν είναι αλάθητοι. Γίνονται ζυμώσεις μακροχρόνιες και όλα αυτά αποκαθίστανται. Ακόμη και η Εκκλησία της Ελλάδος, όταν το 1833 βρέθηκε να είναι εκτός κοινωνίας σε ακοινωνησία με το Πατριαρχείο, λόγω του γνωστού αυτοκεφάλου, εν μετανοία αποκαταστάθηκε το πράγμα μετά από δεκαεπτά χρόνια. Χρειάζονται θεολογικές μακροχρόνιες ζυμώσεις. Ποτέ δεν οριστικοποιείται μια κατάσταση. Στην Ορθοδοξία έτσι γίνονται τα πράγματα. Βλέπεις και οι Πατέρες είπανε λάθη. Μα υπάρχει ένας Πατέρας της Εκκλησίας -μην πω το όνομα του, εγώ δεν σκανδαλίζομαι, άλλοι σκανδαλίζονται- που είπε στην διδασκαλία του μια αίρεση. Μια φορά το είπε, δεν το ξαναείπε. Και η Εκκλησία δεν το έκανε διδασκαλία, τέρμα. Τον είπε κανείς αιρετικό; Όχι. Και ο Άγιος Αυγουστίνος είπε τρεις μεγάλες αιρέσεις και είναι Άγιος της Εκκλησίας μας. Επειδή δεν ήξερε ότι είναι αιρέσεις. Δεν του είπε κανείς, «βρε, τι λες;». Είναι άλλα τα μέτρα της Εκκλησίας. Θέλουν ζύμωση μακροχρόνια.
Ερ.: Κόλαση είναι να «μην αγαπάς» επειδή δεν μπορείς ή επειδή απεβίωσες;
Απ.: Και τα δύο. Η αυτονόμηση προπάντως. Και κόλαση είναι όχι απλώς να «μην αγαπάς», αλλά να μην αντέχεις την αγάπη του Θεού. Και γι’ αυτό δεν αγαπάς εξ’ άλλου. Γιατί αν την άντεχες…
Ερ.: Η καθολική εκκλησία, για μάς τους ορθοδόξους, είναι αιρετική;
Απ.: Ναί, βεβαίως. Αυτονόητο. Η οποία αποτελείται από πάρα πολύ καλούς χριστιανούς. Πολύ καλοί άνθρωποι, εξαιρετικοί. Συνήθως ηθικοί, δηλαδή. Αλλά είναι μια αιρετική διδασκαλία. Γιατί εκφράζει, κατ’ εξοχήν, τα μεγέθη αυτής της απομονώσεως και της ανελευθερίας και της αυτοδικαιώσεως. Είναι μια καθαρά αιρετική εκκλησία. Δεν πρέπει να την πω «εκκλησία» αλλά «αιρετική ομολογία», καλύτερο είναι. Χωρίς να κατηγορώ κανέναν από τους ανθρώπους που μετέχουν εκεί μέσα. Δεν κρίνουμε ποιος σώζεται και ποιος χάνεται. Κατά τη μεν διδασκαλία είναι αιρετική. Τα δε άλλα θα τα κρίνει ο Θεός μέσα από την αγάπη Του, στο πόσο ήξεραν, πόσο δεν ήξεραν, κ.τ.λ.
Γνώρισα στη Γερμανία καταπληκτικούς ανθρώπους που ομολογούσαν τον Προτεσταντισμό.  Εξαιρετικοί άνθρωποι σε είδος. Και ποιος όμως τους μίλησε για την Ορθοδοξία; Κανείς. Πώς να κρίνω τα πράγματα εγώ; Κατά την δογματική της Εκκλησίας μας, η διδασκαλία τους είναι αιρετική. Δεν ήξεραν κάτι άλλο, δεν γνώριζαν κάτι άλλο! Και μάλιστα  γνώρισα τους λεγόμενους Παραδοσιακούς Προτεστάντες. Δηλαδή «oρθόδοξοι Προτεστάντες», ας το πω έτσι...
Θα υπήρχαν και άνθρωποι ανοιχτοί να ακούσουν κάτι! Άλλα όμως είναι τα μέτρα του Θεού. Δεν μπαίνουμε σε κρίσεις εμείς. Λέμε ότι «αυτό είναι μια αιρετική ομολογία» και δεν κρίνουμε τα πρόσωπα.
Ερ.: Θα ήθελα εδώ πέρα να διευκρινίσουμε ότι, η αυτονόμηση που συζητάμε διαφέρει από την αυτονόμηση που κάνει ένας μοναχός ή κάποιος που αποσύρεται από μια διεφθαρμένη κοινωνία που και αυτή, η διεφθαρμένη κοινωνία, ζητάει ενότητα. Και ζητάει ενότητα επειδή ζει την αυτονόμηση. Και στο δυτικό κόσμο, το γεγονός ότι κάποιοι θεολόγοι αυτονομήθηκαν και έτσι δημιουργήθηκαν αυτές οι χιλιάδες ομολογίες είναι, νομίζω, υγιές φαινόμενο ακριβώς επειδή εκεί λείπαν οι σωστές προϋποθέσεις της ενότητας. Η αποστασιοποίηση είναι μια φυσική συνέπεια.
Απ.: Επίτρεψέ μου -παρ’ όλο που είσαι θεολόγος- είναι λάθος να λες ότι ο μοναχός αυτονομείται. Αν ο ίδιος έχει διάθεση αυτονομήσεως γιατί δεν αντέχει την κοινωνία, την κόπωση,  το καυσαέριο, τον ιδρώτα, το τρεχαλητό, τότε είναι όπως το λες. Αλλά όχι ένας όντως μοναχός.
Ερ. : Το είπα υπό την έννοια ότι από την αμαρτία συμβαίνει η διαφθορά στην κοινωνία. Και μ’ αυτό το τρόπο, «πήρε» μαζί της και τις χαρές.
Απ.: Όλοι αυτονομούμεθα  με αυτήν την έννοια! Όχι ο μοναχός μόνο, όλοι αυτονομούμεθα από την αμαρτία. Λάθος ορισμός πια. Δεν μετέχουμε στην αμαρτία για να είμαστε ελεύθεροι! Γιατί ο μοναχός δεν φεύγει από την Εκκλησία. Μα όντως κοινωνεί Εκκλησία. Αυτή είναι η κοινωνία! Υπ’ αυτήν την έννοια λέμε αυτονόμηση, από το χώρο αυτής της ενότητας. Αυτή είναι αυτονόμηση. Άρα και εμείς ζώντας στην κοινωνία, που δεν είμαστε μοναχοί κατά το εξωτερικό μέγεθος και ήθος, έτσι αποκρούομε και τον χώρο της αμαρτίας. Μετέχοντας, όμως, μη αυτονομημένοι στον χώρο της αγάπης του Θεού. Και αποκτώντας τρόπο υπάρξεως που φαίνεται, όταν αγαπούμε κι αυτούς που είναι αμαρτωλοί! Αγαπούμε! Ο Χριστός αγαπούσε τους αμαρτωλούς. Αλλά δεν μετείχε στα έργα τους!
Ερ.: Λέμε ότι ο Θεός είναι αγάπη, πως πρέπει να αγαπάμε τους αμαρτωλούς και όλα αυτά που μας δίδαξε ο Χριστός. Στους ανθρώπους, που τους έχουνε πληγώσει, τι διδάσκει; Πώς, δηλαδή, να φέρεται κάποιος που του έκαναν κάτι τέτοιο; Να προσευχηθεί, να τους συγχωρήσει;
Απ.: Εσύ δε είσαι που πληγώθηκες; Έκανες τάση αυτονομήσεως! Δεν την/τον άντεξες και έχασες τον τρόπο υπάρξεως μαζί τους. Πρέπει να τους αγαπάς, να περιχωρήσεις και να προσεύχεσαι γι’ αυτούς. Αυτό που έκανε ο Χριστός: αγαπούσε τους διώκτες Του. Και μετά, αφού πληγώθηκες και αυτονομήθηκες -δεν μιλάω πια για σένα- το μοντέλο είναι πάντα σίγουρο: πληγώνεις μερικούς άλλους γύρω σου. Πάει σαν «ping-pong» η ιστορία αυτή. Αλλά πρώτα πληγώθηκες και μετά -μπορεί και να μη το ξέρεις- πλήγωσες άλλους.
Ερ.: Δύο ερωτήματα:
α) ένας άνθρωπος βρίσκεται μέσα σε ένα σπίτι το οποίο πρόκειται να ανατιναχτεί. Αλλά δεν θέλει να βγει έξω. Εγώ όμως τον βγάζω έξω με τη βία. Παραβιάζω την ελευθερία του;
β) ο Θεός είναι παντοδύναμος και βλέπει με αγάπη τον μεταπτωτικό άνθρωπο, τον άνθρωπο που βασανίζεται από την πτώση και την αμαρτία κ.τ.λ.. Αν είναι παντοδύναμος γιατί δεν μπορεί να το διορθώσει και να μας γλυτώσει απ’ τις ταλαιπωρίες;
Απ.: Ο Θεός είναι παντοδύναμος και η παντοδυναμία του εκφράζεται στο ότι... «δεν εκφράζεται»! Η παντοδυναμία του είναι, το ότι δεν εκφράζεται η παντοδυναμία του. Δυνατός είναι κάποιος που είναι δυνατός και δεν δείχνει ότι είναι δυνατός, π.χ. όπως ο Θεόφιλος και η Μαρία που ανέφερα. Επίσης, η παντοδυναμία του Θεού είναι ότι δεν μας πιέζει και δεν μας αναγκάζει να τη δεχτούμε. Πρέπει να είσαι πολύ δυνατός για να εκφράσεις εν αδυναμία την δύναμή σου: «η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται» (Β΄ Κορινθίους ιβ΄/12, 9), «υμείς δε ισχυροί... ημείς δε άτιμοι» (Α΄ Κορ. δ΄/4, 10), «ως μηδέν έχοντες και τα πάντα κατέχοντες» (Β΄ Κορ. ς΄/6, 10) λέει ο Παύλος. Είναι μια «παράλογη» σκέψη στη θεολογία! Άρα: όποιος είναι δυνατός σ’ οποιαδήποτε μεγέθη μόνο ως αδύνατος, αν τα εκφράσει, μπορεί να γίνει κατανοητός. Και ο Θεός ήταν δυνατός και χώρεσε μέσα στην ανθρώπινη φύση! Λέμε «ανθρώπινη φύση», αλλά μπορεί όμως το χορτάρι να δεχθεί τη φωτιά; Όχι.
Δε γνωρίζω τώρα γιατί τίθεται το α΄ ερώτημα, αλλά και πάλι, έχει προϋποθέσεις. Θα κάνεις ό,τι μπορείς για να τον βγάλεις έξω. Ίσως είναι ανόητος, ίσως έχει χαμηλό I.Q., ίσως δεν ξέρει... Γιατί, αν θέλει να αυτοκτονήσει κάνω ό,τι μπορώ για να τον αποτρέψω να αυτοκτονήσει! Δεν θα τον αφήσω εκεί μέσα. Αν χτυπιέται κάτω και δε βγαίνει έξω και πηδήσει απ’ το παράθυρο, ο ίδιος πήδηξε. Εγώ θα κάνω αυτό που μπορώ σ’ αυτή την οριακή κατάσταση. Γιατί το παράδειγμα είναι τελείως οριακό. Και ο Θεός κάνει ό,τι μπορεί για να μη πηδήσουμε απ’ το παράθυρο! Τι νομίζεις; Επειδή ανοίγεις ένα παράθυρο και αυτοκτονείς, ο Θεός δεν έκανε το παν για σένα; Χίλια πράγματα έκανε!
Ο Θεός όλα τα μπορεί. Ο Θεός, επειδή είναι παντοδύναμος, «κρύβεται». Αλλά κάνει πιο πολλά απ’ ότι φαντάζεσαι. Γιατί εσύ δεν μπορείς να καταλάβεις τον χιλιότροπο, πολυποίκιλλο τρόπο με τον οποίο μπαίνει ο Θεός στη ζωή μας για να μας αλλάξει την ελευθερία που έχουμε, χωρίς να καταστρέψει το «είναι» της ελευθερίας μας. Εσύ δεν ξέρεις τι κάνει ο Θεός! Ούτε ξέρεις τα μυστικά Του, ούτε ξέρεις τις εκφράσεις Του. Μπορεί με κάποια πατερικά κείμενα να προσεγγίσεις λίγο το πώς μιλά ο Θεός στους ανθρώπους. Αλλά κανείς δεν έμεινε χωρίς την απέραντη αγάπη του Θεού! «Πολυμερώς και πολυτρόπως πάλαι ο Θεός...» (Εβρ. α΄/1, 1) λέει ο Απ. Παύλος! Πού ξέρεις το μυστήριο του Θεού; Πού ξέρεις τις ανεξιχνίαστες αβύσσους της αγάπης Του; Δεν τις ξέρεις, γι’ αυτό θέτεις το ερώτημα. Αν τις ήξερες δεν θα ρωτούσες. Ούτε κι εγώ τις ξέρω. Αλλά εγώ είμαι σίγουρος ότι είναι έτσι. Και εν ελευθερία τις δέχομαι.
Θα μπορούσα, πάλι, εν ελευθερία να πω «δεν τις ξέρω». Χίλια θαύματα να μου κάνει ο Χριστός, «δεν μου κάνει» θα ήταν η απάντηση. Ο ίδιος ο Χριστός είπε στο Ευαγγέλιο του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου: «ούτε η ανάσταση ενός νεκρού είναι πειστήριο για να πιστέψει κάποιος» (Λουκ. ις΄/16, 31). Βλέπεις νεκρό ν’ ανασταίνεται. Και ο ίδιος ο Χριστός λέει «όχι, δεν είναι πειστήριο αυτό για να πιστέψεις»! Δεν είναι αυτό τρέλα; Ο Ίδιος το λέει, να μη πιστεύεις σε αναστημένο άνθρωπο! Σπάζει αυτό τον καθιερωμένο νου μας! Και το’ πε ο Αβραάμ στον πλούσιο, που βρισκόταν στο δύσκολο εκείνο μέρος: «και ανάσταση να δουν δεν θα πιστέψουν».
Μπες λίγο στην πιο βαθειά προοπτική της αβύσσου της αγάπης του Θεού. Ούτε εγώ την ξέρω και επειδή δεν είμαι δικηγόρος του Θεού, δεν μπορώ να εκφράσω την αγάπη Του. Τα υπόλοιπα είναι πράγματα της έκφρασης του δικού σου τρόπου υπάρξεως. Ξέρεις πότε θα καταλάβεις την απάντηση σ’ αυτό που ρωτάς; Αν αποκτήσεις απόλυτα αυτό τον τρόπο. Απόκτησε τον τρόπο που λέω, τον τρόπο υπάρξεως, που είναι αγαπητική περιχώρηση και θα με καταλάβεις. Γιατί τώρα, απλώς, μιλάμε με λόγια. Και αυτό δεν λέγεται με λόγια. Και εγώ ενώ προσεγγίζω να σου τα πω με λόγια για να σε πείσω, δε θέλω να σε πείσω! Ασ’ το στην αγάπη του Θεού. Κάνε το για να το δεις. «έρχου και ίδε» (Ιω. α΄/1, 47).
Ερ.: Η γνώμη μου είναι ότι ο Θεός στερεί την ελευθερία του ανθρώπου. Ίσως φανεί εγωιστική η ερώτηση αλλά θα πει κανείς «και ποιος είσαι εσύ;». Ο Ιούδας, που πήγαινε να πάρει τα «πολλά λεφτά», περισσότερο σαν να τον αφήνει να πάει να κάνει τη “μικροσκοπική” του πράξη φαίνεται και ότι «δήθεν» ο Θεός ήθελε να τον σώσει. Και από την άλλη βρισκόταν ήδη στα χέρια του εχθρού και θα μπορούσε να πει «μπα, σιγά μη τον σώσω από την αμαρτία!».
Απ.: Θα παραμείνω στο μυστήριο της αγάπης του Θεού και θα σας δώσω ένα απλό παράδειγμα. Ο Θεός έκανε το παν για να μην αυτοκτονήσει ο Ιούδας. Μέχρι τη τελευταία στιγμή, όπως είπε, «εκείνος που βάζει το χέρι του μαζί Μου στο πιάτο θα με προδώσει» (Λουκ. κβ΄/22, 21), (Ματθ. κς΄/26, 23). Και μόνο αυτό που ξέρουμε λέμε! Αν αποκτήσουμε τον τρόπο υπάρξεως θα καταλάβουμε καλύτερα αυτά που λέμε.
Ερ.: Θα ήθελα να ρωτήσω αν η Ορθοδοξία μιλάει για όλους αυτούς, τους ινδουιστές, ισλαμιστές που βρίσκονται σε άλλες θρησκείες...
Απ.: Απήντησα ήδη. Είναι στην αγάπη του Θεού. Και απαντάει η Γραφή με τον Απόστολο Παύλο που λέει ότι, όλα αυτά τα έθνη που δεν γνώρισαν το χριστιανικό ευαγγέλιο θα κριθούν «κατά το νόμο της καρδιάς» (Ρωμ. κε΄/25, 27). Ο κάθε άνθρωπος συνήθως έχει ένα νόμο, π.χ. να αγαπάει τα παιδιά του, να μη σκοτώσει κάποιον. Και πάλι ο Θεός θα κρίνει, όχι εμείς. Δεν κρίνουμε κανένα εμείς, αφήστε το.

Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

"Η ΦΩΝΗ" - ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ: ΠΡΑΞΕΙΣ 9: 1-7 ΚΑΙ ΠΡΑΞΕΙΣ 22: 6-9 ;


«Η  ΦΩΝΗ»
ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ:
ΠΡΑΞΕΙΣ 9: 1-7 ΚΑΙ ΠΡΑΞΕΙΣ 22: 6-9 ; 
ΣΑΛΤΑΟΥΡΑΣ   ΧΡΗΣΤΟΣ

Ζούμε σε μία εποχή που παρατηρείται, ως μη όφειλε, αναβίωση του Παγανισμού. Οι Αντίχριστοι Νεο-Παγανιστές έχουν εξαπολύσει συκοφαντική εκστρατεία ενάντια στη Χριστιανική Εκκλησία. Κεντρικός στόχος της εκστρατείας αυτής είναι η Αγία Γραφή! Οι Νεο-παγανιστές με Δαιμονικό πείσμα και πληθώρα συκοφαντικών σοφισμάτων, προσπαθούν να θίξουν το Κύρος της Γραφής στο μυαλό των αφελών και χλιαρών στην πίστη ανθρώπων. Εκμεταλλεύονται την άγνοια και την νωθρότητα για μελέτη της Γραφής  του σύγχρονου ανθρώπου. Παρουσιάζονται ως Σκεπτικιστές, Ερευνητές, άθρησκοι, εκπρόσωποι του ορθού λόγου, γνωρίζοντες υποτίθεται την Γραφή!!! Εκδίδουν βιβλία, περιοδικά, έχουν τηλεοπτικές εκπομπές και ιστοσελίδες στο διαδίκτυο. Με όλα τα μέσα σύγχρονης επικοινωνίας διαδίδουν τα ψεύδη τους και το πνευματικό τους δηλητήριο! Απαιτείται προσοχή! Κανένα ψεύδος των Αθέων να μην μένει αναπάντητο. Να ανατρέπεται άμα τη εμφανίσει η επαίσχυντη προπαγάνδα τους
Στο παρόν άρθρο θα ασχοληθούμε με ένα επιχείρημα που σκοπό έχει να πείσει τους ανθρώπους να μην εμπιστεύονται την Γραφή! Η Γραφή των Χριστιανών, λέγουν, είναι γεμάτη «αντιφάσεις» και «άρα δεν είναι θεόπνευστη»!
Ιδού τι ισχυρίζονται :
Παραθέτουν τα παρακάτω αποσπάσματα από την Καινή Διαθήκη και λέγουν ότι δήθεν η Καινή Διαθήκη ΑΝΤΙΦΑΣΚΕΙ !
ΠΡΑΞΕΙΣ 9: 1-7 « Ο δε Σαύλος έτι εμπνέων απειλής και φόνου εις τους μαθητάς του Κυρίου, προσελθών τω αρχιερεί  ητήσατο παρ’ αυτού επιστολάς εις Δαμασκόν προς τας συναγωγάς, όπως εάν τινας εύρη της οδού όντας, άνδρας τε και γυναίκας, δεδεμένους αγάγη εις Ιερουσαλήμ.  εν δε τω πορεύεσθαι εγένετο αυτόν εγγίζειν τη Δαμασκω, και εξαίφνης περιήστραψεν αυτόν φως από του ουρανού,  και πεσών επί την γην ήκουσε φωνήν λέγουσαν αυτω· Σαούλ Σαούλ, τι με διώκεις;  είπε δε· τις ει, κύριε; ο δε Κύριος είπεν· εγώ ειμι Ιησούς ον συ διώκεις·  αλλά ανάστηθι και είσελθε εις την πόλιν, και λαληθήσεταί σοι τι σε δεί ποιείν.  οι δε άνδρες οι συνοδεύοντες αυτω ειστήκεισαν ενεοί, ακούοντες μεν της φωνής, μηδένα δε θεωρούντες».
ΠΡΑΞΕΙΣ 22: 6-9 «Εγένετο δε μοι πορευομένω και εγγίζοντι τη Δαμασκω περί μεσημβρίαν εξαίφνης εκ του ουρανού περιαστράψαι φως ικανόν περί εμέ,  έπεσόν τε εις το έδαφος και ήκουσα φωνής λεγούσης μοι· Σαούλ Σαούλ, τι με διώκεις;  εγώ δε απεκρίθην· τις ει, Κύριε; είπέ τε προς με· εγώ ειμι Ιησούς ο Ναζωραίος, ον συ διώκεις.  οι δε συν εμοί όντες το μεν φως εθεάσαντο και έμφοβοι εγένοντο, την δε φωνήν ουκ ήκουσαν του λαλούντός μοι».
Ορίστε ! Λέγουν οι Νέο- Παγανιστές, η Γραφή αντιφάσκει άρα δεν είναι θεόπνευστη! Στο ένα χωρίο λέγει ότι οι ακολουθούντες τον Παύλο ΑΚΟΥΣΑΝ την φωνή ενώ στο δεύτερο χωρίο που περιγράφει το ίδιο γεγονός λέγει ότι ΔΕΝ ΑΚΟΥΣΑΝ την φωνή! Τελικά ΑΚΟΥΣΑΝ ή ΔΕΝ ΑΚΟΥΣΑΝ;;;
ΑΠΑΝΤΟΥΜΕ :
Στην περίπτωση αυτή που με στόμφο επικαλούνται οι Άθεοι, έχουμε άλλη μία από τις πολλές ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΕΣ αντιφάσεις της Γραφής και όχι πραγματική αντίφαση !
Οι ακόλουθοι του Παύλου ΚΑΙ ΑΚΟΥΣΑΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΑΚΟΥΣΑΝ ΤΗΝ ΦΩΝΗ ! Διότι άλλη έννοια έχει η λέξη ΦΩΝΗ στο ένα χωρίο και άλλη στο άλλο. Αλλά δεν περιμένουμε από τους Παγανιστές να έχουν μελετήσει σε βάθος την Γραφή! Το μόνο που τους ενδειαφέρει είναι να συκοφαντήσουν !
Η λέξη ΦΩΝΗ άλλοτε σημαίνει τον  έναρθρο λόγο (ή γενικώς τον με σημασία ήχο) και άλλοτε τον ήχο (δίχως σημασία θόρυβο).
Χαρακτηριστικά είναι τα εξής εδάφια : «τοσαύτα ει τύχοι γένη φωνών εστιν εν κόσμω, και ουδέν αυτών άφωνον» Α Κορινθίους 14:10
Ο Απ. Παύλος λέγει ότι υπάρχουν πολλές ΦΩΝΕΣ= Γλώσσες, στον κόσμο αλλά καμία από αυτές δεν είναι ΑΦΩΝΗ= δίχως σημασία ήχος. Διότι όλες οι Γλώσσες έχουν σημασία δεν είναι ΑΦΩΝΕΣ ΦΩΝΕΣ!
Αντιθέτως υπάρχουν ΗΧΟΙ που είναι ΑΔΗΛΟΙ = δίχως σημασία.
«και γαρ εάν άδηλον φωνήν σάλπιγξ δω, τις παρασκευάσεται εις πόλεμον;» Α Κορινθίους 14:8.
Η ΑΔΗΛΟΣ ΦΩΝΗ του Α Κορινθίους 14:8 σημαίνει τον χωρίς σημασία ήχο. Ενώ οι ΦΩΝΕΣ του Α Κορινθίους 14:10 που δεν είναι «άφωνες» =χωρις σημασία, είναι οι Γλώσσες- οι έναρθροι με σημασία λόγοι.
Άρα η λέξη ΦΩΝΗ έχει στην Γραφή διπλή σημασία, σημαίνει και τον  έναρθρο λόγο και τον ήχο με την έννοια του θορύβου.
Τα χωρία ΠΡΑΞΕΙΣ 9: 1-7 και ΠΡΑΞΕΙΣ 22: 6-9 που περιγράφουν το ίδιο γεγονός δεν αντιφάσκουν.
Στο πρώτο οι ακόλουθοι του Παύλου άκουσαν την ΦΩΝΗ με την έννοια του θορύβου.
Στο δεύτρο χωρίο δεν άκουσαν την ΦΩΝΗ με την έννοια του έναρθρου λόγου.
Παρόμοιο περιστατικό αναφέρει η Γραφή στο ευαγγέλιο του Ιωάννου.
« Πάτερ, δόξασόν σου το όνομα. ήλθεν ουν φωνή εκ του ουρανού· και εδόξασα και πάλιν δοξάσω. ο ουν όχλος ο εστώς και ακούσας έλεγε βροντήν γεγονέναι· άλλοι έλεγον· άγγελος αυτω λελάληκεν.  απεκρίθη ο Ιησούς και είπεν· ου δι' εμέ αύτη η φωνή γέγονεν, αλλά δι' υμάς» Ιωάννης 12:28-30.
Ο όχλος ΑΚΟΥΣΕ την ΦΩΝΗ και άλλοι την αντιλήφθηκαν ως έναρθρο λόγο και νόμισαν ότι μίλησε Άγγελος. Ενώ άλλοι ως θόρυβο ως ΒΡΟΝΤΗ.
Έτσι και στην περίπτωση του Παύλου ο μετέπειτα Απόστολος άκουσε έναρθρο λόγο ενώ οι ακόλουθοι άκουσαν θόρυβο και δεν άκουσαν έναρθρο λόγο.


Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον       www.egolpion.com
16  ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ  2013

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

«Ἔχει τί πικρόν ὁ τῆς ἀληθείας λόγος»

Τό ὅτι οὐδέν ἰσχυρότερον ὑφίσταται τῆς ἀληθείας, τοῦτο ὄχι μόνον τό βλέπει κανείς εἰς τήν παγκόσμιον ἱστορίαν καί τό ἐπισημαίνει εἰς πλείστας ὅσας περιπτώσεις, ἀλλά τό βεβαιώνει καί αὐτός ὁ ἀψευδής λόγος τοῦ Θεοῦ. Πρός ἐπιβεβαίωσιν τῶν ἀνωτέρω, ἀλλά καί πρός ὠφέλειαν, «πρός διδασκαλίαν, πρός ἔλεγχον, πρός ἐπανόρθωσιν...» (1), ἄς δοῦμε τά ὅσα ἀναφέρονται εἰς τήν Παλαιάν Διαθήκην καί συγκεκριμένως εἰς τό Α´ βιβλίον τοῦ Ἔσδρα, Κεφάλαια γ´ καί δ´. Εἰς τά κεφάλαια αὐτά γίνεται λόγος δι᾽ ἕνα διαγωνισμόν τριῶν νεαρῶν σωματοφυλάκων τοῦ βασιλέως τῶν Περσῶν Δαρείου. Οἱ σωματοφύλακες ἐκεῖνοι, ἐνῷ ἐφύλασσαν τόν Δαρεῖον, ὁ ὁποῖος δέν εἶχε καλόν ὕπνον μετά ἀπό ἕνα συμπόσιον τό ὁποῖον εἶχε παραθέσει, συνεφώνησαν μεταξύ των ὥστε νά γράψῃ ὁ καθένας μίαν γνώμην καί εἰς τήν συνέχειαν νά τήν θέσουν ὑπ᾽ ὄψιν τοῦ ἰδίου τοῦ βασιλέως τῶν Περσῶν, ὁ ὁποῖος θά τήν ἔκρινε καί θά ἐβράβευε πλουσιοπαρόχως τήν καλυτέραν ἀπό αὐτάς.
Καί ὁ μέν πρῶτος ἔγραψε ὅτι νικᾷ τά πάντα ὁ οἶνος, ὁ δεύτερος ὅτι ὑπερισχύει ὅλων ὁ βασιλεύς, ὁ δέ τρίτος ἐξ αὐτῶν ἐσημείωσε ὅτι πολλήν μεγάλην δύναμιν ἔχουν οἱ γυναῖκες, ἀλλά ἐτόνισε ὅτι καί αὐτάς ἀκόμη τάς νικᾷ ἡ ἀλήθεια.
Ὁ Ζοροβάβελ, ὁ σωματοφύλαξ, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε τήν ἀλήθειαν, ὅταν ἦλθε ἡ σειρά του νά ὁμιλήσῃ, ἀπέδειξε διά λόγων καί ἰσχυρῶν ἐπιχειρημάτων, ὅτι «ἡ ἀλήθεια μεγάλη καί ἰσχυροτέρα παρά πάντα» (2). Ὁ Ζοροβάβελ δέν ὡμίλησε γενικῶς καί ἀορίστως περί ἀληθείας, ἀλλά συνδέει τήν ἀλήθειαν μέ τήν Πηγήν τῆς Ἀληθείας, δηλαδή τόν ἴδιον τόν Θεόν. Ὁ λόγος του εἶναι πολύ χαρακτηριστικός καί καταγεγραμμένος εἰς τό ἱερόν κείμενον: «Καί αὐτῇ ἡ ἰσχύς καί τό βασίλειον καί ἡ ἐξουσία καί ἡ μεγαλειότης τῶν πάντων αἰώνων. Εὐλογητός ὁ Θεός τῆς Ἀληθείας» (3). «Καί ἐσιώπησε (ὁ Ζοροβάβελ) τοῦ λαλεῖν· καί πᾶς ὁ λαός τότε ἐφώνησε, καί τότε εἶπον· μεγάλη ἡ ἀλήθεια καί ὑπερισχύει» (4). Ὁ δέ Βασιλεύς ἀντήμειψε τόν Ζοροβάβελ ὡς τόν σοφώτερον ἐκ τῶν τριῶν σωματοφυλάκων του. Eἰς τήν συνέχειαν, κατόπιν ἐντολῆς τοῦ Δαρείου, ἀναλαμβάνει ὁ Ζοροβάβελ τά τῆς οἰκοδομήσεως τῆς Ἱερουσαλήμ.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος θά διακηρύξῃ, εἰς σχέσιν μέ τήν Παλαιάν Διαθήκην, ὅτι «ὁ νόμος διά Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καί ἡ ἀλήθεια διά Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο» (5).
Βεβαίως, διά τούς συνειδητούς πιστούς ἡ δύναμις τῆς Ἀληθείας εἶναι ἀναμφισβήτητος. Τό ὅτι ἔτσι ἔχουν τά πράγματα περί τῆς Ἀληθείας δέν ἠμπορεῖ νά ὑπάρχῃ ἀντίρρρησις ἀπό οὐδένα πιστόν καί λογικόν ἄνθρωπον. Ἴδιος ὁ Ἀρχηγός τῆς Πίστεώς μας, ὁ Χριστός, τονίζει ξεκάθαρα: «Ἐγώ εἰμί ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή» (6). Ὁ Χριστός εἶναι ἡ Αὐτοαλήθεια. Τά κατά κόσμον ἰσχυρά εἶναι θνητά καί μάλιστα ταχυθάνατα, οἱανδήποτε ἰσχύν καί ἄν διαθέτουν, ἡ λήθεια ὅμως εἶναι ἀΐδιος.
Οἱ ἄνθρωποι πού πικραίνονται καί ἀπορρίπτουν τήν Ἀλήθειαν καυτηριάζονται ἀπό τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ. Ἀποτέλεσμα εἶναι νά ἀπορρίπτουν τόν Θεάνθρωπον καί νά πίπτουν εἰς τό κατάντημα τοῦτο, παρ᾽ ὅ,τι ὁ Χριστός ἔδωσε ἀναντίρρητες καί ἀναμφισβήτητες ἀποδείξεις περί τῆς Θεότητός Του. Πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται, φοβοῦνται καί πολεμοῦν τήν ἀλήθειαν εἰς ὅλας βεβαίως τάς ἐκφάνσεις, πολύ ὅμως περισσότερον εἰς τά θέματα τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ διά τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων καί τῆς Ἀποστολικῆς Παραδόσεως.
Ἄλλα οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἠγάπησαν τό σκότος καί ὄχι τό φῶς, διότι τά ἔργα των εἶναι πονηρά. Τά ἔργα εἶναι ἡ ἔκφανσις, τό ἀποτέλεσμα τῶν κρυπτῶν τῆς καρδίας τοῦ ἀνθρώπου. Πονηρά λοιπόν εἶναι ἡ καρδία καί τά ἔργα αὐτῶν.
Ἀπό τόν Θεόν, πού εἶναι ἡ Ἀλήθεια, ἡ ἀπόλυτος καί ἄδολος Ἀλήθεια, προέρχεται ἡ «καθαρά καί ἀμιγής παντός δολεροῦ προκαλύμματος ἀλήθεια», θά κηρύξῃ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης (7).
Τήν στάσιν ζωῆς ἔναντι τῆς ἀληθείας τήν βλέπομε εἰς τόν βίον καί τήν Πολιτείαν τῶν Ἁγίων καί εἰδικῶς τῶν Μαρτύρων καί τῶν Ὁμολογητῶν, ἀλλά καί τῶν μεγάλων Πατέρων καί Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας μας. Τά κείμενα τῆς Πατρολογίας ἐπιβεβαιώνουν τοῦ λόγου τό ἀληθές, ἀλλά καί τά Ἱερά Συναξάρια, τά ὁποῖα ἐν πολλοῖς ἀποτελοῦν πλήν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς καί σημαντικόν μέρος τῆς Ἐθνικῆς μας Ἱστορίας, κοσμοῦνται μέ ὁμολογίες ἀληθείας, οἱ ὁποῖες ἄνευ ἀμφιβολίας ἀποτελοῦν «συμβολικά μνημεῖα», πού ὁριοθετοῦν τήν ἀλήθειαν ἔναντι τοῦ ψεύδους καί τήν Ὀρθοδοξίαν ἔναντι τῆς κακοδοξίας καί τῶν αἱρέσεων.
Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος θά διασαλπίσῃ: «Οὐδέν φανερώτερον, οὐδέν ἰσχυρότερον γένοιτ᾽ ἄν, ὥσπερ τοῦ ψεύδους οὐδέν ἀσθενέστερον» (8).
Ἡ ἀλήθεια εἶναι φῶς καί ἐπιφέρει τόν ἔλεγχον καί ποιεῖ ἔλεγχον καί μάλιστα αὐστηρόν καί ἀδυσώπητον, ἀναλόγως τοῦ βάθους τοῦ κακοῦ, εἰς τό ὁποῖον ἑκουσίως ἔχει περιπέσει ὁ ἄνθρωπος. Ὅσον μεγαλύτερον εἶναι τό κακόν καί ὅσον βαθύτερον τό πνευματικόν και ἠθικόν βάραθρον, τόσον καί δριμύτερος εἶναι ὁ ἔλεγχος πού δέχεται τό ψεῦδος ὑπό τοῦ φωτός τῆς ἀληθείας.
Τό ἀκέραιον τῆς ἀληθείας, εἰς τήν ἔκφρασιν καί ὄχι εἰς τήν ἀποσκίασιν αὐτῆς, εἶναι τό ζητούμενον, ἀκόμη καί ἄν χρειασθῇ νά ἔλθωμε εἰς ἀντιπαράθεσιν «ἕνεκεν ἀληθείας», ἤ νά χαρακτηρισθῇ ἡ στάσις μας ὡς ἔλεγχος ἐπιβεβλημένος.
Ἡ ἀλήθεια δέν ἠμπορεῖ νά ἀλλοιοῦται κατά τά πρόσωπα καί τάς περιστάσεις, ἀλλά ὀφείλει νά παραμένῃ ἀκεραία καί αὐθεντική. Ταυτοχρόνως ὅμως νά κηρύσσεται, νά ὁμολογῆται, ἀλλά καί νά ἐλέγχῃ, ἔστω καί ἄν κάποιοι, συγγενεῖς, φίλοι, συνεργάτες, ὑψηλά ἱστάμενα πρόσωπα, κλπ., στενοχωρηθοῦν, λυπηθοῦν, ἐξοργισθοῦν ἤ ἀκόμη φθάσουν καί σέ ἀκραῖες καταστάσεις, οἱ ὁποῖες ἀπᾴδουν πρός τούς κανόνας εὐπρεποῦς πόσῳ μᾶλλον χριστιανικῆς συμπεριφορᾶς. Λέγει ὁ Ἀριστοτέλης «φίλος μέν Πλάτων, φιλτάτη δέ ἀλήθεια».
Περίπτωσιν ἐλέγχου βλέπομε καί εἰς τούς Πρωτοκορυφαίους Ἀποστόλους Πέτρον καί Παῦλον. Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς ἐπί τοῦ προκειμένου θέματος ἀναφέρει, σχετικῶς μέ τήν στάσιν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἔναντι ἐκείνης τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ὅτι: «Ὅτε δέ ἦλθε Πέτρος εἰς Ἀντιόχειαν, κατά πρόσωπον αὐτῷ ἀντέστην, ὅτι κατεγνωσμένος ἦν» (9).
Ἡ ἀλήθεια ἀπορρέει ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἀπό τά μικρότερα ἕως τά μεγαλύτερα καί σοβαρότερα θέματα τῆς ζωῆς. Τήν ἀλήθειαν, εἴτε τήν δεχόμεθα ὡς ἔχει καί ὠφελούμεθα, εἴτε ἐρχόμεθα εἰς ἀντίθεσιν καί ἀντιπαράθεσιν μέ αὐτήν καί συνθλιβόμεθα ὁλοσχερῶς ἐξ αὐτῆς.
Ὅσον ἀφορᾷ δέ τούς ἀνθρώπους πού ψεύδονται, αὐτοί δέν ἔχουν πατέρα τόν Θεόν, ἀλλά τόν διάβολον. Εἶναι σαλιολόγοι, ὁμιλοῦν μέ «σάλια» τοῦ διαβόλου καί ὄχι μέ λόγους ἀληθείας, ὅπως συμβαίνῃ εἰς τήν φυσικήν κατάστασιν κάθε ἐντίμου ἀνθρώπου, πόσῳ δέ μᾶλλον τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ. Αὐτοί εἴτε ἀρνοῦνται τελείως τήν ἀλήθειαν, εἴτε τήν ἀλλοιώνουν. Ἄλλοτε πάλιν κάμνουν ἐπιλογήν ἀληθειῶν. Κόπτουν καί ράπτουν κατά τό δοκοῦν τήν ἀλήθειαν καί ὅπου βλέπουν ὅτι αὐτή ὑποβοηθεῖ εἰς τά συμφέροντά των, τά σχέδιά των, τίς σκοπιμότητές των, κλπ., τότε τήν προασπίζονται. Ὅπου δέ διαπιστώνουν τό ἀντίθετον, τήν ἀπορρίπτουν ἤ τήν πολεμοῦν. Ὅλοι αὐτοί χρῄζουν ταχείας θεραπείας-μετανοίας, διότι νοσοῦν ἀπό σκώληκας-ψεύδη, πού μολύνουν καί κατατρώγουν τήν ψυχήν των καί ὄχι μόνον. Ἡ μόλυνσίς των αὐτή ἐξαπλοῦται μέ ἐπιπτώσεις ἀρνητικές καί ἐπιφέρει καί ψυχολογικο-σωματικο-οργανικές ἐμπλοκές. Ἡ ἐκ τοῦ ψεύδους μόλυνσις, ἐάν δέν θεραπευθῇ, ἐξαπλοῦται καί μολύνει καί τόν πλησίον καί τό κοινωνικόν σύνολον.
Οἱ ἄνθρωποι τοῦ ψεύδους, ὄχι μόνον ψεύδονται, ἀλλά ἐνοχλοῦνται ἐξωφρενικῶς εἰς τό ἄκουσμα τῆς ἀληθείας. Λέγει τό ἀρχαῖον γνωμικόν: «Ἔχει τι  πικρόν ὁ τῆς ἀληθείας λόγος». Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, ἀντί νά ἀνησυχήσουν καί νά σπεύσουν διά τῆς μετανοίας πρός θεραπείαν, πικραίνονται καί σκορπίζουν χολήν, ἀντιπάθειες, κακολογίες ἔναντι ἐκείνων πού τούς λέγουν τήν ἀλήθειαν καί ἐπισημαίνουν τά ψεύδη των. Ταράσσονται, ἐκνευρίζονται καί νίοτε χάνουν τόν ἔλεγχον καί ἀποβάλλουν τίς μάσκες καί τά προσωπεῖα των. Ἀποκαλύπτονται, ἐκτροχιάζονται, ψευδοκατηγοροῦν, ὑβρίζουν, ἐχιδνολογοῦν... Ἀπό τίς ἀσθένειες, δηλαδή τά πάθη των, ἤτοι φιλαυτίαν, ἐγωϊσμόν, περηφάνειαν, πλεονεξίαν, αταρέσκειαν, μεγαλομανίαν, ἰδιοτέλειαν, κλπ., ἐνεργοποιοῦνται καί αὐτομάτως ἐκδηλώνονται οἱ παρενέργειες τῶν παθῶν αὐτῶν. Ἡ ἀλήθεια τούς ἐνοχλεῖ, διότι ἐκβράζει τήν κρυμμένη καί βυθισμένη δυσωδία τοῦ πτώματός των, δηλαδή αὐτό πού πράγματι εἶναι. Εἶπε Γέρων: «ντιπαθομε τούς σωστούς νθρώπους, χι γιά τό τί εναι, λλά γιά τό τί εμαστε ἐμεῖς».
Ἀλλά τό φαινόμενον τοῦτο, τό νά ἐνοχλῆται δηλαδή κανείς ἐξ αἰτίας τῆς ἀληθείας, καταντᾷ εἰς τό χειρότερον ἐπίπεδον, ὅταν, διά νά ἀμυνθῇ, φθάνῃ ἀκόμη καί εἰς τήν διαστροφήν αὐτῆς ταύτης τῆς ἀληθείας. Ὅσον καί νά ἀκούεται μέ ἀποτροπιασμόν αὐτή ἡ πραγματικότης, ὑπάρχουν δυστυχῶς ἄνθρωποι πού ἔργον ζωῆς των ἔχουν κάμει τό νά διαστρέφουν τήν ἀλήθειαν καί νά διαδίδουν τό ψεῦδος. Κακολογοῦν,  κατηγοροῦν, διαβάλλουν, συκοφαντοῦν... Δυστυχῶς, λερωμένα δάκτυλα δείχνουν καί κατηγορον καθαρά μέτωπα. Αὐτοί εἶναι ἐπαγγελματίες μέν τῆς κατ᾽ ἐπανάληψιν δοκιμασμένης  Γκαιμπελικῆς μεθόδου (10), συνάμα δέ καί «κομπογιαννῖτες». Ἐφαρμόζουν τό «ρίξε λάσπη καί κάτι τελικά θά μείνῃ». Ὑπάρχει ὅμως ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἀληθείας βάσει τῆς χριστιανικῆς μεθόδου, ἡ ὁποία μᾶς καταδεικνύει ὅτι "γκαιμπελική" λάσπη πού ρίχνουν εἰς τούς λλους, λερώνει τελικά μόνον τόν αυτόν των.
 Ὅλοι αὐτοί εἶναι θεατρῖνοι, ἀριστοῦχοι πτυχιοῦχοι φαρισαϊκῆς-ὑποκριτικῆς σχολῆς, καί μάλιστα μέ διατριβήν εἰς τό «χαῖρε Ραββί». Κινοῦνται εἰς ὅλους τούς χώρους, καί μάλιστα καί μέσα εἰς ναούς, εἰς ἀρχονταρίκια, κλπ. Κάποιες φορές, μέσῳ κάποιων ἱκανοτήτων πού διαθέτουν εἰς ὡρισμένα θέματα εἰς τά ὁποῖα ἔχουν ἐμβαθύνει, προσπαθοῦν νά συγκινήσουν-παγιδεύσουν-ἐγκλωβίσουν καί νά κερδίσουν τήν ἐμπιστοσύνην καί τήν ἐκτίμησιν καλοπροαιρέτων ἀνθρώπων, ἴσως λόγῳ προσωπικῶν συμφερόντων καί ὄχι μόνον. Ὅσον δέ διά τό ἀθεολόγητον πού τούς χαρακτηρίζει καί τήν προσπάθειάν των παρά ταῦτα νά θεολογήσουν, τοῦτο τό βλέπει καί τό ἀφουγκράζεται ὁ διάβολος καί διπλά χειροκροτεῖ. Ὅμως, ὅταν καί ἐάν ἀποκαλυφθοῦν ἤ αὐτοαποκαλυφθοῦν, τότε συγχύζονται καί φθάνουν εἰς τό σημεῖον νά κινοῦνται ἀκόμη καί ἐναντίον τῶν καλοπροαιρέτων ἀνθρώπων πού ἀνυποψιάστως τούς ἐπίστευσαν. Εἰς αὐτούς τούς ἐσκοτισμένους ἀνθρώπους δημιουργεῖται συνειδησιακόν "πάρκινσον", καί ὅσον ἐπιζητοῦν μέσα εἰς τόν τρόμον των νά καλυφθοῦν καί νά κρυφθοῦν, τόσον καί περισσότερον φανερώνουν καί ἀποκαλύπτουν τό ποιόν-"πῦον" των. Ἰδού τό "μεγαλεῖον" τῆς συγχύσεώς των, λόγῳ τῆς ἀποκαλύψεως-αὐτοαποκαλύψεώς των! Ἰδού οἱ «ἀληθινοί ψεῦτες»! Γράφει ὁ Μολιέρος (11), ὅτι «τό φῶς τῆς ἀληθείας ἔκαμε πολλούς ἀνθρώπους νά ζητοῦν νά κρυφθοῦν πίσω ἀπό τόν ἴσκιον της».
Ἡ διαστροφή τῆς ἀληθείας ἀπαντᾶται εἰς διεστραμμένους ἀνθρώπους καί μάλιστα αὐτό τό κάμνουν μέ μίαν δαιμονικήν ἱκανοποίησιν, ἀπό ἐμπάθειαν, κακίαν καί μῖσος πρός τήν ἀλήθειαν. Ἀπό ἀπέχθειαν πρός τήν ἠθικήν ἀξίαν. Ἀπό βαθεῖαν κακότητα τῆς ψυχῆς των καί φυσικά ἀπό ἐγωϊσμόν καί ἰδιοτέλειαν. Ἀπό ἐλατήρια συμφεροντολογικά, στρεβλά καί λοξά.
Ὅσοι ἀρνοῦνται τήν ἀλήθειαν ἔχουν διαμορφώσει καρδίαν λοξήν καί ἔχουν παγιώσει κλίσιν ἀρνητικήν. Τό πηδάλιον τῆς ὑπάρξεώς των ἔχει "σκαλώσει" εἰς ἐπικίνδυνα «τρίγωνα» καί ἡ πυξίδα τοῦ νοός των, ἀντί νά προσανατολίζῃ, τούς κατευθύνει πρός τήν δίνην τῶν παθῶν καί τό ἔρεβος τῆς ἁμαρτίας καί τῆς ἀμετανοησίας.
Φαίνεται πώς οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἔχουν θέσει τόν ἑαυτόν των ὑπό τήν προστασίαν «Ἀπόλλωνος τοῦ λοξία» (12), ἤγουν τοῦ διαβόλου, καθ᾽ ὅτι «πάντες οἱ θεοί τῶν ἐθνῶν δαιμόνια» (13). Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, πού ἀρνοῦνται καί διαστρέφουν τήν ἀλήθειαν, δέν εἶναι παρά δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας καί ὄργανα τοῦ σκότους τοῦ φθόνου καί τοῦ μίσους. Ὅλοι αὐτοί πού ἀνήκουν εἰς τήν συνομοταξίαν τῶν ἐχθρῶν τῆς ἀληθείας μέ ὅλες τίς παραμέτρους τοῦ θέματος εἶναι τυφλωμένοι ἀπό τά πάθη των, ἰδιοτελεῖς, σκοτεινολόγοι, ματαιολόγοι... Ὄντως «οὐκ ἔστι φόβος Θεοῦ ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν» (14).
Τό ψεῦδος ἔχει ἐξαπλωθῆ καί κυριαρχεῖ παντοῦ, γενικῶς εἰς ὅλους τούς τομεῖς. Δυστυχῶς, ἔχει διεισδύσει καί εἰς αὐτόν τόν Ἐκκλησιαστικόν χῶρον - ἐκτός ἐξαιρέσεων - μέ ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Ἀπαράδεκτα γεγονότα λαμβάνουν χώραν. Τά πάντα ὅμως εἶναι ἀποτέλεσμα κυρίως τῶν πολλῶν μας ἁμαρτιῶν, τῆς ἀποστασίας καί τῆς ἀμετανοησίας μας. Βεβαίως, ἐννοεῖται, πώς δέν πρέπει νά δεχώμεθα τό ψέμμα τῆς πλάνης, τήν αἵρεσιν, τό σχίσμα καί τήν ἐν γένει ἀλλοίωσιν τῆς διαχρονικῆς καί ἀναλλοιώτου Ὀρθοδόξου πνευματικότητος.
Ἐπιβάλλεται νά ἀγωνιζώμεθα. Ὁ ἀγών πρέπει νά πραγματοποιῆται ἐν «ἀσφαλεῖ τειχίῳ». Νά ἀγωνιζώμεθα νομίμως, ὄχι ὅμως δημιουργῶντας σχίσματα, τά ὁποῖα μᾶς θέτουν ἐκτός Ἐκκλησίας, διότι τέτοιου εἴδους "ἀγῶνες" δέν εἶναι ἀγῶνες ὑπέρ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ὑπέρ τῶν ἐχθρῶν Αὐτῆς. Ὁ ἀγών μας πρέπει νά εἶναι ἐν μετανοίᾳ, ἔγκυρος, Χριστοκεντρικός δηλαδή, ἐντός καί μόνον ἐντός τῆς Ἐκκλησίας.
Δέν πολεμοῦμε τούς θεσμούς. Εἶναι χρέος μας καί καθῆκον μας νά τούς σεβώμεθα, νά τούς  προασπιζώμεθα καί νά ἀγωνιζώμεθα ὑπέρ αὐτῶν. Δέν θά δεχθοῦμε ὅμως ἀπό οἱονδήποτε ἐκκλησιαστικόν παράγοντα, πρόσωπον, ἐκπρόσωπον, ἀντιπρόσωπον, κλπ., ὁ,τιδήποτε ἀντίθετον αὐτός θά πρεσβεύῃ καί θά κηρύσσῃ πρός τήν διαχρονικήν διδασκαλίαν τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Θά εὐχώμεθα ὅμως νά μετανοήσουν ὅλοι οἱ ἀποκλίνοντες ἐκ τῆς ἀποστολῆς των.
Ἀλλά καί εἰς τόν πολιτικόν χῶρον, εἰς τόν ὁποῖον ἐμεῖς ἐκλέγομε τά πρόσωπα, ὑφίσταται ἀπόκλισις, ἀκόμη καί ἀποστροφή ἐκ τῆς ἀληθείας. Ἐκτός ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ὁ πολιτικός κόσμος - παρά τίς τυχόν ἤ δῆθεν διαφορές των εἰς τήν πολιτικήν σκακιέραν - ἀποστρέφεται τόν Χριστόν ψηφίζοντας καί ὑπερψηφίζοντας νόμους καί διατάξεις ἄκρως ἀντιθέτους πρός τόν νόμον Του. Πταίουν ὅμως μόνον οἱ πολιτικοί; Ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δέν τούς ἐκλέγομε διά τῆς ψήφου μας; Ἄρα, ἐμεῖς πρῶτα εἴμεθα ὑπεύθυνοι καί ὑπόλογοι.
Καί εἰς τήν Παιδείαν συμβαίνουν ἀπαράδεκτα καί ἀντορθόδοξα πράγματα. Πταίει ὅμως μόνον ἡ Παιδεία; Ἡ οἰκογένεια εἶναι ἀνεύθυνος; Ἡ οἰκογένεια ἄραγε διδάσκει μέ τήν ζωήν της καί τό παράδειγμά της χριστιανικήν διαπαιδαγώγησιν εἰς τά παιδιά; Οἱ γονεῖς ἔχουν μυστηριακήν ζωήν καί φόβον Θεοῦ; Κηρύσσουν μετάνοιαν καί μάλιστα δι᾽ ἔργων;
Δέν θά προβοῦμε εἰς συστηματικήν παράθεσιν καί διεξοδικήν ἀνάλυσιν τῶν «ἀνασταυρώσεων τοῦ Χριστοῦ» (15), διότι θά ἐχρειάζετο νά καταρτισθῇ «Τόμος ἀποστασίας», ἐπειδή, κατά τό μᾶλλον ἤ ἧττον, αὐτά ἔχουν ἐπισημανθῆ ἀπό πλείστους ὅσους πιστούς ἀγωνιστάς καί ὅλοι γνωρίζομε τούς «ἐμπτυσμούς, τούς κολαφισμούς καί τά ραπίσματα» (16).
Εἶναι ἡλίου φαεινότερον, ὅτι ἡ κοινωνική, οἰκονομική, πολιτική, ἐθνική καί πολιτισμική κρίσις δέν εἶναι παρά πνευματική καί ἠθική κρίσις.
Ἀπό τήν πονηράν καρδίαν, τήν ζάλην τῶν παθῶν καί τήν ἁμαρτίαν, προέρχονται τά πονηρά ἔργα καί κατευθύνονται λόγοι κακοί, "ἄρρωστοι" καί ἀνάρμοστοι πρός τήν ἀλήθειαν. Ὅμως, ἡ ἀλήθεια ποτέ δέν ἀμαυροῦται. Ὅσον ζοφερώτερον εἶναι τό ψεῦδος, τόσον περισσότερον ἡ ἀλήθεια διαλάμπει. Τό ψεῦδος συμβαδίζει μέ τό τί θέλει τό ἐμπαθές καί μή κεκαθαρμένο ἐγώ μας, ἐνῷ ἡ ἀλήθεια μέ τό τί θέλει ὁ Θεός. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει: «Τό μέν ἀληθές ἕν, τό δέ ψεῦδος πολυσχιδές» (17).
«Αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τό φῶς ἐλήλυθεν εἰς τόν κόσμον, καί ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τό σκότος ἤ τό φῶς· ἦν γάρ πονηρά αὐτῶν τά ἔργα. Πᾶς γάρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ» (18).
Ὁ φαῦλος ἄνθρωπος μισεῖ τό φῶς καί τήν χάριν τῆς Ἀληθείας. Δέν προσελκύεται ἀπό τήν χάριν τῆς Ἀληθείας καί φοβεῖται τό φῶς «...ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ» (19). Τοὐτέστιν, διά νά μήν φανερωθοῦν τά ἔργα του τά ζοφερά. Διά νά μήν ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀσχήμια καί ἡ φαυλότης τοῦ βίου του. Ὁ φαῦλος ἄνθρωπος ἀποφεύγει ἐπιμελῶς τήν ἀλήθειαν, δηλαδή ἀποφεύγει καί ἀρνεῖται τόν Χριστόν, διά νά καθησυχάσῃ τήν πορωμένην συνείδησίν του. Ἔχει ὅμως νομιζομένην ἡσυχίαν. Δέν ὑπάρχει ἡσυχία, ἀνάπαυσις καί εἰρήνη μέσα εἰς τό σκότος τοῦ ψεύδους. στιγμή τς πραγματικς συχίας δέν εναι κείνη πού κοιμώμεθα, λλά κείνη πού κοιμται συχη συνείδησίς μας.
Ἄν ἐμβαθύνωμε «ἕνεκεν τῆς ἀληθείας» εἰς τό θέμα τοῦ ψεύδους, θά διαπιστώσωμε ἀπιστίαν, ἀσέβειαν και δεινήν ἀθεοφοβίαν. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ ψεύδους διαστρέφουν τήν ἀλήθειαν κτυπῶντας την μέ τό ψεῦδος των. Τελικῶς ὅμως, κτυποῦν μόνον τόν ἴδιον τόν ψεύτικον ἑαυτόν των, γίνονται δηλαδή ἑαυτομάχοι.  Ἀντί νά κτυπήσουν τό θανάσιμον πάθος των, ὥστε νά ἰαθοῦν, εἰς τήν οὐσίαν "αὐτοκτονοῦν" παραμένοντας εἰς τό ψεῦδος. Δύνανται ὅμως νά θεραπευθοῦν, ἐξερχομένοι διά τῆς μετανοίας ἐκ τοῦ σκότους εἰς τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ὁ μόνος Ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν. Ἡ μετάνοια πάντοτε ὁδηγεῖ εἰς τήν σωτηρίαν, ἡ δέ ἀναβολή αὐτῆς εἶναι ἐκ τοῦ διαβόλου καί ἔχει ὀλέθρια ἀποτελέσματα.
Νά μήν ἀπελπιζώμεθα ὅμως, ἀλλά οὔτε νά ἀναπαυώμεθα καί νά ἀναβάλλωμε τήν μετάνοιάν μας, δηλαδή τήν ἐπείγουσαν θεραπείαν τῶν θανασίμων ἀσθενειῶν-παθῶν μας. Εἶπε Γέρων: «Ἄν σοῦ πῇ ὁ λογισμός "ἔχεις χρόνο νά μετανοήσῃς, μπορεῖς ἀκόμη καί αὔριο", ἐσύ νά τοῦ πῇς" μετανοῶ, ἀμέσως τώρα, γιατί στήν μετάνοια δέν ὑπάρχει αὔριο, ἀλλά χθές"».
Καί ἄν ἔχωμε χαθῆ μέσα εἰς τόν θανάσιμον λαβύρινθον τοῦ κολασίμου ψεύδους καί τῆς ἁμαρτίας, πρέπει δίχως ἀπελπισίαν, ἀλλά καί δίχως ἀναβολήν καί καθυστέρησιν, ἀμέσως νά ψάξωμε νά βροῦμε τήν ἔξοδον, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ πρός τήν ἀλήθειαν. Ὄχι ἐπειδή ἡ ἀλήθεια ἐχάθηκε - οὐδέποτε ἡ ἀλήθεια χάνεται -, ἀλλά διότι ἐμεῖς εἴμεθα χαμένοι.
Τό βιβλίον τοῦ Προφήτου Δανιήλ (20) περιγράφει κατά τρόπον συγκλονιστικόν τό τέλος ἐκείνων πού χωλαίνονται ἐκ τῆς ἀληθείας, καταφρονοῦν αὐτήν, περιφρονοῦν τά ὅσια καί τά ἱερά καί ἀρνοῦνται τήν μετάνοιαν καί τήν ἀλήθειαν. Ἀναφέρει λοιπόν τό ἱερόν κείμενον, ὅτι ἐπάνω εἰς τό γεῦμα καί τό γλέντι, κατά τρόπον θαυμαστόν καί ἐνώπιον ὅλων τῶν συνδαιτυμόνων, ἐνεφανίσθησαν δάκτυλα ἀνθρωπίνης χειρός πού ἔγραψαν εἰς τόν τοῖχον τῆς αἰθούσης περίεργες καί ἀνεξήγητες λέξεις: «Μανή, Θεκέλ, Φάρες». Δηλαδή "ἐμετρήθης, ἐζυγίσθης καί εὑρέθης ἐλλειπής". Τήν ἑρμηνείαν τήν ἔδωσε ὁ Προφήτης Δανιήλ, ὁ ὁποῖος ἐλέγχει τόν Βαλτάσαρ καί τόν καλεῖ εἰς μετάνοιαν.
Τό τραγικόν ὅμως αὐτῆς τῆς Βιβλικῆς ἱστορίας εἶναι, ὅτι ὁ Βαλτάσαρ (21) παρ᾽ ὅ,τι  ἐπίστευσε τόν Προφήτην, δέν μετενόησε. Ἐμπρός εἰς τό γλέντι ἀνέβαλε τίς ἀποφάσεις του διά τήν ἑπομένην. «Ἐς αὔριον τά σπουδαῖα» (22) θά πῇ εἰς παρομοίαν περίπτωσιν κάποιος ἄλλος. Ἀλλά τό αὔριον δέν ἦλθε ποτέ. Τήν ἰδίαν νύκτα ὁ Βαλτάσαρ ἐφονεύθη ὑπό τῶν Μήδων, οἱ ὁποῖοι κατέλαβον τήν Βαβυλῶνα σχεδόν ἀμαχητί.
Ἡ ἀνθρωπότης ζεῖ καί πορεύεται μέσα εἰς τήν ἡδονήν- ὀδύνην τοῦ ψεύδους, τῆς διαστροφῆς, τοῦ μή φυσιολογικοῦ, τοῦ παραλογισμοῦ, τῆς παραφροσύνης, τῆς φρικαλεότητος, τῆς ἀσυδοσίας, τῆς ἀκολασίας, τῆς ἀποστασίας καί γενικῶς τῆς ἁμαρτίας καί ἀμετανοησίας. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς καταστάσεως εἶναι τά χίλια μύρια κακόδοξα πού λαμβάνουν χώραν εἰς ὅλους τούς τομεῖς, εἰς τήν Πολιτείαν, Πολιτικήν, Ἐκκλησίαν, Οἰκογένειαν, Παιδείαν καί γενικῶς εἰς τήν κοινωνίαν.
Διά τάς ἀσθενείας-δεινά τῆς ἐποχῆς μας νά μήν ἀποδίδωμε εὐθύνας οὔτε νά ἐκδίδωμε πορίσματα διαγνώσεων μόνον διά θεσμικά πρόσωπα, κλπ. Μήν συνταγογραφοῦμε κατηγορηματικές καί δικαστικές συνταγές θεραπειῶν δι᾽ ἄλλους τήν στιγμήν πού, λόγῳ ἁμαρτίας, πνευματικῆς ἀναισθησίας καί ἀμετανοησίας, καί ἐμεῖς οἱ ἴδιοι νοσοῦμε καί ἀπειλούμεθα μέ αἰώνιον θάνατον. Ἀποτελεῖ ἄρα ἀδήριτον ἀνάγκην νά προσέξωμε καί νά ἐμπεδώσωμε τό ἄκρως ἀνησυχητικόν καί ὅλως ἐπικίνδυνον ἀποτέλεσμα τῆς προσωπικῆς μας διαγνώσεως, πού ἐπιφέρει συναγερμόν καί ἀφύπνισιν ἔμπροσθεν μεγίστου καί ἀνεπανορθώτου κινδύνου, ἐάν δέν μετανοήσωμε. Ὁπότε, ἐπειγόντως ἐπιβάλλεται νά σπεύσωμε πρός θεραπείαν διά τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας καί τῆς ἐπιστροφῆς μας διά τῆς ὀρθῆς πνευματικῆς πορείας  εἰς τόν δρόμον τῆς Χάριτος, τοὐτέστιν εἰς τήν ὁδόν τοῦ Χριστοῦ.
 Ἐπιβάλλεται νά μετανοήσωμε ἐν ἀληθείᾳ καί νά μετανοοῦμε ἐμπράκτως διά βίου. Ἡ μετάνοια μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τήν ἀλήθειαν καί ἡ ἀλήθεια εἰς τήν μετάνοιαν καί τήν σωτηρίαν. Πρέπει πρωτίστως νά κηρύσσεται ἡ μετάνοια διά τῶν ἔργων μας καί ταυτοχρόνως νά ὁμολογῆται ἡ ἀλήθεια. Νά κλαύσωμε πικρῶς καί ὁλοκαρδίως νά δεηθῶμεν διά τό μέγα ἔλεος τοῦ Κυρίου.
Ἀφοῦ δέ ἐπιστρέψωμε εἰς τόν Θεόν καί Πατέρα μας καί ζήσωμε ἐν μετανοίᾳ, τότε, συμφώνως πρός τό πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου, Κύριος ὁ Θεός θά ἐπεμβῇ καί εἰς τά κακόδοξα πού συμβαίνουν γύρω μας, ἀλλά καί γενικώτερα εἰς  ὅ,τι μᾶς ὠφελεῖ.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
                                                                   
1. Β´ Τιμ. δ´, 16
2. Α´ Ἔσδρα δ´, 35.
3. Α´ Ἔσδρα δ´, 40
4. Α´ Ἔσδρα δ´, 41.
5. Ἰωάν. α´, 17.
6. Ἰωάν. ιδ´, 6.
7. Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, P.G. 45, 255C.
8. Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, P.G. 59, 169.
9. Γαλάτας  β´, 11.
10. Γιόζεφ Γκαῖμπελς, Ὑπουργός Προπαγάνδας τῆς Ναζιστικῆς Γερμανίας ἀπό τό 1933-1945.
11. Μολιέρος: Γάλλος θεατρικός συγγραφεύς, διευθυντής θεάτρου καί ἠθοποιός. Οἱ Γάλλοι τόν θεωροῦν ὡς τόν καλύτερο κλασσικό ποιητή τους, ἐνῷ γιά πολλούς εἶναι καί ὁ καλύτερος  Γάλλος λογοτέχνης.
12. «Λοξίας»: Ἡ κατ᾽ ἐξοχήν προσωνυμία τοῦ θεοῦ Ἀπόλλωνος, πού ἀπαντᾶται εἰς ὅλους τούς μεγάλους Τραγικούς καί τόν Ἀριστοφάνη. Ἐπίκλησις πού συνήθως ἐτυμολογεῖται ἐκ τοῦ «λοξπ-ία», τήν δυσνόητη φωνή τοῦ θεοῦ στούς χρησμούς. Ὅτι δηλαδή δέν ἀκουόταν μέ εὐθύτητα ἡ ἀλήθεια, ἀλλά «λοξά», ἀλλοιωμένα.
13. Ψαλμ. 95, 5.
14. Ρωμ. γ´, 18.
15.Ἑβρ. στ´, 6.
16. Ὄρθρος Μεγάλης Παρασκευῆς.
17. Ἅγ. Γρηγόριος Θεολόγος, Λόγος Δ´ Θεολογικός, 20.
18. Ἰωάν. γ´, 19-20.
19. Ἰωάν. γ´, 20
20. Παλαιά Διαθήκη, Πρ. Δανιήλ, Κεφ. ε´.
21. Βαλτάσαρ: Βασιλεύς τῆς Βαβυλῶνος, υἱός τοῦ Ναβουχοδονόσορος.

22. Ὁ Ἀρχίας, ὁ ὀλιγαρχικός ἄρχοντας τῆς ἀρχαίας Θήβας (4ος αἰ. π.Χ.), ἐγλεντοῦσε εἰς τήν οἰκίαν τοῦ ἐμπίστου φίλου του Φυλλίδα, ὅταν ἕνας ἀγγελιοφόρος, τόν ὁποῖον ἔστειλε κάποιος ἄλλος φίλος του, ἔφθασε φέρνοντας ἕνα πολύ ἐπεῖγον μήνυμα. Ὁ Ἀρχίας ἀπήντησε γελῶντας «ἐς αὔριον τά σπουδαῖα» καί παραμέρισε τό γράμμα. Τήν ἰδίαν νύκτα οἱ συνωμότες ἐδολοφόνησαν τόν Ἀρχία.
ΧΡΙΣΤΟΫΦΑΝΤΟΣ